Υπάρχουν άνθρωποι που ζουν μονάχοι
Σαν το ξεχασμένο στάχυ
Ο κόσμος γύρω άδειος κάμπος
Κι αυτοί στης μοναξιάς το θάμπος
Σαν το ξεχασμένο στάχυ Άνθρωποι μονάχοι
Η πρώτη στροφή από τους στίχους του τραγουδιού “Άνθρωποι μονάχοι”, που έγραψε ο Γιάννης Καλαμίτσης και ερμήνευσε πρώτη φορά το 1977 η Βίκυ Μοσχολιού, σε μουσική του Γιάννη Πάνου.

Η εικονιζόμενη στη μικρή φωτογραφία Τζόις Κάρολ Βίνσεντ (19 Οκτωβρίου 1965- Δεκέμβριος 2003), ήταν Βρετανίδα, ο θάνατος της οποίας έγινε παγκόσμια είδηση, επειδή πέρασε απαρατήρητος για περισσότερα από δύο χρόνια! Αυτό κι αν είναι ειρωνεία. Παγκόσμιο ενδιαφέρον για μια περίπτωση κραυγαλέας αδιαφορίας του πλήθους για ένα πρόσωπο. Η κοινωνία ασχολήθηκε τελικά με την Τζόις Κάρολ Βίνσεντ επειδή οι ιδιοκτήτες του διαμερίσματος στο οποίο έμενε στο βόρειο Λονδίνο, ήθελαν να της κάνουν έξωση. Στις 25 Ιανουαρίου 2006 η πόρτα της παραβιάστηκε και η ομάδα που θα εκτελούσε την εντολή έξωσης μπήκε στο διαμέρισμα. Εκεί βρέθηκε το πτώμα της, σχεδόν σκελετωμένο να κάθεται στον καναπέ.
Θάνατος μπροστά στην ανοιχτή τηλεόραση
Η τηλεόραση ήταν ανοιχτή. Αυτή η λεπτομέρεια, της ανοιχτής τηλεόρασης, καθώς και ότι ουδείς στην πολυκατοικία της είχε ενδιαφερθεί για τη μοναχική κοπέλα, που έμενε στη μικρή γκαρσονιέρα με το κοινόχρηστο μπάνιο, ήταν δύο στοιχεία τα οποία συνέθεσαν μια τραγική ιστορία.
Τούτη η ιστορία της αποξένωσης της Τζόις Κάρολ Βίνσεντ, που κορυφώθηκε με τον θάνατο της μπροστά από μια ανοιχτή τηλεόραση, πέρασε στη λαϊκή κουλτούρα. Έγινε θέμα σε εφημερίδες, περιοδικά, διαδικτυακές αναλύσεις. Το δράμα της μοναξιάς της μετουσιώθηκε σε τραγούδι, ενέπνευσε δραματικές σειρές στην τηλεόραση, διηγήματα και μυθιστορήματα. Όμως η μοναξιά των πόλεων παραμένει. Αδιαφορεί για την επίθεση της τέχνης εναντίον της. Η ισχύς της παραμένει ακατάβλητη σε μεγάλα τμήματα των ανθρώπινων κοινωνιών. Ειδικά στις μεγαλουπόλεις, η μοναξιά είναι ένας τύραννος με εξουσίες ζωής και θανάτου πάνω στους υπηκόους του. Εκείνοι προσπαθούν να λησμονήσουν την ανελευθερία τους ανοίγοντας την τηλεόραση, τον υπολογιστή, το κινητό τηλέφωνο οποιαδήποτε άλλη συσκευή εκπέμπει πληροφορίες και μεταδίδει θεάματα μαγνητίζοντας το βλέμμα με την υπογάλαζη ακτινοβολία της. Ξεχνούν τη μοναξιά μαζί με τον εαυτό
τους. Λησμονούν το πρόβλημα κι αυτό μεγαλώνει. Βυθίζονται σ’ έναν κόσμο εντυπώσεων επειδή δεν αντέχουν τον πραγματικό. Κι όσο παίρνουν το υποκατάστατο της αληθινής επαφής, χάσκοντας μπροστά σε οθόνες, άλλο τόσο αυξάνεται η απόστασή τους από την κοινωνία.
Σύμμαχος του τυράννου των μεγαλουπόλεων είναι αυτό που λέμε «διακριτικότητα» -μια ιδιαίτερα εύηχη λέξη προς γενική χρήση αντί της ορθής: αδιαφορία. Οι περισσότεροι αδιαφορούν για όλους τους άλλους και οριοθετούν τη συμπεριφορά τους στο πεδίο του «ορθού» και του «δέοντος», επικαλούμενοι τη «διακριτικότητα» τους γιατην «ιδιωτικότητα» του πλησίον.
