Τα παιδιά των άλλων;
– μυθιστορήματα και σχολική βία –

«Για να μην αφήσεις τους άλλους να σε πληγώσουν, πλήγωσέ τους εσύ πρώτος. Μην τους αφήσεις να σε χρησιμοποιήσουν άλλο. Είσαι δυνατός. Δε νοιάζεσαι για τίποτα. Κάνε τον εαυτό σου έτσι που να μη σε νοιάζει.»

Γκράχαμ Γκάρντνερ, Ποιος είναι ο Έλιοτ;

Στο άρθρο αυτό δεν θα ασχοληθούμε με τη θεωρία και την πρακτική της ενδοσχολικής βίας, φαινόμενο το οποίο έχουμε αναλύσει σε τρεις τουλάχιστον μελέτες μας [1]
Θα επιχειρήσουμε να προσεγγίσουμε το κρίσιμο και επίκαιρο αυτό θέμα μέσα από επιλεγμένα μυθιστορήματα.[2]

Α. ΜΕΡΙΚΑ (ΧΡΗΣΙΜΑ;) ΘΕΩΡΗΤΙΚΑ [3]

Η επιθετικότητα είναι μια διάθεση, μια ένταση που ενεργοποιεί τον οργανισμό μέχρι να μειωθεί η αιτιολογική της βάση (Lagache), χωρίς να μεταβάλλεται υποχρεωτικά σε επίθεση, να αποβλέπει δηλ. στην καταστροφή.

Η επιθετικότητα συμβάλλει στη δόμηση της προσωπικότητας και είτε οφείλεται σε ενδογενείς παράγοντες είτε συνιστά αντίδραση σε εξωτερικά ερεθίσματα, στοχεύει στην αρμονική ένταξη του ανθρώπου στην κοινωνία των συνανθρώπων του. Θα μπορούσα, μάλιστα, να ισχυριστώ ότι η επιθετικότητα είναι μία από τις μορφές «διαλόγου» ανάμεσα στις ενορμήσεις και το περιβάλλον.

Από την επίθεση για λόγους συμπάθειας (De Greeff) – όπου περιλαμβάνεται και η αυτοσυντήρηση – μέχρι την (αυτο)αμυντική επίθεση, το συγκινησιακό στοιχείο δεν απουσιάζει από την επιθετικότητα. Ο κόσμος δεν γίνεται αντιληπτός «ως ουδέτερος» και η επιθετικότητα είναι ένας τρόπος να γνωρίσουμε αυτόν τον κόσμο.

Όπως το έγκλημα χαρακτηρίζεται ως απάντηση μιας προσωπικότητας σε μια κρίσιμη κατάσταση, έτσι και η επιθετική συμπεριφορά χαρακτηρίζεται από μία δι-αντίδραση ανάμεσα στο «Εγώ» και στο «Άλλοι».

Η ενστικτική ενόρμηση – για αυτοκαταστροφή ή ετερο-καταστροφή – μπορεί να έχει ή να μην έχει (καταλυτικές) βιολογικές καταβολές, αλλά σίγουρα συνιστά ένα συμβιβασμό ανάμεσα στο φωτεινό και το σκοτεινό ημισφαίριο της συμπεριφοράς μας.

Τα ερωτήματα πάντα καταλήγουν σε γνώμες και διχάζουν. Ο ενδεχόμενα έμφυτος χαρακτήρας της επιθετικότητας (Lorenz) επιτρέπει έλεγχο μέσα από κανόνες εσωτερικής ηθικής;

Η απάντηση είναι ναι.

