Θολωμένη εικόνα από σκηνή εγκλήματος και φαίνεται μόνο η κορδέλα που γράφει "crime scene"

Μέσα σε λέξεις θες να βάλεις τη ζωή σου
Να κρύψεις τις ενοχές
Να ξορκίσεις τους φόβους…

Εύη Μελά-Αλεξιάδη, Αποτυπώματα

Οι τραγικές περιπτώσεις δολοφονιών ανυπεράσπιστων γυναικών έχουν τον τελευταίο καιρό αναθερμάνει τη συζήτηση τόσο ως προς την υιοθέτηση του όρου “γυναικοκτονία”,όσο και ως προς την αυστηρότερη τιμωρία του δράστη. Δεν σκοπεύω να εισέλθω σε λεπτά ζητήματα δογματικού ποινικού δικαίου και σε συνταγματοθεσμικούς κινδύνους από τη διάσπαση του γενικού όρου “ανθρωποκτονία”. Αυτό που μ’ ενδιαφέρει στο σημερινό άρθρο είναι η εγκληματολογική πτυχή της δήθεν “εγκληματικής” ηθικής [την οποία συχνά επικαλείται ο δράστης].

Από το γαλλικό νομικό όρο “élément moral” [ηθικό στοιχείο], ο οποίος εκφράζει την ψυχική σχέση ενοχής/υπαιτιότητας μέχρι τον αγγλικό όρο “moral insanity” [ηθική παραφροσύνη] ή μέχρι τον “ηθικό αυτουργό”, από τις τύψεις και την ψυχοηθική προσωπικότητα του εγκληματία, ο οποίος προσβάλλει “τα στοιχειώδη ηθικά συναισθήματα” [επικαλούμενος λόγους προσωπικής ηθικής(sic)], για πολλούς η έννοια του Κακού ενυπάρχει στην έννοια του εγκλήματος αίματος. Η μαγικοθρησκευτική παράμετρος της νομοθεσίας δεν έχει εκλείψει παντελώς, μολονότι η παραπομπή στην αμαρτωλή ανθρώπινη φύση, προκειμένου να επιβληθεί ποινή, δεν πείθουν ως προς την αυτοτελή εγκληματογόνο αξία των ηθικών “επιχειρημάτων” των δραστών. Τα εγκληματογόνα κίνητρα μπορεί να έχουν αρνητική αξία [απαξία] αλλά δεν είναι επιστημονικά ορθό να χαρακτηρίζονται ως “προϊόντα του Κακού” ή “της κακιάς στιγμής”.

Ο δράστης ξέρει τι κάνει και ξέρει γιατί το κάνει.

Το έγκλημα συνιστά και ένα ηθικό γεγονός [fait moral], πράξη δηλαδή παραβίασης ενός ηθικού αλλά και δικαιικού, κανόνα. Η ηθική συνείδηση, εάν κι εφόσον σχετίζεται με ύψιστα/ανώτερα αγαθά [κι όχι με στυγερά εγκλήματα] μπορεί να υπερβαίνει την ηθική της Δικαιοσύνης.

Αν η ηθική φιλοσοφία της πράξης [εγκληματικής και μη] συνδέεται με την υποκειμενική εκτίμηση του δρώντος για την αξία του προσβαλλόμενου αγαθού κι αν η “προσωπική ηθική” του δρώντος διαμορφώνεται από διάφορα παραδείγματα, ιδεολογίες και αντιλήψεις, τούτο δεν σημαίνει ότι η Δικαιοσύνη παραμένει ουδέτερη ή απαθής. Η “ιδιοκτησιακή πεποίθηση” κατοχής της ζωής των άλλων μελών της οικογένειας, και ιδίως της συζύγου, από μεριάς του δράστη δεν συνιστά μέρος μιάς ιδιότυπης ηθικής αλλά ένδειξη/απόδειξη μιάς αντικοινωνικής αντίληψης, η οποία πολύ εύκολα μπορεί να καταστεί εγκληματογόνος.

Η ηθική ως μορφή κοινωνικής συνείδησης, ως Morality συμπεριλαμβάνει τρεις τουλάχιστον παραμέτρους: κανόνες, αρχές, ιδανικά [rules,principles,ideals] γι’ αυτό πρέπει οι σχετικές κρίσεις/αποφάσεις να συνδέονται με την ελευθερία και την ευθύνη κι όχι με ατομικές [εκ του πονηρού κι εκ των υστέρων] πεποιθήσεις. Πώς μπορεί άλλωστε να λειτουργήσει ειρηνικά μιά Πολιτεία όταν υπάρχουν τόσοι “ηθικοί νόμοι” όσοι οι κάτοικοι της χώρας [βλέπε κατάλοιπα βεντέτας, εγκλήματα τιμής κλπ]” η αν η κοινωνική αδράνεια “νομιμοποιεί” τον “εκ του πληγωμένου εγωισμού” ενεργήσαντα εγκληματία;

Οι πάσης φύσεως σκοπιμότητες “τεχνητής ηθικής” [moral artifice] που επινοούν οι δράστες για να υπερβούν τις επιταγές του δικαίου, ως συστήματος ηθικών κρίσεων[Αριστοτέλης, Πολιτικά] δεν πρέπει να παρασύρουν την κοινή γνώμη.

Μολονότι οι ένθεν/κακείθεν νέοι εργολάβοι ηθικής[moral entrepreneurs] επιχειρούν να επιβάλλουν το δικό τους ηθικό βαρόμετρο είναι δεδομένο ότι σε μιά χώρα “ανοικτής ηθικής” το ηθικό επίπεδο των πολιτών θα καθορίσει τελικά ποιοί κανόνες συμπεριφοράς πρέπει να ρυθμιστούν δικαιϊκά, ή το πού και πότε επιτυγχάνεται συναίνεση περί του Καλού και του Κακού για την κοινωνία συνολικά.

Αν και “ο νόμος μιλάει και προστάζει εκεί όπου η ηθική σωπαίνει και σωπαίνει εκεί που η ηθική προστάζει’’ ήρθε νομίζω η ώρα και στην Ελλάδα να ξαναδούμε τις σχέσεις Κράτους, Κοινωνίας, Δικαίου και Ηθικής, υπεύθυνα, ελεύθερα, χωρίς φόβο και χωρίς πάθος.

Ηθικό συμπέρασμα:

οφείλουμε ν’ αποηθικοποιήσουμε την επιχειρηματολογία των δραστών, ν’ απομυθοποιήσουμε τα “εγκλήματα αίματος” και να πάψουμε να ψάχνουμε [εκ του πονηρού;] τη συμμετοχή του θύματος στο τελεσθέν έγκλημα.

Οι περιπτώσεις των πρόσφατων γυναικοκτονιών ίσως να μας παρέχουν μία τέτοια ευκαιρία αναστοχασμού και θαρραλέων αποφάσεων.

ΥΓ. “Σε μία μόνο κηδεία
έθαψα τόσους πολλούς” [Ελένη Μπουκαούρη, άθελά μας]

Σχετικά με τον συντάκτη

Γιάννης Πανούσης
Καθηγητής πανεπιστημίου στον κλάδο της εγκληματολογίας και πολιτικός.

Αφήστε σχόλιο

ΧΟΡΗΓΟΙ

Επιστροφή στην κορυφή