Τρεις φωτογραφίες: Ο Γρηγόρης Χρυσικός με το ηλεκτροκίνητο αμαξίδίο του στο κέντρο της Αθήνας. Η Μαρία Κωνσταντίνου στο αρχιτεκτονικό γραφείο και ο Γιώργος Μυρανάκης στο γήπεδο του μπάσκρτ.
Φωτογραφίες: ΘΑΛΕΙΑ ΓΑΛΑΝΟΠΟΥΛΟΥ για την «Κ»

Το «Κ» συνάντησε τρεις ανθρώπους που κινούνται με αμαξίδιο, πέρασε χρόνο μαζί τους και τους ρώτησε για όλα

από τον Βύρωνα Κριτζά για την «Κ»
Πρέπει να είναι λίγο περίεργο. Βασικά, πρέπει να είναι πολύ περίεργο να θέλεις να μιλήσεις σε μια κοπέλα στο μπαρ και να πρέπει να σύρεις τις ρόδες σου προς αυτήν, να την ακουμπήσεις στο μπούτι και να την αναγκάσεις να σκύψει για να σε ακούσει, την ώρα που πάνω σου στάζει μια σταγόνα τζιν τόνικ. Ο Γρηγόρης Χρυσικός μού το περιγράφει και χαμογελάει. Ένα τέτοιο θέμα ήθελα να κάνω: να ζητήσω από ανθρώπους να μιλήσουν για την κινητική τους αναπηρία ρεαλιστικά, χωρίς μελοδραματισμούς, με δόσεις χιούμορ αλλά και με υποδείξεις για το τι πρέπει να αλλάξει.

Οικογένεια και μπάσκετ

Ο πρώτος που συναντώ είναι ο Γιώργος Μυρωνάκης, 50 ετών, γραφίστας, πατέρας δύο 5χρονων αγοριών και ένας από τους πιο θετικούς ανθρώπους που έχω γνωρίσει παίρνοντας συνεντεύξεις. Στο καθιστικό του σπιτιού του στο Παλαιό Φάληρο, αισθανόμενος την αμηχανία μου, θυμάται μια ιστορία: «Έλεγα σε έναν γονιό ότι πηγαίνω τα παιδιά στο νηπιαγωγείο με το αμάξι. Τρωγόταν να ρωτήσει πώς το κάνω, αλλά φοβόταν κιόλας μη με φέρει σε δύσκολη θέση…». Πώς το κάνει λοιπόν; «Στην αρχή, όταν δεν είχα μυϊκή δύναμη, χρησιμοποιούσα σανίδα. Την έβαζα ανάμεσα στο κάθισμα του αυτοκινήτου και το αμαξίδιο και ουσιαστικά γλιστρούσα πάνω της. Αυτό κράτησε λίγο καιρό. Μετά άρχισα να χρησιμοποιώ τη ζώνη ασφαλείας. Μπλοκάρω τη ζώνη σε ένα σημείο, στηρίζω το βάρος μου σε αυτήν, ουσιαστικά κρεμιέμαι έξω από το αυτοκίνητο και λύνω τις ρόδες του αμαξιδίου. Ύστερα κάθομαι και με το αριστερό χέρι περνάω το σπαστό αμαξίδιο στη θέση του συνοδηγού. Αυτή η διαδικασία κρατάει λιγότερο από ένα λεπτό».

Στο σπίτι κινείται άνετα («μόνο την μπανιέρα έχω αφαιρέσει, για ασφάλεια»). Κάθε πρωί πηγαίνει τα παιδιά στο νηπιαγωγείο και τα παίρνει. Ψωνίζει από το σούπερ μάρκετ, βγαίνει βόλτες, επισκέπτεται φίλους. Στα εστιατόρια, αν υπάρχει αναμονή, συνήθως του δίνουν προτεραιότητα. «Εκεί νιώθω και λίγο άσχημα, γιατί παίρνω τη θέση κάποιου. Επίσης, κάθε έξοδος σε μαγαζί έχει το άγχος της. Αν η τουαλέτα είναι στο υπόγειο ή στον πρώτο όροφο; Αν δεν χωράω να μπω στην τουαλέτα;» Τα μακρινά ταξίδια με αεροπλάνο τα αποφεύγει. Όπως και τις διακοπές σε νησιά. «Παρέες δεν στερήθηκα ποτέ, πάντως. Ούτε ένιωσα ποτέ ότι είναι κάποιος φίλος μου επειδή με λυπάται».

