Σήμα αναπηρικού αμαξιδίου πάνω σε βελάκι που δείχνει προς τα μπροστά και τίτλος άρθρου.
Πηγή Εικόνας: pixabay/geralt

Το Σεπτέμβρη του 2019 , η χώρα μας κλήθηκε να εξεταστεί για πρώτη φορά μετά την παρέλευση επτά ετών, από την Επιτροπή των Ηνωμένων Εθνών για τη Σύμβαση για τα δικαιώματα των ατόμων με αναπηρία, προκειμένου να διαπιστωθεί το επίπεδο προσαρμογής και συμμόρφωσης της Ελλάδας με τις επιταγές της ως άνω σύμβασης. Από τις σχετικές συστάσεις της Επιτροπής, προκύπτει ότι ενώ έχουν γίνει κάποια βήματα, χρειάζονται ακόμη γενναίες μεταρρυθμίσεις, ώστε να εναρμονιστούμε πλήρως τόσο νομοθετικά όσο και στην πράξη με τη φιλοσοφία και τις κατευθυντήριες γραμμές του δικαιωματικού μοντέλου. Η συγκεκριμένη σύμβαση δε δημιουργεί νέα δικαιώματα, αλλά επαναβεβαιώνει τα ήδη διατυπωμένα σε προγενέστερα διεθνή κείμενα, υπό το πρίσμα της διασφάλισης τους για τα άτομα με αναπηρία. Είναι η πρώτη σύμβαση διεθνούς οργανισμού, στην οποία η ΕΕ προσχώρησε και εκείνη ως αυθύπαρκτη οντότητα με νομική προσωπικότητα, παράλληλα με την κύρωση της από τα κράτη μέλη.

Στον πυρήνα των διατάξεων της σύμβασης, βρίσκεται το αρ.12 για την ισότητα ενώπιον του νόμου. Το οικείο άρθρο εκτείνεται σε πέντε παραγράφους, στις οποίες κατοχυρώνονται, το δικαίωμα αναγνώρισης της προσωπικότητας των ΑμεΑ, η δικαιοπρακτική τους ικανότητα σε όλες τις πτυχές της καθημερινής ζωής, και η διασφάλιση κατάλληλων και αποτελεσματικών εγγυήσεων για το σκοπό αυτό. Σύμφωνα με την ερμηνεία της Επιτροπής των Ηε για τη σύμβαση, αλλά και του ύπατου αρμοστή του ΟΗΕ για τα ανθρώπινα δικαιώματα, οι διατάξεις του αρ.12 υποχρεώνουν τα κράτη να εγκαταλείψουν το σύστημα της υποκαθιστώμενης λήψης των αποφάσεων, βάσει του οποίου τις περισσότερες φορές αποκλείεται η συμμετοχή των ατόμων με αναπηρία και να υιοθετήσουν ένα σύστημα υποστηριζόμενης λήψης των αποφάσεων, το οποίο θα βασίζεται στη βούληση του ατόμου με αναπηρία. Σύμφωνα με τις παρ.17 και 18 των τελικών συστάσεων, η Επιτροπή εκφράζει την ανησυχία της για την άρνηση ή τον περιορισμό της δικαιοπρακτικής ικανότητας που υφίστανται τα ΑμεΑ στην Ελλάδα και συνιστά στο συμβαλλόμενο κράτος να εναρμονίσει την νομοθεσία του με τη Σύμβαση, αντικαθιστώντας το σύστημα υποκαθιστώμενης λήψης αποφάσεων, συμπεριλαμβανομένων των μηχανισμών δικαστικής συμπαράστασης, με το καθεστώς της υποστηριζόμενης λήψης αποφάσεων που σέβεται την αυτονομία, τη βούληση και τις προτιμήσεις του ατόμου.

Σε θεωρητικό επίπεδο, υπάρχουν τρεις τρόποι προσέγγισης των νομικών πτυχών της δικαιοπρακτικής ικανότητας του ατόμου.

1. Με κριτήριο την κατάσταση του ατόμου (status based approach). Το άτομο χάνει τη δικαιοπρακτική του ικανότητα, με αποκλειστικό κριτήριο την ύπαρξη της αναπηρίας του, χωρίς να εξετάζονται άλλοι παράγοντες.

2. Με κριτήριο το αποτέλεσμα (outcome based approach). Το άτομο με αναπηρία μπορεί να λάβει λανθασμένες αποφάσεις για τα ζητήματα που το αφορούν, γι’ αυτό χάνει τη δικαιοπρακτική του ικανότητα.

3. Με κριτήριο τη λειτουργικότητα του ατόμου (function based approach). Εδώ εξετάζεται εξατομικευμένα η λειτουργικότητα του ατόμου και η ικανότητα του να λαμβάνει αποφάσεις.

Οι δύο πρώτες προσεγγίσεις προσιδιάζουν στο ιατρικό μοντέλο θεώρησης της αναπηρίας και δε συνάδουν με τη φιλοσοφία της σύμβασης. Η Τρίτη διαπνέεται από ένα πιο δικαιωματικό μοντέλο και βρίσκεται πιο κοντά στις επιταγές του άρθρου.

