Κορίτσι στην εφηβεία

Προβλήματα συμπεριφοράς παιδιών και εφήβων

Μέρος Δεύτερο

Περίληψη προηγουμένου

Οι οικονομικές, κοινωνικές και πολιτισμικές αλλαγές των τελευταίων ετών, καθώς και η κρίση των ηθικών και κοινωνικών αξιών, οδήγησαν στην διόγκωση των προβλημάτων συμπεριφοράς ενηλίκων και ανηλίκων. Γονείς και εκπαιδευτικοί πρέπει να επαγρυπνούν και να ξέρουν τι εννοούμε με τον όρο συμπεριφορά, πότε μια συμπεριφορά είναι προβληματική, ποιοι παράγοντες οδηγούν στην εκδήλωση προβληματικής συμπεριφοράς, ποια είναι τα πιθανά προβλήματα που εμφανίζουν τα παιδιά στην παιδική και εφηβική ηλικία και τις συνέπειες που τα συνοδεύουν. Η γνώση όλων αυτών βοηθά να αναγνωρίζουν, να προλαμβάνουν και να αντιμετωπίζουν με επιτυχία τα προβλήματα των παιδιών και των εφήβων.

Πρόληψη – Αντιμετώπιση της προβληματικής συμπεριφοράς

Η συστηματική έρευνα και μελέτη της συμπεριφοράς βοήθησαν, ώστε να έχουμε σήμερα διαθέσιμες στρατηγικές και μεθόδους, με σοβαρές εγγυήσεις για την αποτελεσματική εφαρμογή τους. Μια τέτοια μέθοδος, για παράδειγμα, είναι η «μέθοδος τροποποίησης ή θεραπείας της συμπεριφοράς», η οποία περιγράφεται στο βιβλίο μας «Προβλήματα συμπεριφοράς στη σχολική ηλικία» (Χρηστάκης, 2001, 2011:171-227. Αλλά η χρήση τους προϋποθέτει εκπαίδευση και επιμόρφωση που δεν μπορούμε να απαιτούμε από όλους τους εκπαιδευτικούς και πολύ περισσότερο από τους γονείς. Για το λόγο αυτό, προκειμένου να βοηθηθούν γονείς και εκπαιδευτικοί στην προσπάθειά τους να προλαμβάνουν ή να αντιμετωπίζουν τα προβλήματα συμπεριφοράς, παραθέτουμε μερικές οδηγίες, διευκρινίζοντας, ότι δεν υπάρχουν συνταγές. Κάθε παιδί είναι μια ιδιαίτερη προσωπικότητα και, συνεπώς, όποια παρέμβαση κάνουμε πρέπει να εξατομικεύεται και να προσαρμόζεται, με βάση τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και τις ανάγκες του συγκεκριμένου παιδιού.

Πρόληψη

Είναι κοινά αποδεκτό, ότι η πρόληψη είναι προτιμότερη από τη θεραπεία. Μερικές γενικές αρχές που βοηθούν προς την κατεύθυνση αυτή είναι οι παρακάτω:

α. Για τους γονείς

1. Φροντίζουν για την καλή οργάνωση και λειτουργία της οικογένειας.
2. Εξασφαλίζουν καλές ενδοοικογενειακές σχέσεις. Η σχέση του παιδιού με τους γονείς και τα αδέλφια του είναι σημαντική. Η οικογένεια είναι ένα οικοσύστημα, με σοβαρές αλληλεπιδράσεις μεταξύ των μελών του.
3. Παρακολουθούν συστηματική, αλλά διακριτικά το παιδί. Πού πηγαίνει, τι κάνει όταν βγαίνει από το σπίτι κ.λπ.
4. Φροντίζουν να είναι «καλό παράδειγμα». Τα καλύτερα πρότυπα για τα παιδιά είναι οι γονείς και οι δάσκαλοι.
5. Αποδέχονται το παιδί όπως είναι, με τις χάρες του και τα ελαττώματά του.
6. Τονίζουν τα καλά και αγνοούν, όσο αυτό επιτρέπεται, τα αρνητικά του στοιχεία.
7. Αναγνωρίζουν και επαινούν κάτι καλό που έχει ή κάνει το παιδί.
8. Επαινούν το παιδί δημόσια για κάτι καλό που έχει ή κάνει και το παρατηρούν ιδιωτικά, όταν είναι οι δυο τους.
9. Συζητούν με το παιδί κάτι που κάνει και δεν είναι σωστό ήρεμα και όχι επικριτικά και «διατακτικά». Το «κήρυγμα» δεν αρέσει στα παιδιά και ιδιαίτερα στον έφηβο.
10. Σε κάθε περίπτωση η αμοιβή είναι προτιμότερη από την ποινή. Αν είναι αναπόφευκτο να τιμωρήσουμε το παιδί πρέπει πρώτα να τού δώσουμε να καταλάβει γιατί τιμωρείται και να το βεβαιώσουμε ότι δεν το τιμωρούμε για να το κάμουμε να πονέσει ή για να το εκδικηθούμε, επειδή δεν συμπεριφέρεται όπως εμείς θέλουμε. Και, βέβαια, σε καμιά περίπτωση δεν επιτρέπεται ο ξυλοδαρμός –αυτό άλλωστε απαγορεύεται δια νόμου– ή άλλου είδους ποινές που εξευτελίζουν το παιδί και μειώνουν την αξιοπρέπειά του. Για παράδειγμα, η στέρηση εξόδου, τηλεόρασης κ.λπ., είναι μια ποινή που κρίνεται λιγότερο επώδυνη και αποτελεσματική. Είναι αυτονόητο, ότι όλα αυτά εξατομικεύονται, ανάλογα με την ηλικία και τα ατομικά χαρακτηριστικά του παιδιού. Η στέρηση γλυκού π.χ. μπορεί να είναι μια καλή ποινή για το παιδί μικρής ηλικίας, αλλά δεν σημαίνει τίποτα για έναν έφηβο.
11. Πλησιάζουν το παιδί με ειλικρίνεια, του δείχνουν εμπιστοσύνη και συζητούν μαζί του, ακούγοντας με σεβασμό τη γνώμη του. Συνδιαλέγονται μαζί του. Όχι εγώ μιλάω και το παιδί απλώς ακούει. Αυτό δεν είναι συζήτηση. Είναι «κήρυγμα».

Είναι αλήθεια, ότι όλα αυτά είναι εύκολα όταν τα λέμε, αλλά δύσκολα όταν τα πράττουμε. Για την επιτυχή εφαρμογή τους απαιτείται: υπομονή, επιμονή, δύναμη, πίστη στο σκοπό μας, μεθοδικότητα και αισιοδοξία. Η συνεργασία των γονέων μεταξύ τους και με το προσωπικό του σχολείου είναι μια καλή βάση για την πρόληψη των προβλημάτων συμπεριφοράς των παιδιών και των εφήβων.

β. Για τους εκπαιδευτικούς.

1. Φροντίζουν να είναι καλά οργανωμένα και να λειτουργούν σωστά το σχολείο και η τάξη.
2. Ξεκινούν με βάση ότι όλα τα παιδιά είναι καλά παιδιά και δεν κάνουν διακρίσεις.
3. Εκπαιδευτικοί και παιδιά μαζί διαμορφώνουν τους κανόνες της τάξης από την αρχή της χρονιά. Τι επιτρέπεται και τι δεν επιτρέπεται.
4. Οργανώνουν και σχεδιάζουν τη διδασκαλία όσο καλύτερα γίνεται.
5. Χρησιμοποιούν ενεργητικές μεθόδους διδασκαλίας.
6. Προβάλλουν και επαινούν συστηματικά τα θετικά χαρακτηριστικά των παιδιών και αγνοούν, στο βαθμό που αυτό είναι επιτρεπτό, τα αρνητικά τους στοιχεία.
7. Φροντίζουν οι ίδιοι να είναι καλά πρότυπα για τους μαθητές τους.
8. Η στάση του εκπαιδευτικού προς τους μαθητές του πρέπει να προκαλεί ευχάριστα συναισθήματα, συμπάθεια, εμπιστοσύνη και ασφάλεια στα παιδιά.
9. Καλλιεργούν καλές δεξιότητες σε σχέση με τις δραστηριότητες στην τάξη, όπως είναι η δεξιότητα της συνεργασίας κ.λπ.
10. Καλλιεργούν γενικά καλές προσωπικές δεξιότητες στους μαθητές τους, όπως είναι η δεξιότητα του αυτοελέγχου κ.λπ.

Αντιμετώπιση

Αν δεν προληφθούν, αλλά εμφανιστούν προβλήματα συμπεριφοράς, τότε για την  αντιμετώπισή τους, γονείς και εκπαιδευτικοί πρέπει να προσπαθούν έγκαιρα και συστηματικά, χρησιμοποιώντας έστω εμπειρικές διαδικασίες και τεχνικές.