Έχουν πάντα δίκαιο τα άτομα με αναπηρία;

Η κουβέντα μας πηγαίνει στον θυμό που εκδηλώνουν ενίοτε κάποια άτομα με αναπηρία. Έχουν πάντα δίκιο; Πριν από λίγα χρόνια, εκφράζοντας την άποψη ότι ένας ανάπηρος δεν μπορεί να αντεπεξέλθει στις απαιτήσεις μιας θεατρικής παράστασης, ο πρώην καλλιτεχνικός διευθυντής του Εθνικού, Στάθης Λιβαθινός, κατηγορήθηκε από την Κίνηση Ανάπηρων Καλλιτεχνών για «βαθιά ριζωμένο μισαναπηρισμό». Ο Γιώργος θυμάται ένα άλλο περιστατικό: «Είχα πάει στο “Καραϊσκάκη” να δω αγώνα. Όπως ήμουν εκεί στις θέσεις των ΑμεΑ, μας πλησίασε ένας παίκτης της αντίπαλης ομάδας να εκτελέσει πλάγιο. Ήταν δίπλα μου ένας ανάπηρος, ο οποίος δεν φαντάζεσαι τι βρισιές κατέβασε στον παίκτη! Αυτός ο άνθρωπος, όπως τον έκοψα, πιστεύω ότι έβγαζε κακία και λόγω της αναπηρίας του. Είναι κάτι πολύ σπάνιο. Αλλά ναι. Συμβαίνει».

Στο καθιστικό του Γιώργου τα φώτα είναι έντονα. Ένα χριστουγεννιάτικο δέντρο με λαμπάκια, παιχνίδια στο πάτωμα, παιδικά βιβλία, επιτραπέζια. Σε μια στιγμή ξεπροβάλλουν τα αγόρια του. Περπατάνε στις μύτες των ποδιών μέχρι την εξώπορτα, για να μην ενοχλήσουν, και φεύγουν μαζί με τη Βαρβάρα, τη μαμά τους.

«Πριν από λίγες μέρες, τα ρώτησα: “Αισθάνεστε άσχημα που ο μπαμπάς σας είναι σε αμαξίδιο, ενώ οι άλλοι μπαμπάδες δεν είναι;”. Τίποτα. Μια χαρά!

»Μάλιστα κάποιες φορές περνάω από το σχολείο στο διάλειμμα και κάνουν σαν παλαβά. “Ελάτε να δείτε τον μπαμπά μας!” Μαζεύονται γύρω μου δεκαπέντε πιτσιρίκια και με βομβαρδίζουν με ερωτήσεις. Σαν σελέμπριτι νιώθω!».

Ο Γιώργος χτύπησε σε τροχαίο στις 14 Αυγούστου του 2000. «Συνοδηγός ήμουν. Πέσαμε σε έναν γκρεμό στο Ρέθυμνο. Με έφεραν με ελικόπτερο στην Αθήνα, στο ΚΑΤ, κάθισα ενάμιση μήνα εκεί και μετά πήγα Γερμανία. Στο τρίμηνο πάνω, μετά από κάποιες επεμβάσεις, άρχισα να συνειδητοποιώ την κατάσταση. Γιατί εγώ είχα πάει στη Γερμανία με τη λογική ότι θα περπατήσω…». Το turning point, η στιγμή που κάτι άλλαξε μέσα του, ήρθε μέσα από μια εικόνα που είδε: «Στην κλινική μας υπήρχε ένας βαριά τετραπληγικός, που μπορούσε να κουνήσει μόνο το κεφάλι. Πώς ήταν ο Σούπερμαν, ο Κρίστοφερ Ριβ; Με αυτόν λοιπόν κάναμε παρέα. Μια μέρα μπαίνω στο δωμάτιο και δίπλα του ήταν ένας βοηθός, ο οποίος πρέσαρε το στήθος του με βίαιες κινήσεις, για να βγάλει τα φλέγματα. Θυμάμαι βγήκα έξω δακρυσμένος. Εκείνη την ώρα συνειδητοποίησα ότι είμαι τυχερός. Και γύρισα σελίδα. Έβαλα πρόγραμμα και ξεκίνησα τη ζωή μου από την αρχή». Τη σύζυγό του τη γνώρισε δέκα χρόνια μετά. «Δουλεύαμε στην ίδια εταιρεία. Αυτή 23 ετών τότε, εγώ 37. Παρά το νεαρό της ηλικίας της, η Βαρβάρα ήταν πολύ συνειδητοποιημένη σε αυτό που έκανε. Και με βοήθησε σε πάρα πολλά πράγματα. Με έσπρωξε να ξεκινήσω το μπάσκετ και να κολυμπήσω στη θάλασσα με το σύστημα Seatrac, το οποίο είναι ελληνική πατέντα για άτομα με αναπηρία».