Στην Ελλάδα, προκειμένου να ευθυγραμμιστούμε με τις συστάσεις της Επιτροπής, απαιτείται η προσαρμογή του αστικού κώδικα στις διατάξεις της σύμβασης. Το μοντέλο της δικαστικής συμπαράστασης θεωρείται πλέον παροχυμένο, επειδή πολλές φορές αγνοεί και δε λαμβάνει υπόψη τη βούληση του συμπαραστατούμενου. Ειδικότερα, ο εν λόγω θεσμός, ρυθμίζεται από τις διατάξεις των άρθρων 1666-1688 του αστικού κώδικα και των άρθρων 801-806 του κώδικα πολιτικής δικονομίας. Στην πράξη σε δικαστική συμπαράσταση υποβάλλονται συνήθως άτομα με νοητική αναπηρία και άτομα με ψυχοκοινωνικές αναπηρίες.

Δικαστική Συμπαράσταση

Το άτομο που υποβάλλεται από το δικαστήριο σε αυτό το καθεστώς, στερείται μια σειράς αυτονόητων για όλους μας ατομικών δικαιωμάτων, προσωπικών και περιουσιακών. Δε μπορεί να συνάψει μια απλή σύμβαση, να ανοίξει έναν τραπεζικό λογαριασμό, να ψηφίσει στις εκλογές, να δημιουργήσει οικογένεια, χωρίς τη συναίνεση του δικαστικού του συμπαραστάτη. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί, η παντελής στέρηση του εκλογικού δικαιώματος, όσων τελούν σε πλήρη στερητική δικαστική συμπαράσταση, όσοι δηλ. δε μπορούν να ασκήσουν το δικαίωμα τους για δικαιοπραξία και ενεργεί αντί για αυτούς ο δικαστικός τους συμπαραστάτης.

Στον αντίποδα, το σύστημα υποστηριζόμενης λήψης αποφάσεων, προκρίνει τη βούληση του ατόμου και σε περίπτωση αδυναμίας έκφρασης της, προσπαθεί στο μέτρο του δυνατού να τη συναγάγει. Το άτομο είναι υποκείμενο αυτοπροσδιορισμού και αυτοδιάθεσης και δέχεται ανάλογα με την περίπτωση, την παροχή της αναγκαίας υποστήριξης, για την επίτευξη της ουσιαστικής ισότητας στην άσκηση των δικαιωμάτων του. Τα άτομα που διαβιούν σε κλειστές δομές περίθαλψης, σε αρκετές περιπτώσεις δε μπορούν να διατυπώσουν τη βούληση τους. Τότε πρέπει να γίνει προσπάθεια να εντοπιστεί η εικαζόμενη βούληση και με βάση αυτήν να ενεργήσει το πρόσωπο που θα παράσχει την υποστήριξη. Προς θετική κατεύθυνση κινείται το Εθνικό Σχέδιο Δράσης για τα Δικαιώματα των Ατόμων με Αναπηρία, στο στόχο 3 του οποίου, προβλέπεται η άρση των αντιφάσεων για ζητήματα ορισμού της αναπηρίας και δικαιοπρακτικής ικανότητας, κατόπιν διαβούλευσης με τους εμπλεκόμενους φορείς. Περαιτέρω για τη μετάβαση σε ένα πιο δικαιωματικό σύστημα λήψης αποφάσεων, θα μπορούσε να ακολουθηθεί ένα μοντέλο διαχωρισμένο σε δύο φάσεις, με βραχυπρόθεσμούς και μακροπρόθεσμους στόχους.

Σε πρώτη φάση θα πρέπει να ενισχυθεί ο θεσμός της επικουρικής δικαστικής συμπαράστασης, ώστε ο υποστηρικτής να λειτουργεί με γνώμονα τη βούληση του υποστηριζόμενου και παράλληλα να περιοριστεί η πλήρης στερητική δικαστική συμπαράσταση στις απολύτως αναγκαίες περιπτώσεις. Στη συνέχεια θα πρέπει να προβούμε στη θεσμοθέτηση ενός ολοκληρωμένου συστήματος υποστηριζόμενης λήψης αποφάσεων, δηλαδή ενός συνολικού πλέγματος υπηρεσιών και εργαλείων που ανάλογα με τις συνθήκες και τις ανάγκες του ατόμου του επιτρέπουν να λαμβάνει τις αποφάσεις που το αφορούν, με την διευκόλυνση του υποστηρικτή και την παράλληλη λειτουργία μηχανισμών προστασίας και ελέγχου.

Ενόψει των ανωτέρω διαπιστώνουμε την αδήριτη αναγκαιότητα βελτίωσης αυτής της πτυχής του νομικού μας συστήματος, προκειμένου να διασφαλιστεί η απρόσκοπτη άσκηση των δικαιωμάτων των ατόμων με αναπηρία σε ίση βάση με το γενικό πληθυσμό.

Σχετικά με τον συντάκτη

Άγκαθα Καρρά
Δικηγόρος

Αφήστε σχόλιο

ΧΟΡΗΓΟΙ

Επιστροφή στην κορυφή