• Αρχική
  • Απόψεις – Παρεμβάσεις
  • «Θολός Βυθός» κορυφαίων διακρίσεων στο Λος Άντζελες | Διπλή βράβευση Καλύτερης Ταινίας στο Φεστιβάλ Ελληνικού Κινηματογράφου
Κολάζ δύο φωτογραφιών: 1. Η Ελένη Αλεξανδράκη στο φεστιβάλ κινηματογράφου στο Λος Άντζελες κρατώντας τα δύο βραβεία 2. Η Ελένη Αλεξανδράκη καθοδηγεί τον Μάριο-Κωνσταντίνο Γαλετζά στα γυρίσματα της ταινίας.
Ελένη Αλεξανδράκη, Μάριος-Κωνσταντίνος Γαλετζάς
Χρόνος ανάγνωσης: 4 λεπτά

«Θολός Βυθός» κορυφαίων διακρίσεων στο Λος Άντζελες

Ζωτικές πηγές

Πριν από μερικές μέρες, την τελευταία εβδομάδα του Μαΐου, στο Φεστιβάλ Ελληνικού Κινηματογράφου του Λος Άντζελες, ο «Θολός Βυθός» της Ελένης Αλεξανδράκη καθήλωσε την επιτροπή και τους θεατές αποσπώντας το Βραβείο Orpheus (Ορφέας) Καλύτερης Ταινίας Μυθοπλασίας και το Βραβείο Κοινού. Σε δημοσιεύματα με εγκωμιαστικά σχόλια που εκφράζουν συγκίνηση και ενθουσιασμό για το έργο που θριάμβευσε ως κορυφαίο της διοργάνωσης, γίνεται εύστοχα λόγος για «μία ιστορική ταινία με δυνατό αντίκτυπο σχετικά με τους πιο ευάλωτους ανάμεσά μας» συνοψίζοντας καίρια για την «ισχυρή της διαύγεια ως προς (το πώς εκφράζει) τους πιο πολυσύνθετους πολέμους». Ως γνωστόν, στην αυτονόητη βάση της ιδιοσυγκρασίας του, ο κινηματογράφος, όπως και όλα τα έργα (κάθε) τέχνης, απευθύνεται σε όλους μέσα από τα σημεία επαφής (που αποκαλύπτονται) με τον καθέναν ξεχωριστά στην (προσωπική) επικοινωνία τους. Στο πλαίσιο της κινηματογραφικής αφήγησης ενός παλλόμενου κάδρου τιμαλφών (συν)αισθήσεων, ξεκινώντας από την εποχή του Εμφυλίου και καταλήγοντας στη Μεταπολίτευση, το πεδίο της μνήμης ψηλαφίζεται με εύφορη πληρότητα στις διαχρονικές του εκφάνσεις. Με τη ζωτική ιδιοσυστασία της (αυτο)βιογραφικής αστείρευτης πηγής τους, τα μυθιστορήματα «Διπλωμένα Φτερά» και «Θολός Βυθός» του Γιάννη Ατζακά προσέφεραν ανεκτίμητη ρίζα καρποφόρας έμπνευσης στην Ελένη Αλεξανδράκη. Στη συνέχεια, μετά την αφετηρία (εκ)κίνησης (της προαναφερθείσης ρίζας) που ενέπνευσε την εξέλιξη (κατά τη διαδρομή) μίας πολύπλευρης ζωτικής σχέσης (στον δρόμο που άνοιξε καθ’ οδόν στην πορεία), με τον γόνιμο μόχθο της Ελένης Αλεξανδράκη άνθισε ετούτη η αξετίμητη ταινία στη μοναδική καλλιτεχνική της υπόσταση.

Ο διεθνής αγγλικός τίτλος της ταινίας είναι «Giannis in the Cities»«Ο Γιάννης στις Πόλεις (Παιδοπόλεις)» (που θεσμοθέτησε η βασίλισσα Φρειδερίκη για παιδιά ορφάνιας πάσης φύσεως). Όταν ξεκινά το ταξίδι, δεν ξέρεις πότε τελειώνει. Αν νομίσεις ότι ξέρεις πριν από την ώρα που αναλογεί στην πορεία, μπορεί να το χάσεις. Το μόνο σίγουρο στη διαδρομή είναι ο (προ)ορισμός της. Το όχημα και η (προ)καθορισμένη ώρα των σταθμών της είναι στοιχεία που προκύπτουν (ως) σχετικά, αναλόγως των συνθηκών. Η εκτιμώμενη (ως) ώρα άφιξης και αναχώρησης σε σημεία στάσεων και ανεφοδιασμού ενδέχεται να υπερβεί έως και αρκετά ό,τι ήταν προσδοκώμενο ως αναμενόμενο. Ο Γιάννης Αρχοντής (πρωτίστως λογοτεχνικό και εδώ κινηματογραφικό «alter ego» του Γιάννη Ατζακά) αγωνίζεται να ξαναβρεί την (ανα)πνοή του αέρα μετά τον εγκλωβισμό της μνήμης στον θολό βυθό ενός πηγαδιού (περνώντας στη διαδρομή) πέρα από κάθε πρόσκαιρη επιφάνεια. Τα βιώματα της πολιτικής αντίληψης από τον αντάρτη πατέρα έρχονται σε ρήξη με το «εθνικοπατριωτικό» περιβάλλον των Παιδοπόλεων που τον έστειλε η γιαγιά του για «ένα καλύτερο αύριο». Ο μικρός Γιάννης (το Γιαννούδι, όπως τον έλεγαν χαϊδευτικά ο παππούς και η γιαγιά του στο χωριό Θεολόγος της Θάσου) έχει εμπεδώσει από νωρίς την παράλογη σκληρότητα και κοιτά τον κόσμο με απορία σαν παιδί που είναι όσο μπορεί, δηλαδή όσο τού επιτρέπουν οι συνθήκες.

