οι Μούσες της αρχαίας μυθολογίας

ΟΙ ΜΟΥΣΕΣ ΚΑΙ ΤΟ ΠΑΙΔΙ

(Από την Αρχαία Ελληνική Μυθολογία)1

Στα παλιά χρόνια, πολύ πριν γεννηθεί ο Χριστός, ζούσε στους πρόποδες του Ελικώνα ένας δυνατός Έλληνας Βασιλιάς που τον έλεγαν Μ έ λ ι π π ο. Αυτός ο Βασιλιάς ακολουθώντας την ιδιαίτερη κλίση του, αφιερώθηκε με πάθος στην καλλιέργεια των Καλών Τεχνών. Γι΄ αυτό και κάθε χρόνο στο παλάτι του έκανε μια λαμπρή γιορτή για να τιμήσει τις Μούσες που ήταν οι θεές των Καλών Τεχνών και που από πολύ παλιά είχαν το ιερό τους κατάλυμα πάνω στον Ελικώνα.

Αλλά η σκοτεινή μοίρα αυτού του ωραιολάτρη Βασιλιά του έδωσε ένα μονάκριβο παιδί και μάλιστα μια θυγατέρα που δεν έμοιαζε καθόλου με τα άλλα βασιλόπουλα. Το βλέμμα του ήταν σβησμένο, το στόμα του λίγο λοξό, το δέρμα του πλαδαρό και ωχρό και οι κινήσεις των χεριών και των παιδιών του, παρ΄ όλο που άρχισε να μεγαλώνει, παρέμεναν αδρές και αδέξιες. Όταν ο Βασιλιάς είδε πως και η γυναίκα του έριξε όλη της την αγάπη σ΄ αυτό το σημαδεμένο από τους θεούς πλάσμα, το οδήγησε μια μέρα έξω από την πόλη. Εκεί το παρέδωσε σ΄ένα καλό ζευγάρι χωρικών και τους πλήρωσε καλά για να το φροντίζουν. Κοντά τους λοιπόν μεγάλωσε το ταπεινό και καθυστερημένο αυτό κοριτσάκι που δεν είχε όνομα και στο χωριό το λέγανε «το παιδί» κι έγινε κοπέλα.

Πέρα στην πολιτεία, μέσα στο παλάτι, η μητέρα της έλιωνε στη θλίψη γι΄ αυτήν και ο πατέρας της ολοένα και με μεγαλύτερο πάθος δινόταν στην καλλιέργεια των Καλών Τεχνών.

Το παιδί ζούσε τον περισσότερο καιρό στο ύπαιθρο. Μια μέρα ξεθαρρεύτηκε και πήγε λίγο πιο μακριά από την αυλή των θετών γονιών του. Έτσι, χωρίς να το καταλάβει, άρχισε να ανεβαίνει τον Ελικώνα ακουμπώντας σ΄ ένα ξερό ραβδί. Τι περίεργο όμως! Με κάθε βήμα αισθανόταν την καρδιά της πιο ανάλαφρη παρ΄ όλο που ολοένα και πιο πολύ ξεμάκραινε από τις κατοικίες των ανθρώπων. Αλλά και το τοπίο γύρω της γινόταν όλο και πιο αγαπητό. Λουλούδια που δεν τα είχε δει ποτέ ανοίχτηκαν μπροστά στη θαμπωμένη ματιά της, εξαίσιες δροσερές μυρωδιές ζωντάνεψαν τη λαχανιασμένη ανάσα της, κελαριστές πηγές που τ΄ ασημένια νερά τους ανάβλυζαν από μεγαλόπρεπες σπηλιές, ξάφνιασαν με τη μουσική τους και ξύπνησαν την κοιμισμένη ακοή της. Μ΄ αυτό η άπειρη κι αδύναμη αυτή κοπέλα δεν ένοιωθε καμιά κούραση κι΄ ανέβαινε όλο και πιο ψηλά. Έτσι έφτασε στην κορυφή του βουνού και φυσικά δε γνώριζε καθόλου πως εκεί την περίμενε μια πρωτόφαντη υποβλητική θέα: Εννέα κομψοί ναοί υψώνονταν γύρω από ένα ανθόσπαρτο λιβάδι. Επάνω στο πράσινο χαλί του εννέα πεντάμορφες παρθένες, η μια πιο όμορφη από την άλλη, τραγουδούσαν και χόρευαν. Ήταν οι Μούσες!