Για τον Γιώργο, η δύσκολη πίστα σήμερα δεν είναι ούτε η θάλασσα ούτε το βουνό. Είναι το κέντρο της Αθήνας. Στην ερώτηση τι χρειάζεται να αλλάξει, μου λέει τη γνωστή φράση-κλισέ: «Να το γκρεμίσουν και να το φτιάξουν από την αρχή. Εντάξει, την περίοδο των Ολυμπιακών Αγώνων έγιναν έργα. Αλλά βιαστικά, σαν “βιτρίνα”. Θέλει δουλειά ακόμα. Πολλές φορές, πάω να περάσω ένα σταυροδρόμι και, ενώ έχω ράμπα να κατέβω, από την απέναντι μεριά δεν έχω να ανέβω! Ή φτιάχνουν μια ράμπα, υποτίθεται, στη γωνία του πεζοδρομίου και το σκαλοπάτι παραμένει ψηλό. Εγώ ανεβαίνω. Κάποιος με πιο βαριά αναπηρία ή κάποιος πιο μεγάλος σε ηλικία θα δυσκολευτεί. Ενοχλητικά είναι επίσης τα δέντρα στα πεζοδρόμια. Όπως και τα σήματα οδικής κυκλοφορίας. Στην Ιταλία είχα δει ότι βάζουν το σήμα στην άκρη του πεζοδρομίου και με μια κλίση του σωλήνα που το κρατάει σχηματίζεται ένα τόξο. Οπότε περνάς από κάτω. Αυτό εξυπηρετεί και τον πεζό και τον ανάπηρο».

Του ζητάω να αναφέρει συγκεκριμένα σημεία του κέντρου που πάσχουν. «Ας πούμε στην Ερμού, στην Αιόλου, οι δρόμοι έχουν πεζοδρομηθεί μεν, αλλά είναι σαν καλντερίμια. Πολύ δύσκολο για το αμαξίδιο. Τραντάζεται όλο το σώμα. Συν το ότι μπορεί να μπλοκάρει ο τροχός μπροστά και να με φέρει τούμπα». Μια φορά στο Κολωνάκι, είχε πέσει: «Την Πατριάρχου Ιωακείμ κατέβαινα. Προεξείχε μια πλάκα ένα εκατοστό, μπλόκαρε ο τροχός και έφυγα μπροστά όλος. Με σήκωσαν κάτι περαστικοί. Ξαναλέω: Έχει γίνει δουλειά. Αλλά χρειάζεται πολλή ακόμα».

Δύο μέρες μετά, συναντώ τον Γιώργο στο κλειστό γήπεδο του Μετς. Θέλω να τον δω να παίζει μπάσκετ. Όταν το ρολόι δείχνει επτά, οι παίκτες της ομάδας του ΠΑΣΚΑ αφήνουν τα αμαξίδια με τα οποία έχουν έρθει και κάθονται σε άλλα. «Μιχάλη, τρέχα, ξεκινάμε», φωνάζει ο προπονητής Δημήτρης Σκλαβούνος σε έναν παίκτη. «Σιγά μην έρθω και περπατώντας, ρε κόουτς!». Η προπόνηση εξελίσσεται με υψηλά ντεσιμπέλ, όμως ο Γιώργος παίζει ήρεμα. Χωρίς φωνές. Τα αμαξίδια κυλάνε πάνω-κάτω στο τερέν.

Στα μαρκαρίσματα κουτουλάνε και τραντάζονται, σαν συγκρουόμενα αυτοκινητάκια. Η πλάκα είναι ότι οι παίκτες έχουν να αντιμετωπίσουν μια πρόσθετη δυσκολία: σχεδόν κάθε φορά που μπαίνει καλάθι, η μπάλα παγιδεύεται στο διχτάκι και χρειάζεται μια άλλη μπάλα για να ξεκολλήσει. Περίπου αυτό που συνέβη δηλαδή με τον Γιώργο και τη Βαρβάρα.

ο Γιώργος Μυρωνάκης, στο γήπεδο του μπάσκετ. Βρίσκεται στο αμαξίδιό του και γύρω του είναι και άλλοι αθλητές σε αμαξίδιο.

