Μητέρα με κλειστά μάτια και τα χέρια σηκωμένα και ανοιχτά στο ύψος περίπου του στήθους της. Δύο παιδιά από πίσω της που τρέχουν και παίζουν. Βρίσκονται γύρω από το τραπεζάκι του σαλονιού.

Στο συγκεκριμένο άρθρο θα μελετηθεί η ρύθμιση του στρες ως μια διαπροσωπική διεργασία η οποία καθορίζεται σε μεγάλο βαθμό από το πλαίσιο των οικογενειακών εμπειριών του ατόμου και των πρώιμων οικογενειακών του σχέσεων.

Το στρες αποτελεί ένα βιολογικό, συμπεριφορικό , συναισθηματικό και κοινωνικό φαινόμενο, όπου εμφανίζεται, ενεργοποιείται και ρυθμίζεται με διαφορετικό τρόπο σε κάθε οργανισμό. Ο τρόπος με τον οποίο ο κάθε οργανισμός αποκτά τις δικά του χαρακτηριστικά ως προς το σύστημα του στρες καθορίζεται σε σημαντικό βαθμό από το εξωτερικό περιβάλλον και τις επιδράσεις του. Ιδιαίτερα σε σημαντικές αναπτυξιακές περιόδους του ατόμου το περιβάλλον θα καθορίσει σε σημαντικό βαθμό την ανάπτυξη βιολογικών συστημάτων όπως το σύστημα του στρες. Η ποιότητα της ζωής της παιδική ηλικίας , επομένως , θα διαμορφώσει την συναισθηματική ανθεκτικότητα του ατόμου. Αυτό σημαίνει πως ο ρόλος της οικογένειας ως του βασικότερου περιβάλλοντος του παιδιού είναι κομβικό για την μελλοντική ψυχική υγεία του ατόμου. Καθώς η βιβλιογραφία που συνδέει το στρες με την οικογένεια είναι πολυάριθμη και αγγίζει πολλές θεματικές, στην συγκεκριμένη εργασία θα γίνει αναφορά σε τρείς σημαντικές έννοιες: την προσκόλληση, την συν-ρύθμιση και την τριγωνοποίηση. Και οι τρεις έννοιες συνδέονται με τις βιολογικές διεργασίες του στρες, και εν τέλει με την διαμόρφωση ανθεκτικότητας ή ευπάθειας.

Ο Freud συνεχίζει να επιβεβαιώνεται πάνω από έναν αιώνα μετά:

Η ποιότητα της παιδικής ηλικίας ως παράγοντας που συσχετίζεται με το άγχος του ενήλικα.

Βασική αρχή της αναπτυξιακής ψυχολογίας αποτελεί το εύρημα ότι οι ατομικές διαφορές σχετικά με την ανταπόκριση των ατόμων στο στρες προέρχονται από τις εμπειρίες του ατόμου εντός του οικογενειακού του συστήματος . Η ευπάθεια στο στρες, δηλαδή η υψηλή ανταποκρισιμότητα στα στρεσογόνα ερεθίσματα, σχετίζεται με τις πρώιμες οικογενειακές εμπειρίες. Η συσσώρευση στρεσογόνων εμπειριών εντός του οικογενειακού πλαισίου φαίνεται να μπορεί να προβλέψει δυσκολίες στην διαχείριση του άγχους στην ενήλικη ζωή. Αυτά τα ευρήματα συμφωνούν με την συσσωρευτική θεωρία του στρες, σύμφωνα με την οποία η αθροιστική συσσώρευση στρεσογόνων εμπειριών στις ζωές των ατόμων βαθμιαία μειώνουν την ικανότητά τους να αντιμετωπίζουν το stress  και διαμορφώνουν υπόβαθρο συμπτωματολογίας σε οργανικό επίπεδο. Πράγματι εντοπίζεται και σε βιολογικό επίπεδο η σχέση του πρώιμου στρες με ευπάθεια στο άγχος. Αυτό συνεπάγεται ότι οι ατομικές διαφορές στο πώς οι άνθρωποι βιώνουν άγχος εξηγούνται με βάση το πρώιμο ιστορικό τους με τα βασικά πρόσωπα φροντίδας.

