Φωτογραφία πορτρέτο του Μπράιαν Ρούντερ. Φοράει καρό πουκάμισο και μαύρο σακάκι. Είναι ξανθός με ελάχιστα γκρίζα μαλλιά και μούσια και φοράει γυαλιά μυωπίας.
Μπράιαν Ρούντερ | Πηγή Εικόνας: kathimerini.gr

Ο Μπράιαν Ρούντερ ως εθελοντής του Final Exit Network έχει «συνοδεύσει» δεκάδες ανθρώπους στον θάνατο και αφηγήθηκε στην «Κ» τις εμπειρίες του.

από τη Λίνα Γιάνναρου για την «Κ»

Ο Μπράιαν Ρούντερ δεν φοβάται να πεθάνει. Δεν φοβάται όχι γιατί, στα 82 του, περπατάει πέντε μίλια την ημέρα και χαίρει άκρας υγείας. Αλλά γιατί εδώ και σχεδόν δέκα χρόνια ως εθελοντής (και νυν πρόεδρος) του μη κερδοσκοπικού οργανισμού Final Exit Network έχει «συνοδεύσει» δεκάδες ανθρώπους στον θάνατο. Ηταν άνθρωποι που είχαν απευθυνθεί στον οργανισμό για βοήθεια είτε γιατί υπέφεραν από θανατηφόρες ασθένειες είτε από ασθένειες που τους προκαλούσαν βασανιστικούς πόνους και είχαν υποβαθμίσει δραματικά την ποιότητα της ζωής τους. Ο Final Exit Network, που δραστηριοποιείται στις ΗΠΑ εδώ και 20 χρόνια, προσφέροντας δωρεάν τις υπηρεσίες του, δεν τους βοηθάει με πρακτικούς τρόπους να «φύγουν». Αντίθετα ενημερώνει τους ενδιαφερομένους για τις διαθέσιμες επιλογές και στέκεται στο πλάι τους εάν και όταν το αποφασίσουν. «Κανείς δεν θέλει να πεθάνει πριν την ώρα του, αλλά υπάρχουν κάποιοι που δεν θέλουν να ζήσουν όπως είναι υποχρεωμένοι να ζουν», λέει ο Ρούντερ στην «Κ».

Οι περισσότεροι είναι καρκινοπαθείς ή υποφέρουν από σοβαρές καρδιοπάθειες. Ωστόσο, όπως λέει ο ίδιος από τη θέση πλέον του προέδρου του οργανισμού, ένα 10%-20% των αιτημάτων αφορά ανθρώπους με άνοια, με το ποσοστό να έχει αυξητική τάση. «Σε αυτή τη χώρα (σ.σ. ΗΠΑ) οι δομές φροντίδας ατόμων με Αλτσχάιμερ μπορεί να κοστίσουν 10.000-15.000 δολάρια τον μήνα. Είναι πολλοί που δεν θέλουν να υποβάλουν τους οικείους τους σε αυτό». Ανεξάρτητα από την πάθηση, για όσους δεν έχουν οικογένεια είναι έντονος ο φόβος μήπως καταλήξουν σε γηροκομείο.

Ο φόβος της μοναξιάς

«Σε έρευνα που διεξήγαμε ρωτώντας τον κόσμο γιατί επέλεξε τις υπηρεσίες μας, ο πρώτος λόγος ήταν ότι δεν υπάρχει πλέον ιατρική οδός να διαχειριστούν την ασθένειά τους και ο δεύτερος λόγος ο φόβος να καταλήξουν σε γηροκομείο. Ειδικά όσοι ζουν μόνοι είναι ανήσυχοι ότι κάτι θα γίνει, θα χάσουν τον έλεγχο της ζωής τους και θα καταλήξουν σε κάποια τέτοια δομή. Σε αυτή τη χώρα τα γηροκομεία είναι απαίσια. Ο κόσμος τα φοβάται πάρα πολύ».