Η δύναμη του τώρα

Στην οδό Αχαρνών, δυτικά της Κυψέλης, το σκηνικό θυμίζει συνοικία του Μπανγκλαντές. Μικροσκοπικά μανάβικα, κομμωτήρια, στέκια street food, πεζοί που διασχίζουν τον δρόμο απρόσεκτα. Οδηγώ κατά μήκος και σκέφτομαι ότι οι άνθρωποι εδώ, πιθανότατα ζουν διαφορετικά από ό,τι περίμεναν. Στρίβοντας στη Θήρας, χτυπάω το κουδούνι των Serial Architects. Η Μαρία Κωνσταντίνου με περιμένει στο meeting table, χαμογελαστή, φωτεινή, μπροστά από εκατοντάδες πολύχρωμα αρχιτεκτονικά βιβλία. Επικρατεί μια αμηχανία. Ξεπερνιέται γρήγορα με τη ζεστασιά όλων των κοριτσιών του γραφείου αλλά και του κέικ σοκολάτα που μου προσφέρουν.

H Μαρία έπαθε βαρύ εγκεφαλικό επεισόδιο πριν από περίπου δέκα χρόνια. Σήμερα έχει ατελή τετραπληγία (παράλυση των τεσσάρων άκρων, με διατήρηση ωστόσο κάποιας κινητικότητας) και δυσκολία στην ομιλία. Συζητάμε με τη βοήθεια εκτυπωμένων σημειώσεων – απαντήσεων σε ερωτήσεις που έχω στείλει τρεις μέρες πριν. Η Μαρία τις έχει αποστηθίσει. Μου τις λέει προφορικά, σε αργό ρυθμό. «Με ρωτήσατε τι περιλαμβάνει η μέρα μου. Κατ’ αρχάς να πω ότι οι πρωινές διαδικασίες, όλα αυτά που θεωρούνται δεδομένα, σε κάποιον με κινητικές δυσκολίες παίρνουν απίστευτα πολύ χρόνο. Στη συνέχεια, η μέρα μου περιλαμβάνει θεραπείες για την αποκατάστασή μου, εντός και εκτός σπιτιού, ενημέρωση για τις εξελίξεις διαδικτυακά, σόσιαλ μίντια, λίγη ζωγραφική, ίσως κάποια βόλτα – και λίγη TV το βράδυ. Όλα αυτά με την απαραίτητη συμβολή ενός προσωπικού βοηθού».

Υπάρχει και κάτι ακόμα: Μία με δύο φορές την εβδομάδα η Μαρία αφήνει το σπίτι της στο Μαρούσι και κατεβαίνει μέχρι την Αχαρνών (40 λεπτά με το αμάξι), όπου συμμετέχει εθελοντικά σε αρχιτεκτονικά πρότζεκτ. «Βοηθάω όσο μπορώ. Αυτή την περίοδο ασχολούμαι με την ανακαίνιση ενός διαμερίσματος στο κέντρο». Μου αναφέρει τις σπουδές της στο Μετσόβιο αλλά και τη γνωριμία με τις κοπέλες που σήμερα απαρτίζουν την ομάδα των Serial Architects. «Η λειτουργία ενός αρχιτεκτονικού γραφείου ήταν όνειρο ζωής για μένα και τις φίλες μου. Τις ευχαριστώ που με βοηθούν και με στηρίζουν».

Συνηθίζεται η αναπηρία;

Για τον κύκλο της, αναμενόμενα, το επεισόδιο ήταν ένα σοκ. «Αρχικά, τα πρώτα τρία χρόνια έπεσαν όλοι πάνω μου», θυμάται. «Στη συνέχεια έμειναν πιο κοντά περισσότερο οι καλοί φίλοι, οι γονείς, τα αδέρφια μου». Ρωτάω αν η αναπηρία συνηθίζεται. «Ένα μότο που με αντιπροσωπεύει είναι “καταλαβαίνεις πόσο δυνατός είσαι όταν το να είσαι δυνατός είναι και η μόνη σου επιλογή”. Φυσικά, πέρασα από όλα τα στάδια: άρνηση, στενοχώρια, θυμός, αποδοχή. Και κατέληξα, όπως λέει και το βιβλίο που διαβάζω (Η δύναμη του τώρα του Έκχαρτ Τόλε), στο ότι σημασία έχει το παρόν. Ούτε το παρελθόν ούτε το μέλλον. Κάνουμε ό,τι μπορούμε, με ό,τι διαθέτουμε αυτή τη στιγμή – και προχωράμε. Μαθαίνεις να ζεις με αυτό, λοιπόν, αλλά προσπαθείς να φτάσεις σε κάτι καλύτερο. Τουλάχιστον έτσι το βιώνω εγώ».

