Η 3η Δεκεμβρίου δεν είναι πανάκεια.
Είναι υπενθύμιση και, αν είμαστε ειλικρινείς, είναι και ένδειξη καθυστέρησης. Γιατί όσο εξακολουθούμε να χρειαζόμαστε μια Παγκόσμια Ημέρα για τα ανάπηρα άτομα, τόσο επιβεβαιώνεται:
ότι η ισότητα δεν έχει γίνει ακόμη κανονικότητα.
Ότι η συμπερίληψη παραμένει αίτημα, όχι δεδομένο.
Ότι η πρόσβαση εξακολουθεί να αντιμετωπίζεται ως “ευαισθησία” και όχι ως δικαίωμα.
Βλέπω κάθε χρόνο το ίδιο μοτίβο: δηλώσεις, φωτογραφίες, συγκινητικές ιστορίες, hashtags.
Και την επόμενη μέρα;
Επιστρέφουμε στη γνώριμη πραγματικότητα της πόλης που δεν χωράει, της εργασίας που διστάζει, του σχολείου που αποκλείει, της υγείας που δεν προσαρμόζεται, του δημόσιου λόγου που «μας θυμάται» μόνο όταν πρέπει να φανεί ανθρώπινος.
📅 Η 3η Δεκεμβρίου κινδυνεύει να γίνει ένα κοινωνικό άλλοθι: “είδαμε, είπαμε, τιμήσαμε”. Αλλά η ισότητα δεν τιμάται. Κατοχυρώνεται.
Κι αν θέλουμε να μιλήσουμε σοβαρά για το τι σημαίνει να είσαι ανάπηρος στην Ελλάδα του 2025, πρέπει να μιλήσουμε με όρους δομής, όχι διάθεσης. Με όρους θεσμών, όχι φιλανθρωπίας. Με όρους πολιτικής ισότητας, όχι «παροχών». Γιατί η αναπηρία δεν είναι προσωπική ατυχία. Είναι κοινωνική και πολιτική κατάσταση: προκύπτει όταν ο κόσμος χτίζεται για κάποιους, και οι υπόλοιποι καλούνται να «προσαρμοστούν» σε εμπόδια που δεν έφτιαξαν.
Το “να γίνουν πολλά πράγματα” δεν είναι σύνθημα. Είναι συγκεκριμένη ατζέντα.
Να ξεκινήσουμε από την εκπαίδευση. Από εκεί που φτιάχνεται ο τρόπος με τον οποίο μια κοινωνία βλέπει τον άνθρωπο. Συν-εκπαίδευση από το νηπιαγωγείο, όχι παράλληλοι δρόμοι και «ειδικοί χώροι» που μας μαθαίνουν από νωρίς ποιος “ανήκει” και ποιος “περισσεύει”. Σχολεία σχεδιασμένα για όλους: προσβάσιμα κτήρια, υποστηρικτικές υπηρεσίες, κατάλληλο υλικό, κατάρτιση εκπαιδευτικών, και, κυρίως, μια κουλτούρα που δεν μετρά τη διαφορετικότητα ως πρόβλημα αλλά ως φυσικό κομμάτι της ζωής.
Να περάσουμε στην εργασία. Εκεί που κρίνεται αν η ισότητα είναι δικαίωμα ή φιλανθρωπία. Οι εύλογες προσαρμογές δεν είναι χάρη. Είναι προϋπόθεση για να δουλέψει κάποιος, να εξελιχθεί, να δημιουργήσει. Χρειάζονται κίνητρα, έλεγχοι, αντιμετώπιση των προκαταλήψεων στις προσλήψεις, αλλά και μια νέα αντίληψη ότι ο ανάπηρος εργαζόμενος δεν «εντάσσεται». Συμμετέχει ισότιμα στην παραγωγή, στον πλούτο, στην αξιοπρέπεια.
Και ύστερα είναι ο δημόσιος χώρος και οι θεσμοί. Η πόλη, οι μετακινήσεις, οι υπηρεσίες, τα ΜΜΕ, οι πολιτικές διαδικασίες. Αν δεν μπορείς να μετακινηθείς, να ενημερωθείς, να τακτοποιήσεις μια υποχρέωση χωρίς εμπόδια, τότε δεν μιλάμε για “δυσκολίες”. Μιλάμε για αποκλεισμό. Καθολικός σχεδιασμός, ψηφιακή προσβασιμότητα, προσβάσιμη επικοινωνία, και θεσμοί που δεν θυμούνται τη συμπερίληψη μόνο όταν κάνουν εκδήλωση. Η δημοκρατία δεν μπορεί να είναι προσβάσιμη μόνο σε όσους περνούν εύκολα την πόρτα.
Τέλος, ο πιο κρίσιμος κόμβος: υγεία και υποστήριξη στην καθημερινότητα. Συνέχεια στη φροντίδα, ισότιμη πρόσβαση σε υπηρεσίες, αλλά και μετατόπιση από το μοντέλο «σας φροντίζουμε» στο μοντέλο «έχετε έλεγχο της ζωής σας». Προσωπική βοήθεια, ανεξάρτητη διαβίωση, υποστήριξη στην κοινότητα. Γιατί το ζητούμενο δεν είναι να “σε εξυπηρετήσουν”. Είναι να μπορείς να ζήσεις όπως επιλέγεις.
Αν η 3η Δεκεμβρίου έχει νόημα, είναι μόνο ως σημείο απολογισμού και δέσμευσης. Όχι ως γιορτή. Όχι ως πανηγυρικό. Αλλά ως ερώτηση που μας εκθέτει: τι αλλάξαμε πραγματικά; Και τι θα αλλάξουμε από αύριο, όχι «κάποτε»;
Για μια κοινωνία που επιτέλους θα σταματήσει να ζητά από τους ανθρώπους να χωρέσουν στα εμπόδια της.
Πηγή: Εφημερίδα “Politcal”