Το πρόβλημα συχνά μετατίθεται από την επιθετικότητα ως ιδιότητα του υποκειμένου στο αντικείμενο εναντίον του οποίου στρέφεται. Επίθεση εναντίον ποίου; Πώς; Και βέβαια: Γιατί; Η δομική επιθετικότητα (της υπεροχής και του ανταγωνισμού) σε τί διαφέρει από τη νόμιμη βία; Η εργαλειακή επιθετικότητα (για την ικανοποίηση ή την αυτο-άμυνα) δεν ανατροφοδοτεί την εγκληματική επιθετικότητα; Η λειτουργική επιθετικότητα (που διαλύει την ένταση ή την αποστέρηση) δεν απεμπλέκει τις αγχωτικές καταστάσεις οδηγώντας σε εξοικείωση (familiarization) ή υπεραναπλήρωση (compensation);

Η πρώτη «γνωριμία» του νεαρού ατόμου με την επιθετικότητα και τη βία γίνεται στα ομαδικά παιχνίδια και τους καβγάδες και συχνά του χαρίζει μία ευχαρίστηση που καλεί σε «επανάληψη» των κατορθωμάτων.

Η αδιαμόρφωτη αυτή συναίνεση – στην οποία το στοιχείο της «πρόκλησης» από τον άλλο παίζει το ρόλο της ψυχικής τεχνικής ουδετεροποίησης (Matza) – επηρεάζεται, αρνητικά ή θετικά, ανάλογα με τις αντιδράσεις των φίλων του, συγγενών του κλπ.

Πρωταρχική, όμως, σημασία αποκτά η αυτο-επιβεβαίωσή του, δηλαδή ότι πλέον «μπορεί» – όταν βέβαια το θελήσει κι εφόσον προκληθεί. Αυτή η απόδειξη του «μπορώ» συνιστά για το νεαρό μια γέφυρα μετάβασης στον ανδρισμό, όπου η επιθετική συμπεριφορά, ο θαυμασμός ή ο φόβος των άλλων, αποτελούν τυπικά χαρακτηριστικά.

Η κοινωνική αντίδραση στη συμπεριφορά αυτή («του την έχει δώσει, είναι τσαμπουκάς»), συνήθως συνοδεύεται από την απόρριψη του «ήρωα» («μην τον πλησιάζετε, είναι επικίνδυνος»), γεγονός που προκαλεί κρίση και σ’ αυτόν.

Η ίδια η παρέα που τον προκάλεσε να γίνει επιθετικός και βίαιος, η ίδια τώρα του ζητάει να μετριάσει ή και να αποβάλει αυτόν τον τύπο δράσης.

Εκείνος όμως, έχοντας αποκτήσει αίσθηση δύναμης, δεν δέχεται ν’ απορρίψει την «εικόνα» του. Μπορεί να’ χει κακή φήμη, αλλά όλοι τον γνωρίζουν.

Η διατήρηση αυτής της «εικόνας» υποχρεώνει τον ήρωα σε επίτευξη νέων και δυσκολότερων βίαιων κατορθωμάτων, με περισσότερο κίνδυνο και χωρίς τη δικαιολογία της άμυνας.

Από την επιθετικότητα στην εχθρότητα erga omnes το πέρασμα είναι σχετικά εύκολο.

Η «ήρωας» γίνεται πλέον μόνιμη απειλή για το στενό περιβάλλον, με αποτέλεσμα όλοι να τον αποφεύγουν, γεγονός που τον αναγκάζει να προσφύγει σε χώρους και παρέες όπου η «καλή φήμη» έχει πέραση.

Το τέλος δηλαδή αυτής της πορείας είναι σχεδόν προδιαγραμμένο. [4]

Πολλές φορές όμως η αρνητική πρόγνωση της παραβατικής συμπεριφοράς του ανήλικου, δηλαδή μιας ρευστής προσωπικότητας εν τω γίγνεσθαι, σχετίζεται περισσότερο με τις αντιλήψεις ή τις φοβίες των ενηλίκων παρά με τις συνειδητές εκτροπές των νεαρών δραστών.

