Το εξώφυλλο του βιβλίου όπου ένας αστυνομικός με φακό ψάχνει για ίχνη

από τη Μάρθα Λεμπέση*

Όταν η εγκληματολογία συναντά το αστυνομικό μυθιστόρημα…

ΔΙΚΑΙΟ ΚΑΙ ΑΔΙΚΟ, ΑΘΩΟΙ ΚΑΙ ΕΝΟΧΟΙ, ΚΑΛΟ ΚΑΙ ΚΑΚΟ ΣΤΗΝ ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΗ ΜΥΘΟΠΛΑΣΙΑ [Ζητήματα ηθικής, δεοντολογίας και ύφους]

του Ομ. Καθηγητή Εγκληματολογίας Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, Γιάννη Πανούση που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Παπαζήση

Τελικά ποιος επηρεάζει και ποιος «σκοτώνει» ποιον; Ο καλός τον κακό; Ο δίκαιος τον άδικο; Ο δράστης το θύμα; Ο αστυνόμος τον εγκληματία… Ο συγγραφέας τον ήρωά του;… Η επιστήμη την τέχνη; Ή μήπως, μπορεί να ισχύει και το αντίστροφο;

Για έναν λογοτέχνη το αστυνομικό μυθιστόρημα είναι ένα ξεχωριστό είδος λογοτεχνικής αφήγησης µε κάποιους σταθερούς κανόνες γραφής που το διακρίνουν από τα άλλα λογοτεχνικά είδη. Πάντα ασχολείται µε κάποιο µυστήριο ή γρίφο σχετικό µε την παραβίαση και την εφαρµογή των νόµων και την ανάλογη έρευνα για τη λύση του[1].

Για τον Καθηγητή Εγκληµατολογίας Γ. Πανούση το αστυνοµικό µυθιστόρηµα είναι αυτό το είδος της λαϊκής λογοτεχνίας που αναδεικνύει τις ενοχές και τις ψευδαισθήσεις µιας κοινωνίας η οποία εύκολα καταδικάζει το δράστη και το θύµα, όσο και τον αστυνόµο και το δικαστή, για να γλιτώσει την αυτό-κριτική και την αυτογνωσία της… και εποµένως αξίζει να µελετηθεί και από εγκληµατολογική σκοπιά.[2]

Στην παρούσα πολύ ενδιαφέρουσα μελέτη του Καθηγητή Γ. Πανούση, στην οποία συντίθενται και αναδημοσιεύονται οκτώ παλαιότερες αυτοτελείς δημοσιεύσεις του- οι οποίες καλύπτουν περίπου μια δεκαετία προβληματισμού και έρευνας- παρουσιάζεται μια συνολική εικόνα των ανα-στοχασμών του συγγραφέα σχετικά με την πορεία και το μέλλον της αστυνομικής λογοτεχνίας στο πλαίσιο πάντα ενός ιδιότυπου διαλόγου με την επιστήμη της Εγκληματολογίας.

Στις 244 μεστές νοήματος σελίδες του βιβλίου γίνεται μια απόπειρα προσέγγισης της ηθικής των ορίων και των στερεοτύπων στο αστυνομικό μυθιστόρημα, προσεγγίζεται ο φόνος σαν τέχνη μέσα από την τέχνη του (αιματηρού) θεάματος, η αστυνομική λογοτεχνία τίθεται προ των πυλών (της τεχνολογίας) και των συμπληγάδων (της πολιτικής και του λαϊκισμού), εγείρονται ερωτήματα τύπου «ποιος επηρεάζει ποιον στην αστυνομική λογοτεχνία; το αστυνομικό μυθιστόρημα αποτελεί θεραπεία ψυχής ή ηθικολογία πράξεων; και ποιος τελικά λέει την αλήθεια στο αστυνομικό μυθιστόρημα;» και όλα αυτά πάντα μέσα από μια σύγχρονη εγκληματο-λογική προσέγγιση.

Ο Καθηγητής Γ. Πανούσης διερωτάται εύλογα, λοιπόν, αν διαβάζοντας αστυνομική/εγκληματολογική λογοτεχνία γινόμαστε ηθικότεροι ταυτιζόμενοι με θετικούς ήρωες ή αν μένουμε αδιάφοροι ως προς τα κίνητρα και τις αιτιολογήσεις των εμπλεκόμενων.

Προφανώς δεν θα μας κάνει ηθικότερους η αστυνομική λογοτεχνία, άλλωστε σύμφωνα με τον Καθηγητή Γ. Πανούση ο συγγραφέας δεν διδάσκει. Απλώς μας παρέχει αντικλείδια για ν’ ανοίξουμε πόρτες και παράθυρα της τύχης, του χώρου και του χρόνου, των σχέσεων και των ψυχών. [3] Το παιχνίδι του εγκλήματος διαδραματίζεται «κάπου ανάμεσα στην τύχη και στη βεβαιότητα» σαν μια παρτίδα σκάκι (όπου οι κανόνες είναι απλοί και γνωστοί αλλά οι κινήσεις/συνδυασμοί πολλοί).[4] Μπορεί ο κόσμος των καθρεφτών και ο κόσμος των ανθρώπων να μην ήταν πάντοτε χωρισμένοι, αλλά ο ρόλος του συγγραφέα δεν είναι να μεταφέρει διαθλασμένες εικόνες και αντεστραμμένα είδωλα.[5] Πολλοί κόσμοι, πολλοί ρόλοι, πολλοί δρόμοι, πολλοί φόβοι…ένας όμως είναι ο δρόμος επικοινωνίας συγγραφέα -αναγνώστη. Αυτός της ειλικρίνειας, της σαφήνειας, της συνέπειας, της εντιμότητας.[6]

