Το παιχνίδι είναι η κυρίαρχη και πιο ουσιαστική δραστηριότητα της παιδικής ηλικίας που συμβάλλει στην ολόπλευρη ανάπτυξη του παιδιού, αξιοποιώντας τις ήδη υπάρχουσες γνώσεις κι εμπειρίες του. Μέσω της παιγνιώδους διαδικασίας το παιδί παρατηρεί, επεξεργάζεται τα ερεθίσματα του περιβάλλοντός του και εν τέλει, κριτικά, μαθαίνει, οικοδομώντας την καινούργια γνώση μ’ έναν ευχάριστο τρόπο, που έχει ουσιαστικό νόημα για το ίδιο.
Έτσι και το θεατρικό παιχνίδι, όπως κάθε μορφή τέχνης, είναι ένα πολύτιμο παιδαγωγικό μέσο που ενεργοποιεί τη φαντασία του παιδιού και το βοηθά να συνδυάσει τη σκέψη του με την έκφρασή του. Αποτελεί μια βαθιά παιδευτική διαδικασία όπου το παιδί έχει τη δυνατότητα να ανιχνεύσει τον εαυτό του, να πειραματιστεί έχοντας σαν γνώμονα τις δικές του ανάγκες και ιδέες, και συνεπώς να εκφραστεί ελεύθερα μέσα σ’ ένα ευέλικτο και ασφαλές πλαίσιο.
Δεν πρόκειται για μια αυστηρά δομημένη θεατρική λειτουργία, κατά την οποία πρέπει να μιμηθεί κάποιον ρόλο, ή πρέπει να ακολουθήσει μια μηχανική κινησιολογία, όπως συμβαίνει για παράδειγμα στο παιδικό θέατρο και ως εκ τούτου, δε θα έπρεπε να συγχέεται με αυτό. Μέσα από παιχνίδια ρόλων, αισθητηριακές, κινητικές δράσεις, αυτοσχεδιασμούς, τυχαία συμβάντα και άλλες ποικίλες τεχνικές, επεξεργάζεται θέματα της καθημερινότητάς του δημιουργικά, τα ανακατασκευάζει, αποκτώντας παράλληλα καλύτερη αυτοσυνείδηση και ενσυναίσθηση.
Ουσιαστικά, αναμετριέται με την ίδια του την ύπαρξη, όπως ακριβώς κι ένας ενήλικας.
Ένας από τους σημαντικότερους στόχους της εκπαίδευσης είναι να παρέχει στο άτομο κατάλληλες βιωματικές μορφές μάθησης, με τις οποίες θα μπορεί να εξελιχθεί σε μια ψυχικά υγιή προσωπικότητα που θα έχει ενεργό ρόλο στην κοινωνία και θα μπορεί να ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της. Ένα παιδί που μεγαλώνει με αντίστοιχα βιωματικά εργαλεία, όπως είναι το θεατρικο παιχνίδι, ενδυναμώνεται σε προσωπικό επίπεδο, αναπτύσσει επικοινωνιακές και συνεργατικές δεξιότητες μέσα στην ομάδα και είναι σε θέση να διαχειρίζεται καλύτερα τόσο τις διαπροσωπικές του σχέσεις, όσο και τα κοινωνικά προβλήματα.
Από την ηλικία των τεσσάρων κι έπειτα, το παιδί θα μπορούσε να ξεκινήσει την ενασχόληση με το θεατρικό παιχνίδι, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι νωρίτερα δε μπορεί να έρθει σε επαφή με το δημιουργικό παιχνίδι. Ανάλογα με την ηλικία και τα χαρακτηριστικά της, αλλάζει η οπτική των πραγμάτων και άρα η επιλογή δράσης. Το μόνο σίγουρο είναι ότι όσο πιο νωρίς το παιδί έρχεται σε επαφή με τον εαυτό του, τα συναισθήματά του, μ’ έναν τόσο δημιουργικό τρόπο, τόσο πιο στέρες οι βάσεις στο οικοδόμημα της προσωπικότητάς του.
Δεν είναι όμως μόνο τα παιδιά που επωφελούνται με αυτή τη ενασχόληση. Τα οφέλη είναι πολύ μεγάλα και για τους ενήλικες, γονείς και μη, καθώς μπορούν να παίξουν, να εκφραστούν και να αναγνωρίσουν τις βαθύτερες ανάγκες τους. Είναι ένα ιδανικό μέσο επαφής ανάμεσα στους γονείς και τα παιδιά, όπου μέσα από μία ψυχαγωγική διάδραση μπορούν οι ρόλοι να αντιστραφούν και να οδηγήσουν στην αυτογνωσία και στην ενδυνάμωση της σχέσης τους. Ο χρόνος συνύπαρξης γονιών και παιδιών είναι ανεκτίμητος και το θεατρικό παιχνίδι θα μπορούσε να είναι ο συνδετικός τους κρίκος.
Μήπως θα έπρεπε κι εμείς σαν ενήλικες να εισάγουμε ξανά το παιχνίδι στη ζωή μας και να αφεθούμε σ’ αυτή τη γοητευτική μαθητεία, όπου σώμα και ψυχή ξανασυναντιούνται και εκφράζονται ελεύθερα με απώτερο στόχο τη συναισθηματική ολοκλήρωση;