Β. ΑΝΗΛΙΚΟΤΗΤΑ Ή ΑΘΩΟΤΗΤΑ;

Τα παιδιά μεγαλώνουν μέσα σ’ ένα πλαίσιο εξουσιαστικού λόγου[5] , στις αναπαραστάσεις του οποίου η παιδικότητα σχεδόν απουσιάζει.[6]

Από την παιδική αθωότητα στην «πεισματάρικη»[7] απειθαρχία το πέρασμα γίνεται μέσω της σύγκρουσης των «πολλών κόσμων»[8] και φυσικοποιείται μέσω του εγκλήματος.[9]

Από το φυσιολογικό στο επικίνδυνο παιδί η κανονικότητα της προσαρμογής[10] και των ορίων της ανηλικότητας/ενηλικότητας περνάει και μέσα από το σχολικό χώρο. [11] Η ανησυχία για την ενδοσχολική βία έχει επηρεάσει και τη λογοτεχνία [12] με συχνή συνέπεια οι σχετικές περιγραφές να είναι περισσότερο σκληρές και από την ίδια την πραγματική εγκληματικότητα.

Η βίαιη είσοδος στον κόσμο των ενηλίκων καθιστά και τα παιδιά ύποπτα «θηριοποίησης» [13] και επιθετικής, απείθαρχης ή και παραβατικής αντισυμβατικότητας .[14]  Ένοπλοι μαθητές, σχολικές συμμορίες (οι πιτσιρικάδες με το πιστόλι,[15] ) μετατρέπουν την εγκατάλειψη και την κακοποίηση, τη φτώχεια, την ανέχεια, τη δυστυχία [16] σε φονική μανία.

Θύματα που επιλέγονται λόγω εμφάνισης ή χαρακτήρα[17], που «σαν χαμένοι» υφίστανται τους κακόβουλους ψιθύρους[18] επιλέγουν κι αυτοί με τη σειρά τους να γίνουν «τιμωροί». [19]

Το τελετουργικό της ενδοσχολικής βίας εμπεριέχει στοιχεία επιβίωσης, ελέγχου και τρομοκράτησης. [20] Η ομάδα δημιουργεί τη βία και η βία διαμορφώνει την ομάδα. [21]

Από την πρώιμη φρονιμάδα στο όψιμο γενικευμένο μίσος διανύεται χρόνος ικανός για ωρίμανση, στον οποίο η ευθύνη των ενηλίκων (ιδίως των γονιών) είναι κρίσιμη. [22]

Ενστικτώδεις φόβοι και προειδοποιητικά σημάδια (που δικαιολογούν για πολλούς την οπλοφορία [23]) και (συγ)καλύπτουν την εγκατάλειψη των ανηλίκων[24] δεν συνιστούν κακοδαιμονία [25] αλλά μια γονεϊκή αδράνεια.[26]

Το ψυχικό κενό γεννάει το κενό των μη-τύψεων για οποιοδήποτε έγκλημα.[27]

Η αδιαφορία ή ο φόβος των Καθηγητών[28] χειροτερεύουν την κρίση αξιών και ορίων. Ο φόβος μπροστά στο παιδί – εκτελεστή,[29] το προαίσθημα που δεν απετράπη,[30] η αναζήτηση της πρωταρχικής αιτίας,[31] οι υποδηλώσεις της πράξης,[32] ο φόνος ως επιλογή και αυτοσκοπός [33] αναδεικνύουν (και αποδεικνύουν;) την αμήχανη ευθύνη γονιών και δασκάλων. Όταν τα παιδιά αρχίζουν να μοιάζουν με τους μεγάλους,[34] όταν το να έχεις (αντίθετη) άποψη θεωρείται έγκλημα,[35] όταν η πίστη υπερνικά την αλήθεια,[36] όταν το κακό και το καλό εξαρτώνται από τις «εντολές των ανωτέρων»[37] τότε από εχθρός του συστήματος [38] μετατρέπονται «σε παιδιά που σκοτώνουν γιατί νοιώθουν ήδη νεκροί.[39]» Σκοτώνουν για να μην τους σκοτώσουν γιατί θέλουν να πεθαίνουν ως «ήρωες»[40] ή ως «δαίμονες». [41]

Αντιστροφή της στιγματιστικής διαδικασίας, της ενοχής και του κοινωνικού ρατσισμού. Η τσακισμένη παιδική ηλικία ως αναγκαίο κακό της κάθε εκμετάλλευσης[42], ταπεινώνεται αλλά και αντεκδικείται.[43]