Πρέπει να πούμε, ότι πολλοί γονείς με το αισθητήριο που τους έχει προικίσει η φύση, καθώς και εκπαιδευτικοί, με την ψυχοπαιδαγωγική κατάρτιση που διαθέτουν σήμερα, συχνά κάνουν πράγματα που μας εκπλήσσουν. Ωστόσο, γονείς και εκπαιδευτικοί μπορούν να αισθάνονται περισσότερο ασφαλείς και να έχουν καλύτερα αποτελέσματα, αν ακολουθήσουν την παρακάτω απλή διαδικασία. Η διαδικασία αυτή περιλαμβάνει δύο βασικά ερωτήματα, τα οποία πρέπει οι ίδιοι να θέτουν, αφού πρώτα εντοπίσουν και καταγράψουν, με όση περισσότερη ακρίβεια και σαφήνεια μπορούν, το πρόβλημα που πρέπει να αντιμετωπίσουν.

Ερώτημα 1ο. Τι φταίει και συμπεριφέρεται το παιδί έτσι;

Το ερώτημα αυτό βοηθά να αναζητηθούν και να εντοπιστούν οι παράγοντες που προκαλούν την προβληματική συμπεριφορά. Όταν, για παράδειγμα, η μαμά του Δημήτρη¹ αντί να συνεργαστεί με το σχολείο και τον σύμβουλο και να βρουν λύση για την ατίθαση συμπεριφορά του παιδιού, λέει «εγώ το παιδί μου το θέλω νταή και ατσίδα», εύκολα καταλαβαίνει κανείς, ότι ένας σημαντικός παράγοντας που προκαλεί αυτή τη συμπεριφορά του Δημήτρη είναι η λανθασμένη αγωγή της οικογένειας.

Ωστόσο, πρέπει να υπογραμμίσουμε, ότι συνήθως η συμπεριφορά είναι προϊόν εξωτερικών παραγόντων, σε συνδυασμό με τα ατομικά χαρακτηριστικά του παιδιού. Συνεπώς, δεν πρέπει να επαναπαυτούμε, και να νομίσομε ότι το παραπάνω ερώτημα απαντήθηκε πλήρως. Μπορεί να υπάρχουν και άλλοι παράγοντες, που πρέπει να εντοπιστούν. Γι’ αυτό, αν η μαμά αλλάξει τη δική της συμπεριφορά (αγωγή της οικογένειας), αλλά η συμπεριφορά του Δημήτρη δεν αλλάζει σε εύλογο χρόνο, πρέπει να ζητήσουμε τη βοήθεια ειδικού.

Αν εντοπιστούν οι αιτιολογικοί παράγοντες, τότε πάμε στο επόμενο ερώτημα.

Ερώτημα 2ο. Τι πρέπει να κάμω, για να βοηθήσω το παιδί, ώστε να βελτιώσει και σιγά σιγά να αλλάξει τη συμπεριφορά του;

Από το σημείο αυτό αρχίζει το πιο σημαντικό έργο. Γονείς και εκπαιδευτικοί βοηθούν το παιδί να αλλάξει τη συμπεριφορά του, με διορθωτικές παρεμβάσεις, ακολουθώντας τα παρακάτω βήματα:

Βήμα 1ο. Έλεγχος των αρνητικών παραγόντων.
Στην περίπτωση του Δημήτρη, για παράδειγμα, η μαμά πρέπει να καταλάβει και να δεχτεί ότι η αγωγή που δίδει στο παιδί δεν είναι σωστή και πρέπει να αλλάξει.

Βήμα 2ο. Έλεγχος των συνθηκών κάτω από τις οποίες εκδηλώνεται η αρνητική συμπεριφορά.
Μπορεί, για παράδειγμα, να βρεθεί, ότι η συμπεριφορά του Δημήτρη σήμερα ήταν πολύ βίαιη, γιατί το βράδυ είδε στην τηλεόραση μια ταινία με πολύ βίαιες  σκηνές ή γιατί το πρωί πριν φύγει για το σχολείο οι γονείς του καβγάδισαν κ.λπ. Συνεπώς, όταν προσπαθούμε να αναλύσουμε και να ερμηνεύσουμε μια συμπεριφορά, πρέπει να ψάξουμε και να βρούμε τι έχει προηγηθεί, που μπορεί να επηρέασε τη συμπεριφορά του παιδιού. Και, βέβαια, αν εντοπίσουμε συνθήκες που ενοχοποιούνται, τότε πρέπει να τις αλλάξουμε ή, αν δεν μπορούμε να τις αλλάξουμε, να τις βελτιώσουμε.