Ακρωτηριασμοί και ερμηνείες

Πριν από μερικές μέρες, ένα αξιόλογο ποσοστό της ελληνικής ομογένειας στο Λος Άντζελες εξέφρασε με αντικειμενικότητα την ευγνωμοσύνη για τη μέθεξη που βίωσε παρακολουθώντας τον «Θολό Βυθό», ένα sui generis χρονικό σαν πολυφωνικό χορικό που η μία φωνή διαδέχεται την άλλη και όλες μαζί είναι η μνήμη της ίδιας φωνής. Η ταινία μιλά για φευγαλέες ματιές (ανείπωτων λέξεων) που καρφώνονται στα μετέωρα βήματα των πατεράδων μας που ψάχνουν έδαφος στα δικά μας. Ο πυκνός λόγος των εικόνων και ο πλούτος του κινηματογραφικού λεξιλογίου τους μάς μεταφέρουν σε εποχές, σχέσεις, βιώματα και συμπεριφορές που σημάδεψαν χαμένες γενιές στα ατέρμονα ταξίδια σε μνήμες θολών βυθών. Ψάχνοντας τη δική του ερμηνεία των καταστάσεων, ο Γιάννης συνεχίζει να (κατα)γράφει (σημειώσεις) για εικόνες ζωγραφίζοντας με λέξεις τοπία της μνήμης με(τά) τον ακρωτηριασμό τους για να βρουν τις (δια)στάσεις τους στα σημεία της διαδρομής της μέσα από το μοναδικό μετερίζι του καθενός.

Σε μία έξοχη διανομή σπουδαίων ηθοποιών, τον Γιάννη υποδύονται ως ενήλικα ο Αινείας Τσαμάτης (σε μία συνταρακτική ερμηνεία–κεντρομόλο δύναμη της ταινίας), σε ηλικία 6 ετών ο Φίλιππος Μηλίκας (κλέβοντας παράσταση καταπληκτικών αποχρώσεων), σε ηλικία 9 ετών ο Μάριος-Κωνσταντίνος Γαλετζάς (με θαυμάσιες διακυμάνσεις) και σε ηλικία 13 ετών ο Κωνσταντίνος Αθανασάκης (αποδίδοντας μεταπτώσεις λεπταίσθητα). Το Γιαννούδι αναρωτιέται πώς γίνεται η βασίλισσα Φρειδερίκη (και «μητέρα» των Ελλήνων) να είναι Γερμανίδα. Στην αρχή, ήξερε ότι είναι ορφανός από μητέρα και το ίδιο γνώριζαν «επισήμως» και για τον πατέρα του. Αργότερα, ο πατέρας θα θεωρηθεί αγνοούμενος και, κάποια στιγμή, θα δώσει σημείο ζωής με την πληροφορία ότι βρίσκεται στη Βουλγαρία. Κάθε νέα μνήμη ακρωτηριάζει την προηγούμενη και ο Γιάννης αγωνίζεται να ερμηνεύσει (προσδιορίζοντας) το σώμα της (καθώς ανασύρεται από τον θολό βυθό του πηγαδιού της) μέσα (και πέρα) από τα σημάδια που αφήνει στο δικό του. Στις Παιδοπόλεις που μεγαλώνει, παίζει με τα άλλα παιδιά και γράφει γράμματα στο ίνδαλμά του, τον περίφημο τερματοφύλακα της ΑΕΚ Μιχάλη Δελαβίνια. Αυτή η επικοινωνία της φαντασίας του είναι η (κατα)φυγή στο δικό του όνειρο: να ζήσει σαν παιδί (σ)την ηλικία του. Σε ένα από τα παιχνίδια, η παρέα θα υπερβεί τα «γεωγραφικά» όρια «εμβέλειας» κινήσεων που «επιτρέπει» η Διεύθυνση της Παιδόπολης και ένα παιδί, ο Λάμπης Παππάς (ο εξαιρετικός Γιάννης Κριαράς) θα ακρωτηριαστεί από μία νάρκη που ξεφύτρωσε σε ένα ξέφραγο κομμάτι γης σπαρμένης με σπαράγματα συγκρούσεων της μνήμης. Μετά τον ακρωτηριασμό των χεριών του, ο Λάμπης θα γίνει ζωγράφος.