Για παράδειγμα τα παιδιά του Εμφυλίου, παιδιά του σπαραγμού και της βίας,[44] (μετέπειτα) παιδιά των ιδρυμάτων της αναμόρφωσης και του σωφρονισμού [45] ή της προσφυγιάς και της απαγωγής[46], των θετών γονέων [47], των παθών και του μίσους [48], ξέφυγαν/δραπέτευσαν από τον εφιάλτη του παιδοφυλάγματος και της κατήχησης [49] για να μετατραπούν σε παιδιά – δράστες/θύματα (της δικής του) αντεκδίκησης. [50]

Γ. ΕΝ ΕΙΔΕΙ (;) ΕΠΙΛΟΓΟΥ

Είτε το θέλουμε είτε όχι, τα παιδιά που εγκληματούν είναι τα δικά μας παιδιά και δεν έχουν γεννηθεί από τέρατα (για να θεωρούνται «γεννημένοι φονιάδες»), ούτε έχουν προσγειωθεί στη χώρα μας από άλλον πλανήτη. Για κάθε έγκλημα νέου ανθρώπου ευθύνεται τουλάχιστον ένας ενήλικας και ένας θεσμός, οι οποίοι δεν έκαναν σωστά τη δουλειά τους. Σε κάθε έγκλημα νέου ανθρώπου πρέπει να αναζητήσουμε το συμβολισμό, την πάλη για αναγνώριση, για προσωπικό στίγμα, για ζωτικό χώρο και όχι να τον δακτυλοδείχνουμε ως μαφιόζο της γειτονιάς ή βαποράκι της πρέζας. Οι νέοι (ανα)ζητούν μια θέση στον ήλιο. Και το επιχειρούν ακόμα και με το έγκλημα. Η αντεστραμμένη και διαψευσμένη αγάπη που έγινε μίσος είχε όνομα και διεύθυνση που ανήκε σε ενηλίκους (γονείς, δασκάλους, πολιτικούς) και έχει και ένα θύμα-δράστη που την κουβαλάει ως σταυρό στις φυλακές και στους τεχνητούς παραδείσους. Ας το δούμε κι έτσι, αντί να ρίχνουμε την ευθύνη πάντα στους άλλους, στους μικρούς και στους αδύναμους. Ας μη γίνουμε κι εμείς μέλη του (αυστηρού και άτεγκτου) Δικαστηρίου (κατά) των ανηλίκων. [51]

Η υποκουλτούρα της σχολικής/νεανικής βίας καλλιεργείται μέσα στα θερμοκήπια της κοινωνίας των ενηλίκων. [52]

Δεν πρέπει συνεπώς η όποια επιβλεπόμενη αγωγή [53] ή κοινωνική αρωγή [54] να κινούνται στο «υπόγειο της δικαιοσύνης»[55] όπου ο στιγματισμός κατισχύει της (όποιας) αλληλεγγύης.
Μολονότι η ωρίμανση των νέων είναι άτακτη [56] ταυτίζεται (εκ του πονηρού;) με την επιθετικότητα ή την επικινδυνότητα ή την ηθική χαλαρότητα ώστε να νομιμοποιούνται μέτρα μηδενικής ανοχής.

Δεν ευθύνεται η εικόνα (ΜΜΕ) για την πραγματικότητα;[57] Εμείς δια-μορφώνουμε τους όρους διαβίωσης/επιβίωσης των παιδιών μας.

Και έχω την εντύπωση ότι η λογοτεχνία αντιλαμβάνεται καλύτερα και σε μεγαλύτερο βαθμό το φαινόμενο από ό,τι οι επιστήμονες και οι πολιτικοί.