Ο FEN θα διερευνήσει εξονυχιστικά κάθε περιστατικό. Θα ζητηθούν ιατρικές γνωματεύσεις, φάκελοι, κάθε αποδεικτικό της κατάστασης της υγείας του αιτούντος, ενώ θα διεξαχθεί εκτενής συνέντευξη. Βασική προϋπόθεση είναι ο ασθενής να έχει σώας τας φρένας. Κάποιες ψυχικές νόσοι μπορεί να είναι πολύ βασανιστικές, αλλά ο οργανισμός δεν κάνει δεκτά αιτήματα με κεντρικό πρόβλημα την ψυχική νόσο. Τα τελευταία χρόνια είναι απαραίτητη και η συναίνεση των οικείων του αιτούντος. Σε περίπτωση που εγκριθεί η αίτηση, ο ενδιαφερόμενος ενημερώνεται για τις επιλογές του. «Τους ενημερώνουμε, για παράδειγμα, για τη δυνατότητα να πεθάνουν σταματώντας να τρώνε και να πίνουν, πώς να κινηθούν αν βρίσκονται σε Πολιτεία που επιτρέπει την ιατρικά υποβοηθούμενη αυτοκτονία (σ.σ. μολονότι η ευθανασία απαγορεύεται στις ΗΠΑ, έντεκα Πολιτείες έχουν περάσει νόμο Medical Aid in dying, με τον οποίο επιτρέπεται σε γιατρούς να συνταγογραφήσουν σε ενηλίκους με ανίατες ασθένειες θανατηφόρα δόση φαρμάκου) και τι ισχύει στην Ελβετία (σ.σ. είναι η μοναδική χώρα που δέχεται αλλοεθνείς για τη διενέργεια νόμιμης ιατρικά υποβοηθούμενης αυτοκτονίας, με την υποβοήθηση αυτοκτονίας να μη συνιστά ποινικό αδίκημα)».

Είναι πολλοί που δεν συμφωνούν με αυτό που κάνουμε γιατί πιστεύουν ότι μόνον ο Θεός μπορεί να σου πει πότε θα πεθάνεις. Εμείς πιστεύουμε ότι είναι ανθρώπινο δικαίωμα να μπορείς να διαχειριστείς τις τελευταίες σου μέρες αν υποφέρεις.

Όσοι ζουν σε Πολιτεία που επιτρέπει την ιατρικά υποβοηθούμενη αυτοκτονία (το 20% του πληθυσμού των ΗΠΑ) και πληρούν τα κριτήρια, το πιθανότερο είναι ότι θα επιλέξουν αυτή τη μέθοδο. Ωστόσο, όπως εξηγεί ο Ρούντερ, σύμφωνα με τον νόμο, δικαιούχος είναι μόνον όποιος έχει μόλις έξι μήνες ζωής, σύμφωνα με δύο ανεξάρτητες ιατρικές γνωματεύσεις. Αυτό αποκλείει προφανώς τους ανθρώπους με άνοια, γιατί όταν βρεθούν έξι μήνες από τον θάνατο δεν θα μπορούν να πάρουν μια τέτοια απόφαση για τον εαυτό τους. Οι Πολιτείες του Ορεγκον και του Βερμόντ, όπου είναι νόμιμη η ιατρικά υποβοηθούμενη αυτοκτονία, επιτρέπουν σε ασθενείς από την υπόλοιπη χώρα να ταξιδέψουν έως εκεί για να πεθάνουν. «Οι καρκινοπαθείς στους οποίους απομένουν μόνο έξι μήνες ζωής συνήθως πονούν πολύ και δεν μπορούν να ταξιδέψουν», λέει ο Ρούντερ. «Στην Αμερική η χριστιανική ηθική μας δεν θέλει οι άνθρωποι να πεθαίνουν, οπότε δεν τους το κάνουμε εύκολο».

Η εναλλακτική

Για όσους τα παραπάνω δεν αποτελούν επιλογή (ο θάνατος από διακοπή σίτισης παίρνει πολύ χρόνο, ενώ η Ελβετία έχει υψηλό κόστος), οι διαπιστευμένοι οδηγοί του FEN τους μιλούν για μια άλλη μέθοδο που μπορεί να οδηγήσει σε ήρεμο θάνατο (δεν θα μπούμε σε λεπτομέρειες σε αυτό το κείμενο για προφανείς λόγους). «Όλο τον εξοπλισμό θα πρέπει να τον προμηθευτούν οι ίδιοι. Εμείς δεν τον προσφέρουμε, δεν τους ενθαρρύνουμε, δεν τους βοηθάμε. Εάν το θελήσουν, όμως, θα είμαστε κοντά τους».