Ο Στέλιος Μάινας ως Γιάννης Αρχοντής, backstage στα γυρίσματα της ταινίας. βρίσκεται καθιστός σε ένα κρεβάτι και ο make up artist του βελτιώνει το μακιγιάζ. Απέναντί μία κάμερα σε τρίποδο και τεχνικός.
Στέλιος Μάινας

Η παρακαταθήκη του ταξιδιού

Η στιγμή είναι το μόνο που υπάρχει πραγματικά. Η ώρα της στιγμής δεν είναι στο χέρι μας, αλλά στα σημεία του ταξιδιού. Το ταξίδι, κατά το οποίο κάποιοι θυμόμαστε ό,τι (ξε)πέρασε το βλέμμα (της μνήμης) στη διαδρομή σαν (σε) όνειρο ανάλογα με (δια)θέσεις που επιλέγουμε. Το μόνο απτό είναι οι (αντι)δράσεις του σώματος. Με ανάλογη (συν)αίσθηση (ανα)δόμησε και η Ελένη Αλεξανδράκη τις διαδρομές της ψυχής στο ταξίδι που ξεκίνησε με εφαλτήριο έναν «Θολό Βυθό» (στην άρρηκτη σχέση – και αλληλουχία – αμοιβαιότητας μεταξύ ατομικής και συλλογικής) μνήμης. Στην πρώτη φωτογραφία (με τα δύο θέματα εικόνας) που συνοδεύει το παρόν κείμενο, αριστερά (στην πρώτη εικόνα) η Ελένη Αλεξανδράκη κρατά τα Βραβεία με τα οποία τιμήθηκε η ταινία στο Φεστιβάλ Ελληνικού Κινηματογράφου του Λος Άντζελες και δεξιά (στο δεύτερο θέμα) καθοδηγεί τον Μάριο-Κωνσταντίνο Γαλετζά στα γυρίσματα της ταινίας. Οι σκηνές της ταινίας κυλάνε σαν νερό που ψάχνει την καθαρότητα της πηγής. Τα γράμματα, που δεν μπόρεσαν να γραφούν ή να διαβαστούν, βγήκαν στην επιφάνεια για να ανασάνουν οι παλίμψηστες λέξεις. Από τα ανεξάντλητα σημεία (αναφοράς) σκηνών (μίας ταινίας) ανθολογίας του «Θολού Βυθού», θα εστιάσω ενδεικτικά στην κορύφωση (εξοριών πατέρα και γιου) της ταινίας με την καταλυτική συνάντηση του ενήλικα Γιάννη με τον Γιώργη Αρχοντή, τον οποίον εμψυχώνει συνταρακτικά μέχρι μυελού των οστών ο θεσπέσιος Στέλιος Μάινας ηλεκτρίζοντας την απογείωση της ταινίας (στην πολύπτυχη παρακαταθήκη της) και των (συν)αισθήσεων όλων μας.

Πριν από μερικές μέρες, πολλοί Έλληνες του Λος Άντζελες – όπως και τόσοι άλλοι πριν από αυτούς – (ανα)γνώρισαν μία πολύτιμη δωρεά (ενός πολυδιάστατου ταξιδιού) μνήμης στις (ανεξάντλητες) εκφάνσεις ενός (καλλιτεχνικού) μεγέθους με ανεξίτηλα αποτυπώματα ανεφοδιασμού της ψυχής. Η Ελένη Αλεξανδράκη δημιούργησε ένα άνευ προηγουμένου σημείο αναζωογόνησης για τον κινηματογράφο πολλών ελπιδοφόρων προοπτικών. Από τη μία, ένα θέμα «βαρύ» και «δύσκολο» για πολλούς. Από την άλλη, η σκηνοθετική αξιοποίηση του θέματος σε μία ταινία-πρότυπο συναίσθησης που ξεθολώνει πολλές μνήμες με απεριόριστα οφέλη από τη γενναιόδωρη λιτότητα (καταρχάς επί του προκειμένου κινηματογραφικής) ουσίας. Και το ταξίδι (της δωρεάς) συνεχίζεται.

Διαβάστε επίσης:

«Το Αγόρι με τις Δύο Καρδιές» σε σκηνοθεσία Τάκη Τζαμαργιά

Κοινοποίηση σε:

Σχετικά με τον συντάκτη

Ηθοποιός, Σκηνοθέτης, Αρθρογράφος

Αφήστε σχόλιο

Επιστροφή στην κορυφή