Τον Αύγουστο του 2003 ο επίμονος καύσωνας στη Γαλλία είχε προκαλέσει περίπου 10.000 θανάτους. Τα περισσότερα θύματα ήταν φτωχοί ηλικιωμένοι που ζούσαν μόνοι τους σε διαμερίσματα χωρίς κλιματισμό. Ο τότε πρόεδρος Ζακ Σιράκ είχε δηλώσει ότι «αυτά τα δράματα ρίχνουν άλλη μια φορά φως στη μοναξιά πολλών ηλικιωμένων ατόμων ή ατόμων με αναπηρία πολιτών μας. Οι ηλικιωμένοι και τα άτομα με αναπηρία θα πρέπει να μπορούν να βασίζονται στην αλληλεγγύη των Γάλλων». Η γαλλική κυβέρνηση έλαβε τότε μια σειρά από μέτρα για τη μεγάλη απειλή της μοναξιάς, η οποία είναι το αγιάτρευτο υποκείμενο νόσημα των σύγχρονων κοινωνιών.
Οι δήμοι στη Γαλλία υποχρεώθηκαν να δημιουργήσουν και να ενημερώνουν μητρώο ηλικιωμένων και ατόμων με ειδικές ανάγκες που ζουν μόνα τους και σε περιόδους καύσωνα. Οι τοπικές Αρχές και κοινωνικές υπηρεσίες επικοινωνούν σε καθημερινή βάση μαζί τους για να βεβαιωθούν ότι ζουν και να ενημερωθούν αν χρειάζονται βοήθεια. Επίσης, το 2004 καθιερώθηκε η «Joumee de solidarite» (Ημέρα Αλληλεγγύης – στην αρχή είχε οριστεί η Δευτέρα της Πεντηκοστής, έπειτα η ημέρα που θα αποφάσιζε ο εργοδότης). Η πρωτοβουλία στοχεύει στην εύρεση πόρων για τη χρηματοδότηση δράσεων υπέρ της αυτονομίας των ηλικιωμένων και των ατόμων με αναπηρία. Ο νόμος προβλέπει ότι μέσα σε μία χρονιά κάθε εργαζόμενος θα εργαστεί μία επιπλέον ημέρα(7 ώρες) χωρίς αμοιβή, ενώ ο εργοδότης καταβάλλει μια ειδική εισφορά(0,3%επί του μισθού) υπέρ του ταμείου Caisse rationale de solidarite pourl’autonomie (CNSA).
Με τα προαναφερθέντα αλλά και με άλλα μέτρα προσπάθησε η Γαλλία να απαντήσει στα σύγχρονα αδιέξοδα και στην απομόνωση ανθρώπων, που ταλαιπωρούνται από ανάγκες, οι οποίες αυξάνονται κι από το ενδιαφέρον του περίγυρού τους, που ελαττώνεται ή έχει μηδενιστεί.
Υπάρχουν εκατομμύρια νησίδες απομόνωσης, μοναξιάς, απελπισίας και πόνου στα διπλανά διαμερίσματα, στον όροφο από κάτω, απέναντι, γύρω, παντού. Ένα εκπαιδευμένο βλέμμα, αυτό που ασκείται καθημερινά με την αξιολόγηση πληροφοριών, προσώπων, γεγονότων και συμπεριφορών, ioos και να μπορεί να διακρίνει πρόσωπα που βυθίζονται στον ωκεανό της απομόνωσης και δεν έχουν τη δύναμη να ζητήσουν βοήθεια. Τότε ακριβώς πρέπει να διακόπτεται κάθε επίδειξη νομιμοφροσύνης στην «ιδιωτικότητα» του ανθρώπου, που απέμεινε μόνος.
Να ενδιαφερθούμε. Να σπάσουμε το φράγμα της σιωπής. Να τους μιλήσουμε, ξανά και ξανά. Να ρωτήσουμε αν χρειάζονται κάτι. Να τους προσκαλέσουμε σπίτι μας , βρίσκοντας κάποια αφορμή. Να μην αφήνουμε τον σιωπηλό τύραννο της απομόνωσης να κυβερνά ανενόχλητος.
Πηγή: Εφημερίδα “Κυριακάτικη Δημοκρατία”