Σήμερα κάνει εργοθεραπείες, φυσιοθεραπείες, λογοθεραπείες, μαθήματα φωνητικής, συνεδρίες με ψυχολόγο και πισίνα. «Να αναφέρω επίσης τις εγχύσεις με αλλαντική τοξίνη και τα μπότοξ (στο σώμα, όχι στο πρόσωπο).

Όλα αυτά έχουν γίνει τρόπος ζωής. Χωρίς θεραπείες υπάρχει οπισθοδρόμηση. Οπότε είναι μονόδρομος». Κάθε τόσο προσπαθώ να σπάσω τον πάγο με αστεία. Ταυτόχρονα, έχω και το άγχος μην πω κάτι που θα τη φέρει σε δύσκολη θέση. Ρωτάω αν βγαίνει για ποτό. «Ναι. Απλώς τα μέρη με δυνατή μουσική τα αποφεύγω. Εγώ ακούω τα πάντα, οι άλλοι όμως δυσκολεύονται να με ακούσουν». «Οι άλλοι έχουν το πρόβλημα λοιπόν», της λέω. Γελάει.

Σε ένα από τα πιο μεγαλειώδη τραγούδια του, το November spawned a monster, o Μόρισεϊ περιγράφει τα βάσανα μιας ανάπηρης κοπέλας. Επισημαίνει ότι είναι όμηρος στις ρόδες της, αλλά και στην ευγένεια, στον οίκτο, στη συμπόνια των άλλων. Ανέκαθεν αναρωτιόμουν αν η υπερβολική καλοσύνη προς ένα άτομο με αναπηρία μπορεί να γίνει ενοχλητική. «Καταλαβαίνεις πότε είναι από ενσυναίσθηση και πότε όχι», μου εξηγεί η Μαρία. «Προσωπικά δεν με ενοχλεί». Ασφαλώς η κοινωνία μπορεί να κάνει τα άτομα με αναπηρία να νιώθουν καλύτερα μέσα από λεπτούς τρόπους, αλλά δεν μπορεί να σταματάει εκεί. Η Μαρία συμφωνεί: «Θα έπρεπε να υπάρχει κάποιος φορέας που να εξυπηρετεί τη μετακίνηση. Πρόσφατα επιχείρησα να βρω ταξί που δέχεται αμαξίδιο. Η διαδρομή που ήθελα κόστιζε 80 ευρώ. Υπάρχει εκμετάλλευση, δυστυχώς». Παρ’ όλα αυτά, γίνονται και κινήσεις: «Εδώ και λίγους μήνες έχει τεθεί σε εφαρμογή το πιλοτικό πρόγραμμα Προσωπικός Βοηθός για ΑμεΑ, που είναι κρατικό και ισχύει για δύο χρόνια. Στο εξωτερικό υπάρχει εδώ και δεκαετίες. Είναι πολύ σημαντικό να πετύχει και να συνεχιστεί».

Η συζήτηση περνάει στα προβλήματα μετακίνησης. Καλά μαντέψατε, είναι πολλά. «Μέχρι και στο ΟΑΚΑ υπάρχει ράμπα ανάβασης στο επίπεδο του δρόμου, η οποία καταλήγει σε σκαλί! Στην Ελλάδα δεν είναι ότι έχουμε λιγότερο κόσμο με αναπηρία απ’ ό,τι σε άλλες χώρες. Απλώς οι περισσότεροι μένουν στα σπίτια τους…». Όταν πια η συνέντευξη τελειώνει, παρατηρώ το πικάπ και την παλιά γραφομηχανή δίπλα μας. Προσπαθώ να αλλάξω θέμα. Δεν μου είναι εύκολο. «Οι μόνες στιγμές που ξεχνάω την αναπηρία», μου λέει η Μαρία, «είναι οι στιγμές που περνάω όμορφα με φίλους». Ύστερα μοιράζεται μια άλλη πληροφορία, που της δίνει ελπίδα: «Αυτόν τον καιρό είναι σε πειραματικό στάδιο ένα brain chip. Το μελετά η ομάδα του Έλον Μασκ και άλλοι. Αν πετύχει, είναι πιθανό σε κάποια χρόνια να μπορεί να διορθώσει τη βλάβη». «Υπομονή έχουμε;» ρωτάω. Με κοιτάει. Το σκέφτεται λίγο. «Μπορούμε να κάνουμε κι αλλιώς;».

Η Μαρία Κωνσταντίνου στο αρχιτεκτονικό γραφείο Serial Architects. Δίπλα στις ρόδες του αμαξιδίου της κάθεται ένας σκύλος με λευκό τρίχωμα.