Ο οργανισμός δέχεται περί τις 100 αιτήσεις τον χρόνο. Σε ποσοστό περίπου 1/3 θα προμηθευτούν τον εξοπλισμό, αλλά δεν θα τον χρησιμοποιήσουν ποτέ. «Είναι ικανοποιημένοι που έχουν τον έλεγχο. Oτι έχουν στην ντουλάπα τους τα εργαλεία να βάλουν τέλος στη ζωή τους όταν το αποφασίσουν».

Από το 2016, οπότε δραστηριοποιήθηκε στην οργάνωση, ψάχνοντας εθελοντική απασχόληση μετά τη συνταξιοδότησή του (με πτυχίο μαθηματικού, έχει υπάρξει στέλεχος της Visa International, σύμβουλος επιχειρήσεων και καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Πόρτλαντ), ο Ρούντερ έχει παρακολουθήσει 40-50 ανθρώπους να πεθαίνουν.

«Οι πρώτες “έξοδοι” μου έφεραν αναστάτωση. Δεν είχα ποτέ δει άνθρωπο να πεθαίνει μέχρι τότε. Αλλά όσο περνούσε ο καιρός γνώρισα τόσο θαρραλέους άνδρες και γυναίκες –περισσότερες γυναίκες–, τόσο χαρούμενους που δεν θα ταλαιπωρούνταν άλλο, που άρχισα να νιώθω τυχερός».

Η τελευταία «έξοδος» ήταν στο Ορεγκον όπου ζει. «Ήταν ένας άνδρας κοντά στα 90 που υπέφερε από Αλτσχάιμερ. Ένας υπέροχος άνθρωπος με μια υπέροχη οικογένεια. Είχε γνωριστεί με τη γυναίκα του στο Κατμαντού, ήταν πολύ ερωτευμένοι. Δεν δικαιούνταν να πεθάνει με ιατρική υποβοήθηση, αλλά δικαιούνταν τις υπηρεσίες μας. Μιλήσαμε τόσες φορές που γίναμε φίλοι. Μου είχε πει ότι ήθελε να γιορτάσει τα 90ά γενέθλια του και μετά να πεθάνει, αλλά με πήρε τηλέφωνο δύο εβδομάδες μετά και μου είπε ότι κάτι άλλαξε, “χάνω ικανότητες πολύ πιο γρήγορα από ό,τι περίμενα, μπορούμε να το επισπεύσουμε;”. Έτσι βρέθηκα κοντά του μαζί με τη γυναίκα του και όλους τους φίλους του, με τους οποίους έχω κρατήσει επαφή γιατί ήταν όλοι πολύ χαρούμενοι. Ηταν ξεκάθαρος ότι δεν ήθελε να υποφέρει από το Αλτσχάιμερ, ούτε να χρειαστεί να τον φροντίζει η οικογένειά του».

Όπως λέει, στις τελευταίες στιγμές τους οι περισσότεροι εμφανίζονται ευγνώμονες όχι μόνο γιατί θα φύγουν με τους δικούς τους όρους, αλλά και γιατί έζησαν καλή ζωή. «Αυτό που κάνουν είναι να μοιράζονται με τους δικούς τους ευτυχισμένες στιγμές, να μιλούν για τη ζωή τους». Μια από τις «εξόδους» που κρατάει κοντά στην καρδιά του ήταν μιας γυναίκας ινδιάνικης καταγωγής στην Αριζόνα. «Καθίσαμε με τα παιδιά της, ήπιαμε κρασί, φάγαμε γλυκίσματα και μιλήσαμε για τη ζωή της. Μετά η ίδια έπαιξε κάποιους ύμνους, είπε προσευχές και λίγο πριν φύγει μας ρώτησε αν μας πείραζε να μας πει ένα τραγούδι. Όλοι κρατούσαμε ο ένας το χέρι του άλλου. Στο τέλος είπε απλώς “ήθελα να σας πω ότι σας αγαπώ” και έφυγε. Έσπασα εκείνη τη στιγμή. Ήταν ένα απίστευτο τελετουργικό και ένας ήρεμος θάνατος». Φέτος ο Ρούντερ θα σταματήσει να παρίσταται σε «εξόδους». «Μεγάλωσα πια», λέει. «Oμως η εμπειρία έχει υπάρξει μεταμορφωτική για μένα. Το μυστήριο και η ανησυχία για τον δικό μου θάνατο δεν υπάρχουν πια».

