Γράφει η Νάντια Μπιθέλη*
Eν μέσω εικασιών και ερείδων, και αφού ο Γενικός Γραμματέας Πολιτικής Προστασίας είχε ήδη ενημερώσει το δικηγορικό σώμα από την 06.11.2020 ότι τα Δικαστήρια θα είναι κλειστά και θα διενεργούνται μόνο πράξεις και δίκες που κρίνονται επείγουσες, εκδόθηκε τελικώς η πολυαναμενόμενη ΚΥΑ υπό στοιχ. Δ1α/Γ.Π οικ: 71342. Για άλλη μία φορά το αρμόδιο Υπουργείο Δικαιοσύνης, απογοήτευσε το δικηγορικό σώμα όχι μόνον εξ αιτίας της χρονικής ασυνέπειάς του, αφού περιμέναμε δύο ημέρες να ενημερωθούμε για το αν θα παραμείνουν «ανοιχτά» ή «κλειστά» τα δικαστήρια, αλλά και εξ αιτίας της ασάφειας και της ελλείψεως οιασδήποτε συστημικής ενότητας της εκδοθείσας ΚΥΑ.
Παρά τις εξαγγελίες του Γενικού Γραμματέα Πολιτικής Προστασίας κατά τα προρρηθέντα δεν θα διενεργούνται τελικώς όλες οι κατεπείγουσες δίκες όπως π.χ ασφαλιστικά μέτρα, τουναντίον υπό προϋποθέσεις θα εκδικάζονται υπό προϋποθέσεις τακτικά ένδικα βοηθήματα πρώτου και δεύτερου βαθμού! Επέκεινα, άλλες δικονομικές προθεσμίες αναστέλλονται και άλλες όχι, καθιστώντας την Ελληνική Δικαιοσύνη, θεσμό δύο ταχυτήτων!
Συγκεκριμένα, οι προθεσμίες της νέας τακτικής διαδικασίας και δη η κατάθεση προτάσεων 100 ημερών δεν αναστέλλονται, παρ’ ότι η εν λόγω διαδικασία τυγχάνει η πιο ανελαστική του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, αφού ούτε αναβολή δύναται να ζητήσει ο διάδικός, ούτε παράταση, δημιουργώντας κατ’ αυτόν το τρόπο έναν ασφυκτικό κλοιό στο δικηγορικό σώμα, το οποίο εν μέσω πανδημίας καλείται να εκτελέσει εντός άτεγκτων προθεσμιών τα καθήκοντά του υπό συνθήκες όλως απρόσφορές.
Τα ως άνω δημιουργούν ένα ιδιαίτερα νεφελώδες τοπίο, για το τι ακριβώς επιδιώκουν οι εκδώσαντες την εν λόγω ΚΥΑ, δεδομένου ότι:
♦ δεν διενεργούνται τελικώς όλες οι κατεπείγουσες δίκες, αλλά και άλλες που δεν έχουν επείγοντα χαρακτήρα,
♦ δεν αποτρέπεται επαρκώς ο συγχρωτισμός αλλά και ο συνωστισμός στα δικαστικά μέγαρα και τις δικαστικές αίθουσες έτσι ώστε να προστατευτεί αποτελεσματικώς η υγεία των εμπλεκομένων προσώπων και παραγόντων της δικαιοσύνης και εν προκειμένω και του δικηγορικού σώματος,
♦ δεν εξασφαλίζεται ο βιοπορισμός των ελλήνων δικηγόρων οι οποίοι όπως και το σύνολο των ελλήνων επιστημόνων και ελευθέρων επαγγελματικών έχουν πληγεί ανεπανόρθωτα από την πανδημία, αφού στερούνται όχι μόνο τη δυνατότητα να παρασταθούν σε ακροατήρια αλλά και να καταθέσουν ένδικα βοηθήματα.
Όλως αιτιολογημένως δε καταλήγει κανείς στο συμπέρασμα ότι ένας εκ των σκοπών της «αλλοπρόσαλλης» αυτής ΚΥΑ είναι σαφώς η εξαίρεση για άλλη μία φορά του «πολύπαθού» δικηγορικού σώματος από την όποια οικονομική ενίσχυση την οποία έλαβε το σύνολο των Ελλήνων Πολιτών, μισθωτών και ελευθέρων επαγγελματιών, στο πλαίσιο της πανδημίας, υπό την επίφαση ότι τα Δικαστήρια θα παραμείνουν «ανοιχτά», δικαιολογώντας μάλιστα την όποια απόφαση των κυβερνόντων σχετικά με την μη οικονομική ενίσχυση των δικηγόρων και στην κοινή γνώμη. Πλην όμως τα Δικαστήρια, δεν είναι ούτε «ανοιχτά», ούτε «κλειστά», ενώ η ευρύτερη οικονομική κρίση έχει επηρεάσει σφόδρα και τις απολαβές του δικηγορικού σώματος, το οποίο καλείται εν μέσω αυτών των συνθηκών να επιβιώσει οικονομικώς αλλά και να ανταποκριθεί χωρίς επαρκή μέσα προστασίας της υγείας των μελών του και υπό τη «δαμόκλειο σπάθη» των δικονομικών προθεσμιών που δεν ανεστάλησαν στα καθήκοντά του.
Τα ως άνω θα μπορούσαν να είχαν αποφευχθεί και η δικαστηριακή καθημερινότητα να ήταν πιο ομαλή και ασφαλής έστω και υπό αυτές τις συνθήκες, εάν υφίστατο οριζόντια αναστολή όλων των δικονομικών προθεσμιών με προαιρετική κατάθεση ενδίκων βοηθημάτων αλλά και προκατάθεση προτάσεων στο πλαίσιο της παλαιάς και της νέας διαδικασίας, ανάλογα με την πραγματική δυνατότητα εκάστοτε δικηγόρου ή διαδίκου. Διανομή των δικών οι οποίες κρίνονται επείγουσες, π.χ ασφαλιστικά, προσωρινές, ποινικές παραγραφές, αυτόφωρα στο σύνολο των δικαστικών αιθουσών των Πρωτοδικείων και των Εφετείων, αύξηση δηλαδή των πινακίων με ταυτόχρονο ωραριακό διαχωρισμό έκαστης υπόθεσης.
Εν κατακλείδι, ελλόγως δημιουργούνται βάσιμες αμφιβολίες είτε για την επάρκεια και το υπόβαθρο αυτών που εξέδωσαν την συγκεκριμένη ΚΥΑ, είτε για την ουσιαστική σκοπιμότητά της, δεδομένου ότι πάσχει όχι μόνον νομικώς αλλά και σε επίπεδο πρακτικής εφαρμογής της. Τέλος δεν μπορεί να παραβλεφθεί το γεγονός ότι ούτε η υγεία του δικηγορικού σώματος προστατεύεται επαρκώς, ούτε όμως και η οικονομική επιβίωση του, ενώ επέκεινα πλήττεται ευθέως και η ίδια η ουσιαστική απονομή δικαιοσύνης, καθώς εν μέσω συνθηκών πανδημίας, η οριζόντια αναστολή του συνόλου των δικονομικών προθεσμιών συνιστά πρώτα και πρίν από όλα πραγμάτωση της νομικής έννοιας της ανωτέρας βίας, της αρχής της ισότητας των όπλων αλλά ως συστατικά του δίκαιου χαρακτήρα μίας δικαστικής απόφασης.
Μπιθέλη Νάντια, Δικηγόρος ΜΔΕ