Κάτι πιο ποπ

Το τρίτο πρόσωπο που συναντώ είναι ο Γρηγόρης Χρυσικός. Πιο δημοφιλής από τους προηγούμενους, λόγω της δράσης του με τους Cool Crips, μιας ομάδας που φιλοδοξεί να κάνει την αναπηρία μέινστριμ. Μαζί με τον συνεργάτη και φίλο του Σπύρο Νταντανίδη, ο οποίος ζει στην Κομοτηνή, ο Γρηγόρης έφτιαξε στα τέλη του 2020 ένα είδος κοινότητας που ήδη μετράει σχεδόν 24 χιλιάδες ακολούθους στο Instagram, αρκετά βίντεο στο YouTube και αρκετή προβολή. Του ζητάω να βρεθούμε στο Μοναστηράκι, στην πλατεία.

Θέλω να δω από κοντά τις δυσκολίες κυκλοφορίας στο κέντρο. Να βιώσω όλα αυτά που χρόνια τώρα ακούω, έστω και ως συνοδός.

Ο Γρηγόρης μένει στο Γουδή. Έρχεται Μοναστηράκι με το μετρό. Όταν φτάνω, είναι ήδη εκεί και με περιμένει σε ένα ηλιόλουστο σημείο. Κατευθυνόμαστε προς Ψυρρή. Το έδαφος της πλατείας έχει μια κλίση. Καθώς το κατεβαίνει, μου ζητάει να κρατήσω τις λαβές του αμαξιδίου από πίσω, για να μην κυλήσει στον δρόμο απότομα. Ύστερα μπαίνουμε στο στενάκι. «Εδώ αρχίζουν τα ωραία», μου κάνει.

Στο πεζοδρόμιο είναι αδύνατον να ανέβει, οπότε πηγαίνουμε απ’ τον δρόμο, κάνοντας χώρο κάθε τόσο στα αμάξια, αποφεύγοντας εμπόδια, ψάχνοντας τρόπους. «Όταν είμαι με φίλους και υπάρχει εμπόδιο, με σηκώνουν. Το θέμα είναι να μη χρειάζεται να γίνει αυτό. Κατά τα άλλα, την έξοδό μου την καθορίζει η τουαλέτα. Πηγαίνω πριν φύγω από το σπίτι, προσέχω τι πίνω όσο είμαι έξω – και ξέρω ότι έχω στη διάθεσή μου κάποιες ώρες». Περιγράφοντας πώς βιώνει τον αποκλεισμό, μου δίνει παραδείγματα. «Λέμε ότι μια γυναίκα πρέπει να είναι “αντράκι”. Της ζητάμε δηλαδή να προσαρμοστεί σε μια κοινωνία φτιαγμένη από άντρες. Αντίστοιχα και εμείς αναγκαζόμαστε να προσαρμοστούμε στην κοινωνία, ενώ το σωστό θα ήταν το αντίθετο. Να σ’ το πω αλλιώς: Σκέψου πώς θα ένιωθες σε έναν κόσμο φτιαγμένο για χρήστες αμαξιδίου, όπου όλα τα ταβάνια θα ήταν στο ενάμισι μέτρο. Έτσι νιώθουμε».

Κατά τη διάρκεια της φωτογράφισης, ο Γρηγόρης γίνεται αξιοθέατο. Ένας οδηγός πυροσβεστικής βγάζει το κεφάλι από το παράθυρο και κοιτάει. Πηγαίνω μέχρι το Σχεδία home της Κολοκοτρώνη και τον περιμένω να συνεχίσουμε την κουβέντα. Με το που κάθομαι, ενημερώνω την κοπέλα που σερβίρει ότι θα έρθει ένας φίλος μου με αμαξίδιο. Εκείνη βγάζει μια ράμπα στο πεζοδρόμιο και μου προτείνει να μετακινηθώ στο ψηλό τραπέζι. Όταν ο Γρηγόρης εμφανίζεται, από τα ηχεία ακούγεται το Everybody Hurts των R.E.M. Ο συνδυασμός εικόνας και τραγουδιού είναι κάπως αστείος, αν έχεις εντρυφήσει στο αυτοσαρκαστικό χιούμορ των Cool Crips, που μεταξύ άλλων καυτηριάζει την άγονη δραματοποίηση της αναπηρίας.

«Ουσιαστικά με το χιούμορ τι κάνουμε; Ρίχνουμε τις άμυνές σου, σε χαλαρώνουμε – και κάνουμε την προπαγάνδα μας ανενόχλητοι», λέει ο Γρηγόρης.