Δικαστικές περιπέτειες

Όπως θα ανέμενε κανείς, ο Final Exit Network έχει απασχολήσει αρκετές φορές τις Αρχές. Όπως λέει στην «Κ» ο Μπράιαν Ρούντερ, νυν πρόεδρος του οργανισμού, οι περισσότερες φορές αφορούσαν οικείο πρόσωπο του θανόντος που τους είχε κατηγορήσει για υποβοήθηση αυτοκτονίας. Σε όλες τις περιπτώσεις οι εθελοντές αθωώθηκαν, με τις υποθέσεις να έχουν βοηθήσει στην αλλαγή της νομοθεσίας, για παράδειγμα στην Τζόρτζια. Πάντως, τα τελευταία πέντε χρόνια ο οργανισμός απαιτεί τη συναίνεση του οικείου περιβάλλοντος. «Είναι πολλοί άνθρωποι σε αυτή τη χώρα που δεν συμφωνούν με αυτό που κάνουμε γιατί πιστεύουν ότι μόνον ο Θεός μπορεί να σου πει πότε θα πεθάνεις. Δεν ξέρω τι ισχύει στην Ελλάδα, αλλά στην Αμερική η κοινή αντίληψη είναι ότι όποιος αφαιρεί τη ζωή του είναι είτε δειλός ή έχει κατάθλιψη, είτε είναι πνευματικά ασταθής. Εμείς πιστεύουμε ότι είναι ανθρώπινο δικαίωμα να μπορείς να διαχειριστείς τις τελευταίες σου μέρες αν υποφέρεις».

Στην Ελλάδα θα του είχε ασκηθεί δίωξη

Στη χώρα μας απαγορεύεται και η ευθανασία και η ιατρικώς υποβοηθούμενη αυτοκτονία. Το άρθρο 300 του ελληνικού ποινικού κώδικα ορίζει ότι «όποιος αποφάσισε και εκτέλεσε ανθρωποκτονία ύστερα από σπουδαία και επίμονη απαίτηση του θύματος και από οίκτο για αυτόν που έπασχε από ανίατη ασθένεια τιμωρείται με φυλάκιση από ένα έως πέντε χρόνια». «Απλώς αυτό που γίνεται στην Ελλάδα σήμερα είναι ότι οι επιτροπές δεοντολογίας των ιατρικών συλλόγων δεν κάνουν πολλή φασαρία εάν κάποιος γιατρός προβεί σε μια τέτοια πράξη», εκτιμά μιλώντας στην «Κ» η Μαρία Γαβουνέλη, καθηγήτρια Διεθνούς Δικαίου της Νομικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών και πρόεδρος της Εθνικής Επιτροπής για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου. Τι θα γινόταν εάν κάποιος «βοηθούσε» έναν πάσχοντα να αυτοκτονήσει παρέχοντάς του πληροφορίες; «Πολύ εύκολα μπορώ να φανταστώ έναν εισαγγελέα να ασκεί δίωξη για ηθική αυτουργία σε υποβοηθούμενη αυτοκτονία». Σύμφωνα με την ίδια, το θέμα πήγε να ανοίξει προ ετών και στην Ελλάδα με αφορμή κάποιες υποθέσεις, αλλά η κρίση το κατέπνιξε. «Θα είναι πάντως ένα από τα θέματα που θα αρχίσει να συζητιέται σύντομα στην ελληνική κοινωνία».

Πηγή: www.kathimerini.gr

Σχετικά με τον συντάκτη

Η μοναδική, πλήρως προσβάσιμη για κάθε χρήστη, διαδραστική, κοινωνική πύλη ενημέρωσης στην Ελλάδα!

Αφήστε σχόλιο

ΧΟΡΗΓΟΙ

Επιστροφή στην κορυφή