[1] Βλ. Γ. Πανούσης, Ταξικοί αγώνες, Σχολική βία χωρίς όρους και όρια, Δια βίας εκπαίδευση κ. α.
[2] Όπως του Tom Rob Smith, Παιδί 44, του Γκράχαμ Γκάρντνερ, Ποιος είναι ο Έλιοτ;, του Antonio Scurati, Δάσκαλος και μαθητής, της Λάιονελ Σράιβερ, Πρέπει να μιλήσουμε για τον Κέβιν, κ. α.
[3] Πρβλ. Γ. Πανούσης, Το μακρύ ταξίδι μέσα στην ωρίμανση της βίας και της επιθετικότητας, Ψυχολογικό Σχήμα, τ. 3, 1990, σ. 55-56.
[4] Βλ. Γ. Πανούσης, Το μακρύ.., οπ. Π., σ. 56.
[5] Βλ. Γ. Πεχτελίδης, Υβόν Κοσμά, Αγ(ρ)ια παιδιά, Επίκεντρο 2012, σ. 10-13, 26, 29.
[6] οπ. π, σ. 33, 38.
[7] οπ. π, σ. 34.
[8] οπ. π, σ. 41.
[9] Πρβλ. οπ. π, σ. 52.
[10] οπ. π, σ. 150, 157, 244.
[11] οπ. π, σ. 176 επ.
[12] Βλ. Μ. Τόπαλη, Ο τρόμος της ενδοσχολικής βίας – ελληνικά και ξένα βιβλία παρουσιάζουν το πρόβλημα και προτείνουν λύσεις για ένα παιδί, Καθημερινή Κυριακής 16/6/13 – βλ. και Antonio Scurati, Δάσκαλος και μαθητής, Πόλις 2010 – βλ και Γ. Πεχτελίδης – Υβόν Κοσμά, Αγ(ρ)ια παιδιά Επίκεντρο 2012, σ. 59 (Γ. Γκόλντινγκ, Ο άρχοντας των μυγών), 85 (Μπερνάρ Λεντερίκ, Τη νύχτα που βασίλεψαν τα παιδιά), 109 (Ρ. Ντόυλ, Πάντυ Κλαρκ)
[13] Βλ. Θ. Παπαθεοδώρου, Τα «θηρία» της διπλανής πόρτας, Κυριακάτικη Αυγή 12/11/06 – βλ. και Ευάννα Βενάρδου, «Βίωσα και εγώ τη βία στην εφηβεία μου», Ελευθεροτυπία 7/9/13 (Εμίρ Μπαϊγκαζίν «Μαθήματα αρμονίας»).
[14] Πρβλ. Σπ. Μανουσέλης, Τα ατίθασα νεανικά μυαλά, Ελευθεροτυπία 14/11/09.
[15] Βλ. Jeremy Rifkin, Το τέλος της εργασίας και το μέλλον της, προλ. Ν. Κοτζιάς, Νέα Σύνορα – Α. Λιβάνης, 1996, σ. 376-378.
[16] Πρβλ. Μάρθα Καϊτανίδη, Τα παιδιά της εγκατάλειψης, Νέα 29/6/06.
[17] Βλ. Γκράχαμ Γκάρντνερ, Ποιος είναι ο Έλιοτ;, μτφ. Κ. Κοντολέων, Ψυχογιός 2007, σ. 34, 35, 42, 53.
[18] οπ. π, σ. 37, 38.
[19] οπ. π, σ. 60, 63.
[20] οπ. π, σ. 74, 109.
[21] Πρβλ. οπ. π, σ. 211.
[22] Πρβλ. Ιωάννα Καρυστιάνη, Τα σακιά, Καστανιώτης, 2010, σ. 75, 230, 288.
[23] Βλ. Λάιονελ Σράιβερ, Πρέπει να μιλήσουμε για τον Κέβιν, μτφ. Γωγώ Αρβανίτη, Μεταιχμιο 2009, σ. 123, 358, 449, 450
[24] οπ. π, σ. 443.
[25] οπ. π, σ. 530.
[26] Πρβλ. Γιούλη Επτακοίλη, Μια οδυνηρή και σοκαριστική ιστορία, Καθημερινή 29-30/10/11 (συνέντευξη με Λάιονελ Στράιβερ).
[27] Βλ. Κ. Σχινά, Άγριοι έφηβοι…, Καθημερινή Κυριακής 27/6/10.
[28] Βλ. Γκράχαμ Γκάρντνερ, οπ. π, σ. 69, 70.