Επίσης, ο συγγραφέας αναρωτιέται αν υπάρχει ιδεολογική ρωγμή στην αστυνομική/εγκληματολογική αφήγηση που θα μπορούσε να παρασύρει το αναγνωστικό κοινό και να διαμορφώσει όρους «χρήσιμης τέχνης». Και αν μπορεί το μυθιστόρημα, και μάλιστα εγκληματολογικού περιεχομένου, να διαπαιδαγωγήσει, αν μπορεί δηλαδή η αναζήτηση των ορίων της ηθικής του Καλού και του Κακού από τον λογοτεχνικό εγκληματία, η κοινωνική κριτική στη δράση του υποκόσμου, του εγκλήματος, των ντετέκτιβ να συγκροτήσουν πλαίσιο συνειδητοποίησης και ευαισθησίας.

Για τον Καθηγητή Γ. Πανούση η αστυνομική ιστορία θέτει ερωτήματα και ζητάει απαντήσεις τόσο από τους ήρωες όσο και από τον αναγνώστη, απαντήσεις που δίνει η Μοίρα αλλά και η ανθρώπινη ελευθερία.[7], με τον εγκληματία-άνθρωπο να τίθεται ενώπιον των ορίων του θέτοντας σε δοκιμασία τη ροή της συνείδησης του συγγραφέα, των ηρώων του αλλά και τη δική μας.[8]

Και τι έχει να κερδίσει η κοινωνιολογική προσέγγιση και η εγκληματολογική ανάλυση από την αστυνομική λογοτεχνία;

Κατά τα γραφόμενα του συγγραφέα πολλά.

Και αυτό ίσως γιατί οι ποιητές εντοπίζουν την αδικία εκεί που οι επιστήμονες δεν την υποπτεύονται και η λογοτεχνία είναι ιδιαίτερα χρήσιμη για την ερμηνεία πράξεων και συνειδήσεων.[9] Μολονότι στην αστυνομική αφήγηση συχνά διαπιστώνεται υπέρβαση του Δικαίου και της Ηθικής, αφού ο συγγραφέας διαμορφώνει ένα κλειστό κοινωνικό υποσύστημα διαφορετικών οπτικών γωνιών, αυτή, ή έστω απλουστευτική Εγκληματολογία, μπορεί να εκλαϊκεύει την επιστημονική γνώση αλλά ταυτόχρονα παρουσιάζει το έγκλημα ως δράμα και δίνει στην Εγκληματολογία μια ανθρωπιστική διάσταση.[10]

Εξάλλου στην Εγκληματολογία ενδιαφέρον έχουν τόσο τα πρόσωπα του Κακού και το ψυχοκοινωνικό Iter criminis όσο και η θεσμική εννοιολόγηση του εγκλήματος. Έτσι η μη (εξαρχής) αστυνομικοφανής αστυνομική λογοτεχνία, συνδέοντας ευθέως επιστήμη και τέχνη, ανοίγει τα όρια των κλειστών λογοτεχνικών σχημάτων δίνοντας στη φύση του νόμου και της ποινής πολλαπλά νοήματα.[11]

Επίσης, οι ανθρώπινες κατά-στάσεις, ιδίως οι εγκληματογενείς/εγκληματογόνοι, είναι σχεσιακές, αλληλένδετες κι αλληλεξαρτώμενες, γι’ αυτό και η ακολουθία των ενεργειών συνιστά την πεμπτουσία τόσο της πραγματικής ζωής, όσο κι αυτής των μύθων. Σ΄ ένα τέτοιο πλαίσιο γεννήθηκε κι ενηλικιώθηκε το αστυνομικό μυθιστόρημα. Ανάμεσα στη ζωή και τους μύθους του ανθρώπου.[12] Το αστυνομικό «δεν είναι μια άλλη χώρα», αλλά ο δημόσιος τόπος και ο προσωπικός ζόφος, όπως διαπλέκονται στο έγκλημα κι όπως τα διαχειρίζεται μια πάσχουσα κοινωνία.[13]

Και αν η Τέχνη του Φόνου συνδεθεί με κατά-στάσεις τραγωδίας…αν η τέχνη της μυθοπλασίας μετριάσει την επιρροή του μεταμοντερνισμού – που την οδηγεί σε Ουτοπίες …τότε ο (δύσκολος) διάλογος επιστήμης και λογοτεχνίας θα συνεχιστεί, όχι όμως εν κενώ, με κρυμμένα νοήματα, με συμβολισμούς και φαντασιώσεις που αλλοιώνουν το πραγματικό.[14]

Καλή ανάγνωση!

Μάρθα Λεμπέση, υπ. Δρ. Κοινωνιολόγος, ΜΔΕ Εγκληματολογίας

 

Σχετικά με τον συντάκτη

Με Άλλα Μάτια
Η μοναδική, πλήρως προσβάσιμη για κάθε χρήστη, διαδραστική, κοινωνική πύλη ενημέρωσης στην Ελλάδα!

Αφήστε σχόλιο

ΧΟΡΗΓΟΙ

Επιστροφή στην κορυφή