Όταν το ξένο κορίτσι φάνηκε μπροστά τους άφησαν αμέσως την διασκέδασή τους, το τριγύρισαν και άρχισαν να το ρωτάνε: «Από πού έρχεσαι; Ποια είσαι; Πού πας;». Αλλά το παιδί δεν ήξερε τίποτα να πει. Γελούσε μόνο αδέξια και για μια στιγμή ήταν κατάκοπο, έγειρε κάτω και αποκοιμήθηκε. Τότε κάθισαν κάτω γύρω γύρω από την κοιμισμένη οι Μούσες. «Για κοιτάξετε τώρα πόσο χλωμό είναι το δέρμα της! Μα αυτή είναι ένα άρρωστο ανθρώπινο παιδί. Δεν μας είπε τίποτε! Ίσως και να μην μπορεί καθόλου να μιλήσει!».

Το ειδικό παιδί

Έτσι προχωρούσε η συζήτηση. Τέλος αναρωτήθηκαν όλες μαζί. «Και τώρα τι θα κάνουμε μ΄ αυτό το παιδί;» Η απάντηση βέβαια σ΄ αυτή την ερώτηση ήταν μια: Να το βοηθήσουν!…

Αλλά επάνω σ΄αυτό δεν χωρούσε καμιά συζήτηση κι ακόμα δεν χρειαζόταν καν να το πουν. Όλες τους το ήξεραν και το ήθελαν. Στο «πώς» όμως θα γινόταν αυτή η βοήθεια ήθελαν η μια να ξεπεράσει την άλλη και πες πες κόντεψε η συζήτηση να καταλήξει σε καβγαδάκι. Στο τέλος όμως συμφώνησαν: «Εγώ θα την διδάξω να βαδίζει σωστά!», φώναξε η Μούσα του χορού κι έκαμε από τον ενθουσιασμό της ένα αμίμητο πήδημα. «Κι εγώ θα την διδάξω να μιλάει!», φώναξε η Μούσα της ευγλωττίας!». «Κι εγώ θα τη διδάξω να παίζει όλα τα όργανα!», φώναξε η Μούσα της μουσικής και χτύπησε παλαμάκια δείχνοντας την ευτυχία που ένοιωσε. Έτσι με τη σειρά κάθε μια από τις Μούσες δήλωσε τι ιδιαίτερο θα έκανε για το παιδί.

Και αυτό έγινε. Δεκατέσσερα χρόνια το παιδί παρακολουθούσε μαθήματα κοντά σε όλες τις Μούσες και έδειξε μεγάλη επιμέλεια. Έτσι μπόρεσε να αλλάξει και να γίνει ένας νέος άνθρωπος. Το παιδί έγινε σιγά σιγά μια γεροδεμένη κοπέλα, που προχωρούσε με σιγουριά και ακολουθούσε με κατανόηση το σχολείο των Μουσών και τις ασκήσεις για να κατακτήσει τις Καλές Τέχνες. Και απομακρύνθηκε τόσο από την παλιά κατάσταση, ώστε η εικόνα εκείνη του «παιδιού» να θυμίζει κάτι το μακρινό και ξεπερασμένο.

Έτσι μια μέρα παρουσιάστηκε μπροστά στις θεϊκές της δασκάλες και υπέβαλε σ΄ αυτές την παρακάτω παράκληση: «Δώστε μου, σας παρακαλώ, ένα αληθινό όνομα και αφήστε με να γυρίσω στους ανθρώπους». Εκεί, από ευγνωμοσύνη γι΄ αυτό που εσείς κάνατε για μένα, θέλω να διδάξω τις Καλές Τέχνες σε όλα εκείνα τα παιδιά που είναι έτσι, όπως ήμουνα μια φορά εγώ».

Η χαρά των Μουσών όταν άκουσαν αυτά, δεν περιγράφεται. Έδωσαν στο «άλλοτε παιδί» το όνομα Α γ ά θ η, που θα πει «καλοσύνη», και την συνόδεψαν στο κατέβασμά της από τον Ελικώνα.

Έτσι οι Μούσες έμαθαν στους ανθρώπους τη θεραπευτική δύναμη των Καλών Τεχνών.