Βήμα 3ο. Έλεγχος των συνεπειών που προκύπτουν από την αρνητική συμπεριφορά για το παιδί.
Καμιά συμπεριφορά δεν εκδηλώνεται χωρίς συνέπειες, άλλοτε ήπιες και άλλοτε εντονότερες. Στην περίπτωση π.χ. του Δημήτρη, δέχεται παρατηρήσεις και συστάσεις από τους δασκάλους του, οι συμμαθητές του τον απορρίπτουν γιατί γίνεται ενοχλητικός και το σημαντικότερο, τον επόμενο χρόνο, μαθητής πρώτης γυμνασίου, προσήχθη στο αστυνομικό τμήμα με την κατηγορία του εμπρηστή .² Έτσι, μπορεί να γίνει ένας κατάλογος με τους αιτιολογικούς παράγοντες, τις συνθήκες και τις συνέπειες που ακολουθούν.

Βήμα 4ο. Έλεγχος της δικής μας στάσης και συμπεριφοράς.
Πολλές φορές οι γονείς, επηρεασμένοι από τα δικά τους πρότυπα και τις δικές τους αντιλήψεις, συμπεριφέρονται με λάθος τρόπο στα παιδιά τους ή τουλάχιστον δεν συμπεριφέρονται με τον τρόπο που ταιριάζει σε κάθε παιδί. Πολλοί γονείς έχουν προσέξει και μας λένε, ότι κάθε παιδί τους χρειάζεται το δικό του τρόπο, τον δικό του χειρισμό.

Ωστόσο, μερικές φορές, για να αλλάξουμε τη συμπεριφορά των παιδιών χρειάζεται να αλλάξουμε πρώτα τη δική μας συμπεριφορά. Θα ήταν πολύ εγωιστικό και άδικο να απαιτούμε από το παιδί να αλλάξει τη συμπεριφορά του, ενώ εμείς μένουμε αμετακίνητοι στη δική μας

Δεν είναι κακό να ρωτούμε πότε πότε τα παιδιά μας «τι από ό,τι κάνω για σένα, κατά τη γνώμη σου, δεν είναι σωστό και θα ήθελες να αλλάξει;». Πολλοί γονείς μας έχουν εκμυστηρευτεί, ότι λειτουργώντας έτσι, παρατήρησαν ότι τα παιδιά τους βελτίωσαν τη συμπεριφορά τους, αλλά βελτιώθηκαν και οι ίδιοι.

Αφού γίνει όλη αυτή η διαδικασία και επισημανθούν όλα αυτά που αναφέρονται παραπάνω, ακολουθεί το τελευταίο βήμα, το οποίο απαιτεί προσοχή και τακτ.

Βήμα 5ο. Συζήτηση με το παιδί.
Ο γονιός / εκπαιδευτικός συνεργάζεται και συζητά με το παιδί το πρόβλημα. Αλλά προσοχή !!! με διακριτικότητα, με ειλικρίνεια, χωρίς προκατάληψη, με σεβασμό στην προσωπικότητά του. Στόχος της συζήτησης είναι να καταλάβει το παιδί ότι:

• Η συμπεριφορά του είναι ένα πρόβλημα που αφορά το ίδιο και πρέπει το ίδιο να βοηθήσει να λυθεί.
• Η συμπεριφορά είναι δική του και μόνο το ίδιο το παιδί μπορεί να την αλλάξει. Ο γονιός / εκπαιδευτικός είναι πρόθυμος να το βοηθήσει να πάει καλύτερα.
• Η συμπεριφορά αυτή δεν είναι κάτι σπουδαίο, που το βοηθά να προβάλλεται και να εκτιμάται από τους άλλους. Αντίθετα, το ζημιώνει και το μειώνει στα μάτια των άλλων. Παράλληλα γίνεται προσπάθεια να επισημάνουν μαζί αρνητικές συνέπειες που η συμπεριφορά αυτή προκαλεί.
• Είναι αυτονόητο, ότι α) γονείς και εκπαιδευτικοί συζητούν και αποφασίζουν μαζί με το παιδί τι πρέπει να κάμουν, (καθορισμός στόχων), και πώς θα εργαστούν για να πετύχουν τους στόχους (ενθάρρυνση, κίνητρα, συμφωνίες, συμβόλαια κ.λπ.) και β) αν ακολουθεί η παραπάνω διαδικασία, αλλά μετά από εύλογο χρόνο δεν έχουν ικανοποιητικά αποτελέσματα, πρέπει να αναζητήσουν και να συμβουλευτούν ένα ειδικό.