Το χιούμορ και οι διεκδικήσεις των Cool Crips είναι το ένα κομμάτι.

Προσωπικά τούς βλέπω και σαν εκπαιδευτές: Σε ένα Q&A που βρήκα στα stories του Instagram τους, απαντούν με τον πιο ακομπλεξάριστο τρόπο σε ερωτήσεις χρηστών, από τις πιο ασήμαντες («Πού φουσκώνετε τα λάστιχα του αμαξιδίου σας;») μέχρι τις πιο ουσιαστικές: «Τι κάνω αν η αναπηρία μου μου επηρεάζει την αυτοπεποίθηση;». Σε αυτό το τελευταίο γράφουν το εξής: «Πιστεύω θα σε βοηθήσει αν καταλάβεις ότι η αναπηρία πηγάζει κυρίως από τα κοινωνικά και αρχιτεκτονικά εμπόδια που σου επιβάλλονται και όχι από το σώμα σου. Εσύ είσαι ένα κομμάτι της ανθρώπινης ποικιλομορφίας».

Όταν του το αναφέρω, γνέφει καταφατικά. «Ακόμα και η φράση “άτομο με αναπηρία” δεν είναι σωστή. Γιατί ταυτίζει την αναπηρία με τη βλάβη. Το πρόβλημα, όμως, δεν είναι η αναπηρία. Το πρόβλημα είναι ο αποκλεισμός. Κι αν δεν δηλώσεις ότι υπάρχει αποκλεισμός, πώς θα τον αντιμετωπίσεις;» Ο Γρηγόρης πιστεύει ότι ο πιο σωστός όρος είναι «ανάπηρο άτομο», παρότι, όπως λέει, η λέξη «ανάπηρος» κουβαλάει ακόμα ένα στίγμα.

Ένα άλλο ζήτημα είναι το σεξουαλικό.

Αναρωτιόμουν αν αρμόζει να το θίξω ή όχι, μέχρι που είδα ότι οι Cool Crips μιλάνε γι’ αυτό με την ίδια άνεση που μιλάνε για όλα. «Οι επιθυμίες και οι ορμές υπάρχουν. Το θέμα είναι πώς τις καλύπτεις. Κατ’ αρχάς, ανάλογα με τη βλάβη του καθενός, μπορεί να υπάρξουν διάφορες ερωτογενείς ζώνες. Αυτό που χρειάζεται κυρίως είναι καλή επικοινωνία. Να εκφράσεις στον σύντροφό σου τι σου αρέσει». Κάτι που δεν γνώριζα είναι ότι υπάρχει και σχετική ειδικότητα. Σε πρόσφατο ρεπορτάζ της Καθημερινής, ο Δημήτρης Ζώρζος, ειδικευμένος σεξουαλικός βοηθός ατόμων με βλάβη, μιλάει για ένα επάγγελμα που στην Ελλάδα περιμένει ακόμα επίσημο νομικό πλαίσιο. «Ένα αρνητικό είναι ότι κατά την αποκατάσταση δεν υπάρχει σχετική εκπαίδευση», επισημαίνει ο Γρηγόρης. «Όταν χτύπησα, κανένας δεν ασχολήθηκε ιδιαίτερα με το κομμάτι του σεξ. Πιο πολύ ανέφεραν το αν θα μπορώ να κάνω παιδιά. Ρε σεις, είμαι 20 χρονών. Δεν θέλω να κάνω παιδιά. Να *** θέλω (γέλια)».

Ο Γρηγόρης σήμερα είναι 28. Χτύπησε στα 22, σε μια απλή βουτιά στη θάλασσα. «Έτρεξα με φόρα από την παραλία, ήταν ρηχά, έπεσα λίγο πιο κάθετα στην άμμο και έσπασα τον αυχένα μου». Την περίοδο εκείνη σπούδαζε στην ΑΣΟΕΕ και του είχαν μείνει τρία μαθήματα. «Το οποίο είχε πάρα πολλή πλάκα, γιατί λάγκαρε το σύστημα! Δεν τους είχε τύχει να μπαίνει κάποιος μη ανάπηρος και να βγαίνει ανάπηρος. Τελικά, έπιασα έναν έναν τους καθηγητές, τους είπα να δώσω προφορικά, δέχτηκαν και το λύσαμε».