Στο ειδικό σχολείο τα πρώτα και κύρια μαθήματα δεν είναι τα «γράμματα» που απευθύνονται στο «λογικό», αλλά τα «καλλιτεχνικά μαθήματα» που απευθύνονται στο «θυμικό». Τα μαθήματα αυτά είναι: ρυθμική, χορός, παιγνίδι, μουσική, τραγούδι, απαγγελία, θέατρο, σχέδιο, ζωγραφική κ.λπ. Αυτά μπορούν να ονομαστούν «μαθήματα της προσωπικότητας». Αυτά δίδουν το θεμέλιο και τον σκελετό για να σταθεί γερά και να υψωθεί ισόρροπα η προσωπικότητα, όσο βέβαια το επιτρέπουν οι δυνάμεις του παιδιού.

Εάν δεν ξυπνήσει η ορμή και η χαρά στο παιδί για κίνηση, παιγνίδι, για ομιλία και μάθηση, για εργασία κ.λπ., δεν θα μάθει να παίζει, να μαθαίνει, να μιλάει, να εργάζεται. Οι εξελικτικοί λειτουργικοί μηχανισμοί δεν κινητοποιούνται. Πολύ δε περισσότερο δεν κινητοποιούνται στο ειδικό παιδί οι υπολειπόμενοι και ελαττωματικοί «λειτουργικοί μηχανισμοί» και δεν αναπληρώνονται με νέους. Το έργο της ειδικής αγωγής, χωρίς τη «θυμική θεμελίωση», μοιάζει με το γέμισμα του Πίθου των Δαναΐδων.

Ο αρχαίος μύθος του σχολείου των Μουσών σε μας τους Ειδικούς. Παιδαγωγούς διδάσκει πολλά. Ως Έλληνες μας κάνει ιδιαίτερα περήφανους. Η ιδέα αυτή ξεκίνησε από τον τόπο μας ντυμένη σ΄ ένα τόσο ωραίο και πλαστικό μύθο, που μόνο το Αρχαίο Ελληνικό πνεύμα ήξερε να δημιουργεί. Έτσι, σε μας τους Έλληνες ειδικούς παιδαγωγούς μπαίνει και το καθήκον να μεταφέρουμε το «Σχολείο των Μουσών» στα σχολεία μας και να βοηθήσουμε αποτελεσματικά το ειδικό παιδί!

Σημείωση: Μπορεί από τότε μέχρι σήμερα (1962 2019) να έχουν σημειωθεί σοβαρές εξελίξεις και αλλαγές σε ό,τι αφορά την εκπαίδευση του «ειδικού παιδιού», αλλά οι ιδέες και οι παιδαγωγικές αρχές που περικλείονται στον μύθο αυτό παραμένουν αναλλοίωτες. Το θυμικό, για όλα τα παιδιά με αναπηρία και ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες και ιδιαίτερα για τα παιδιά με νοητική υστέρηση, εξακολουθεί να είναι η στέρεη βάση από την οποία αρχίζει και στην οποία στηρίζεται η όλη προσπάθεια για την εξελικτική πορεία και την εκπαίδευσή του.


1.Δημοσιεύτηκε στο Γερμανικό περιοδικό LEBENSHIFE HERT II, 1962. MARBURG. Μετάφραση και σχόλια Κώστας Καλαντζής, Ειδικός παιδαγωγός, Δρ. Φιλ. Επιμέλεια Κώστας Χρηστάκης.

Σχόλια: Το σχολείο των Μουσών, ο θεραπευτικός δρόμος δηλαδή μέσα από τις Καλές Τέχνες, που μας δείχνει ο αρχαίος Ελληνικός μύθος, είναι σήμερα η πρώτη και βασική απαίτηση και αρχή όχι μόνο της θεραπευτικής παιδαγωγικής, αλλά και κάθε ψυχοθεραπευτικής αγωγής του ανθρώπου.

Για την «καθυστερημένη προσωπικότητα», που είναι η συνολική εικόνα του «Ειδικού Παιδιού», ο μόνος δρόμος προσπέλασής της, με σκοπό την εξελικτική και κοινωνική βοήθεια, είναι ο δρόμος του «θυμικού», του «συναισθηματικού». Αυτός ο ίδιος δρόμος των Καλών Τεχνών.

Σχετικά με τον συντάκτη

Κώστας Χρηστάκης
Ειδικός Πάρεδρος ε.τ. του Π.Ι.

Αφήστε σχόλιο