Επίλογος

Ο μεγάλος παιδαγωγός Δημήτρης Γληνός είπε:

«Ο μόνος τρόπος να ζήσει και να πεθάνει κανείς σαν άνθρωπος είναι να ζήσει και να πεθάνει για ένα ιδανικό».

Για τον γονέα / εκπαιδευτικό η αγωγή του παιδιού, ως έργο και ως υπευθυνότητα, δεν μπορεί παρά να είναι ένα ιδανικό. Το ιδανικό αυτό πραγματώνεται με τη δημιουργία ατόμων ελεύθερων, ικανών, απαλλαγμένων από προβλήματα, καλά προσαρμοσμένων, ώστε να είναι ωφέλιμα για τον εαυτόν τους και την κοινωνία. Ίσως αξίζει τον κόπο να αγωνιζόμαστε γι’ αυτό.

Επιλεγμένη βιβλιογραφία

Kirk, S. Gallagher, J Anastasiow, W. (2003). Educating Exceptional Children. Boston.
Κολιάδης, Ε. (2010). Συμπεριφορά στο σχολείο. (Επιστημονική επιμέλεια). Αθήνα. Γρηγόρης.
Molnar, A & Lindquist, B. (1998). Προβλήματα συμπεριφοράς στο σχολείο. Οικοσυστημική Προσέγγιση. Αθήνα. Ελληνικά Γράμματα. Επιμ. Καλαντζή-Azizi. Αθήνα. Ελληνικά Γράμματα.
Παναγάκος, Ι. Διαχείριση Προβλημάτων Συμπεριφοράς στη Σχολική Τάξη: Τεχνικές Πρόληψης και Παρέμβασης. http://ejurnals.epublishing.ekt.gr
Πουεσανίδου, Ε. Προβλήματα Συμπεριφοράς στην Τάξη και Παρέμβαση του Δασκάλου. http://ejurnals.epublishing.ekt.gr
Χρηστάκης, Κ. (2001, 2011). Προβλήματα συμπεριφοράς στη σχολική ηλικία. Αθήνα. Ατραπός / Διάδραση.
Χρηστάκης, Κ. (2011). Η εκπαίδευση των παιδιών με δυσκολίες. Εισαγωγή στην ειδική αγωγή. Τόμος Β΄. Αθήνα. Διάδραση.
Χρηστάκης, Κ. (2013). Το παιδί και ο έφηβος στην οικογένεια και στο σχολείο. Αθήνα. Γρηγόρης.
Χρηστάκης, Κ. Ο ρόλος των γονέων στην αγωγή και ανάπτυξη των παιδιών τους. (Ανασύρθηκε, 20/12/2015 από http://www.dyslexia-goneis.gr


  1. Ο Δημήτρης ήταν ένας μαθητής ΣΤ΄. τάξης του δημοτικού σχολείου σε ιδιωτικά εκπαιδευτήρια.. Όταν ο σύμβουλος των εκπαιδευτηρίων κάλεσε τη μητέρα, την ενημέρωσε για τη συμπεριφορά του παιδιού –ατίθαση, αντιδραστική, ενοχλητική κ.λπ – και της ζήτησε να συνεργαστούν για να βοηθηθεί ο Δημήτρης να αλλάξει την συμπεριφορά του, εκείνη απάντησε: «Δεν θέλω να αλλάξει τη συμπεριφορά του ο Δημήτρης. Εγώ το παιδί μου το θέλω νταή και ατσίδα!»
  2. Μια μέρα, που η τάξη του πήγε περίπατο λίγο έξω από την Αθήνα, έβαλε φωτιά σε ξερόκλαδα. Η φωτιά επεκτάθηκε και κλήθηκε η πυροσβεστική για να τη σβήσει.

Σχετικά με τον συντάκτη

Κώστας Χρηστάκης
Ειδικός Πάρεδρος ε.τ. του Π.Ι.

Αφήστε σχόλιο