Από πολύ νωρίς οι φίλοι του άρχισαν να κάνουν πλάκα με το θέμα της αναπηρίας. «Είναι ένας τρόπος να απομυθοποιήσεις το όλο πράγμα, να το ξεπεράσεις και να πας παρακάτω. Και προφανώς είναι και μια άμυνα. Αλλά δεν γίνεται αλλιώς. Κάθε φορά που βγαίνω έξω, αντιμετωπίζω δεκαπέντε εμπόδια. Αν θυμώσω με όλα, θα είμαι δυστυχισμένος. ΟΚ, προφανώς πρέπει να διεκδικείς, αλλά είναι και κουραστικό.

Δεν οφείλω σε κανέναν να διεκδικώ τα αυτονόητα.

Δεν μπορώ να τρελαίνομαι κάθε μέρα και να σπάω καθρέφτες. Δηλαδή, ΟΚ. Μια φορά ένας περαστικός έσπασε τον καθρέφτη ενός αυτοκινήτου, επειδή είδε ότι με εμπόδιζε. Χωρίς να του το ζητήσω. Αυτός τώρα νόμιζε ότι βοήθησε τον δυστυχισμένο ανάπηρο. Ή κάποιες φορές έρχονται από πίσω και με σπρώχνουν. Θα σου άρεσε καθώς κουβαλάς τα ψώνια να έρθει κάποιος να σου τα πάρει από το χέρι; Δηλαδή, ωραία η αλληλεγγύη, αλλά μη με πρήζεις κιόλας (γέλια)».

Oι περισσότεροι δεν έχουμε συναναστραφεί ποτέ ανάπηρο άτομο και η μη εξοικείωση προκαλεί ευτράπελα: «Μια φορά μού έδωσαν χρήματα στον δρόμο. Πενηντάλεπτο μάλιστα! Να πω τουλάχιστον ότι μου δώσανε καλά λεφτά…» (γέλια) Τον ρωτάω τι παίρνει από τα επιδόματα. «Σύνολο 950 ευρώ. Όμως το επίδομα είναι λίγο σαν παραδοχή ήττας. Είναι σαν να σου λένε: “Πάρε αυτά γιατί δεν μπορώ να βοηθήσω αλλιώς”. Το αμαξίδιo μου κοστίζει πέντε χιλιάρικα και το κράτος καλύπτει το ένα. Του Σπύρου, που είναι ηλεκτροκίνητο, κοστίζει δεκαπέντε χιλιάρικα. Είναι ταξικό το ζήτημα στην τελική. Τι θα γινόταν αν δεν είχαμε οικογένεια να μας στηρίζει; Τι θα γινόταν αν δεν είχαμε λεφτά να αγοράσουμε τον εξοπλισμό μας;»

Από τα ηχεία τώρα ακούγεται το Blackbird των Μπιτλς. Ο Γρηγόρης εργάζεται part-time σε μια ΜΚΟ που ασχολείται με ευρωπαϊκά προγράμματα.

Παράλληλα παίζει πινγκ πονγκ σε επίπεδο πρωταθλητισμού και ασχολείται με τους Cool Crips. «Στις 23 Δεκέμβρη έχουμε πάρτι στο Σεράφειο. Είσαι καλεσμένος, εννοείται». Τα όνειρά του; «Μέσα στο 2024 θέλω να νοικιάσω σπίτι και να μείνω μόνος. Μεγάλο βήμα. Επαγγελματικά μιλώντας, θέλω να μεγαλώσουν οι Cool Crips. Και ο μακρινός στόχος είναι να μη χρειάζονται οι Cool Crips. Να μη χρειάζεται δηλαδή να βγω εγώ για να δείξω ότι οι ανάπηροι δεν είναι ούτε δυστυχισμένοι ούτε σούπερ ήρωες». Πληρώνουμε και μαζεύουμε τα πράγματά μας. Ο Γρηγόρης κινείται προς την έξοδο. «Θέλετε βοήθεια;» τον ρωτάει η σερβιτόρα. «Το ’χω». Όταν βγαίνουμε έξω, με ρωτάει προς τα πού πάω. «Κολωνάκι». Με χαιρετάει ευγενικά και φεύγει προς την αντίθετη κατεύθυνση. Θα του πάρει χρόνο για να φτάσει. Αλλά θα τα καταφέρει.

Ο Γρηγόρης Χρυσικός στο κέντρο της Αθήνας με το ηλεκτροκίνητό αμαξίδιό του.

Σχετικά με τον συντάκτη

Η μοναδική, πλήρως προσβάσιμη για κάθε χρήστη, διαδραστική, κοινωνική πύλη ενημέρωσης στην Ελλάδα!

Αφήστε σχόλιο

ΧΟΡΗΓΟΙ

Επιστροφή στην κορυφή