[29] Βλ. Antonio Scurati, Δάσκαλος και μαθητής, μτφ. Δήμητρα Δότση, Πόλις 2010, σ. 37.
[30] οπ. π, σ. 52.
[31] οπ. π, σ. 62, 76, 122-123.
[32] οπ. π, σ. 125, 278.
[33] οπ. π, σ. 129, 145.
[34] Βλ. Tom Rob Smith, Παιδί 44, β’ εκδ. Πατάκης, Αθήνα 2009, σ. 11.
[35] οπ. π, σ. 24, 89.
[36] οπ. π, σ. 37.
[37] οπ. π, σ. 258.
[38] οπ. π, σ. 96 επ.
[39] Πρβλ. Γκράχαμ Γκάρντνερ, οπ. π, σ. 13.
[40] Πρβλ. Ιωάννα Κλεφτογιάννη, Η οργή ενός έφηβου λίγο πριν γίνει δολοφόνος, Ελευθεροτυπία, 8/1/10, (Μονόλογος «20 Νοεμβρίου» του Λαρς Νόρεν)
[41] Πρβλ. Βάνα Γεωργακοπούλου, Όταν βιάζεις παιδιά δολοφονείς το μέλλον, Ελευθεροτυπία, 8/5/10 (Βιβλίο Ελένης Γιαννακά και «Σναφ») – βλ. και Κ. Σχινά, Άγριοι Έφηβοι ή δαίμονες όσοι σκορπούν θάνατο στα σχολεία, Καθημερινή Κυριακής, 27/6/10.
[42] Πρβλ. Ιγνάσιο Ραμονέ, Πόλεμος του 21ου αιώνα, Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, 2003, σ. 135 επ.
[43] Πρβλ. Νόαμ Τσόμσκι, Οι έχοντες και οι μη-κατέχοντες, προλ. Ν. Κοτζιάς, Καστανιώτης, 1999, σ. 80.
[44] Βλ. Θ. Κορακάκης, Εμφύλια παιδομαζώματα, Κοροντζή, Αθήνα 2010, σ. 11, 18.
[45] οπ. π, σ. 20, 42, 74.
[46] οπ. π, σ. 42, 72.
[47] οπ. π, σ. 64.
[48] οπ. π, σ. 68.
[49] οπ. π, σ. 78 επ, 95 επ.
[50] οπ. π, σ. 174
[51] Πρβλ. Κ. Παπαγιώργης, Το δικαστήριο των ανηλίκων, Κόσμος του Επενδυτή, 19-20/9/09.
[52] Βλ. E. P. Thompson, The crime of anonymity, Albion’s Fatal Tree: Crime and Society in Eighteenth Century England, ed. by D. Hay, London 1975, p. 255-344 – βλ. Marshall B. Clinard – A. L. Wade, Toward the delineation of vandalism as a sub-type in juvenile delinquency, Journal of Criminal law, Criminology and police science (US) 48, 1957/58, p. 493.
[53] Βλ. Βασ. Ιωαννίδη – Ψυχογιού, Ο θεσμός των αναμορφωτικών καταστημάτων/ιδρυμάτων Αγωγής, Αθήνα 2001, σ. 96 επ.
[54] Βλ. Αγγ. Πιτσελά, Η κοινωνική αρωγή στο πεδίο της ποινικής δικαιοσύνης, Θεσ/νίκη, 2004, σ. 29 επ.
[55] οπ. π, σ. 183.
[56] Βλ. «Ανώριμοι» έως τα 25, επιμ. Ρ. Βρανά, Νέα 4/6/04.
[57] Πρβλ. Μαριάννα Τζιαντζή, «Μόνο τα κόκαλα, δάσκαλε», Καθημερινή Κυριακής 12/11/06, Θ. Παπαθεοδώρου, Τα «θηρία» της διπλανής πόρτας, Κυριακάτικη Αυγή, 12/11/06.74.

Σχετικά με τον συντάκτη

Γιάννης Πανούσης
Καθηγητής πανεπιστημίου στον κλάδο της εγκληματολογίας και πολιτικός.

Αφήστε σχόλιο

ΧΟΡΗΓΟΙ

Επιστροφή στην κορυφή