Ο μηχανισμός της “συν-ρύθμισης”

Ένα φαινόμενο που έχει ενδιαφέρον είναι αυτό της «συν-ρύθμισης» των συστημάτων του στρες των ατόμων στην ίδια οικογένεια. Με τον όρο «συν-ρύθμιση» αναφερόμαστε στην αλληλεξαρτώμενη ψυχοφυσιολογία των ατόμων της ίδια οικογένειας/ομάδας και αναφερόμαστε ιδιαίτερα στους μηχανισμούς του συστήματος του στρες. Ειδικότερα, εννοούμε τον συνεχή συντονισμό των συμπεριφορικών, συναισθηματικών και φυσιολογικών συστημάτων των ατόμων εντός της οικογένειας. Σε αυτό το φαινόμενο μπορούμε να αποδώσουμε δύο ερμηνείες :η πρώτα αφορά στο γεγονός ότι η ομάδα/οικογένεια μοιράζεται τις ίδιες εμπειρίες και τα ίδια εξωτερικά ερεθίσματα, με αποτέλεσμα να προκαλούνται πανομοιότυπες αντιδράσεις στα μέλη της. Η δεύτερη ερμηνεία του συγχρονισμό είναι εξελικτική και αφορά στην επιβιωτική του χρησιμότητα. Όταν εμφανίζεται μια εξωτερική απειλή η οποία γίνει αντιληπτή από ένα μέλος της ομάδας, τα σημάδια της αγχώδους αντίδρασης θα εκληφθούν από τα υπόλοιπα μέλη ως προειδοποιητικά σήματα. Αυτό σημαίνει ότι τα υπόλοιπα μέλη θα βιώσουν κι εκείνα στρες με αποτέλεσμα να μπουν σε διαδικασία fight/flight. Εν τέλει, ο συγχρονισμός με το μέλος που αντιλήφθηκε πρώτο την απειλή θα προξενήσει συμπεριφορές προστασίας της ομάδας και τελικά θα αποσύρει την αρχική απειλή.

Έτσι, ο συγχρονισμός εξυπηρετεί στην προστασία της ομάδας και στην επαναφορά της ομοιόστασης των ατόμων. Ειδικά όταν αναφερόμαστε σε σχέσεις παιδιού-φροντιστή, αυτή η λειτουργία είναι πολύ σημαντική, καθώς το παιδί χρησιμοποιεί τον φροντιστή ως άτομο αναφοράς προκειμένου να εντοπίζει απειλητικά ερεθίσματα. Με βάση αυτήν την υπόθεση, το distress των φροντιστών του παιδιού μπορεί να επηρεάσει έμμεσα το σύστημα του στρες του παιδιού, οδηγώντας σε συντονισμό και , άρα, υπερενεργοποίηση.

Η «συν-ρύθμιση» είναι μια ασυνείδητη διαδικασία, καθώς τα άτομα δεν έχουν επίγνωση ότι το σώμα τους βρίσκεται σε εγρήγορση λόγω του ότι συντονίζεται με το σώμα άλλου μέλους της ομάδας.

Για το ίδιο φαινόμενο έχει χρησιμοποιηθεί και ο όρος «συγχρονισμός», ως μια διαδικασία όπου σε πραγματικό χρόνο βλέπουμε συντονισμό στην λειτουργία των συστημάτων γονέα και παιδιού, και ιδιαίτερα όταν παρατηρούμε ότι η αλλαγή στο ένα σύστημα επιφέρει αλλαγή και στο άλλο. Για παράδειγμα , βρέθηκε, ότι με την έναρξη μια αγχώδους αντίδρασης στον γονέα, η ίδια αγχώδης αντίδραση παρατηρείται και στο παιδί με μικρή διαφορά χρόνου. Επίσης , η χαμηλή αντίδραση σε στρεσογόνο ερέθισμα υπόκειται και αυτή σε συγχρονισμό. Δηλαδή, η ήρεμες αντιδράσεις του γονέα απέναντι σε κάποιο ερέθισμα , προξενούν και τις αντίστοιχες αντιδράσεις στα παιδιά. Πρέπει να σημειώσουμε ότι αυτός ο συγχρονισμός ισχύει αμφίδρομα. Δηλαδή, οι αντιδράσεις του παιδιού επηρεάζουν επίσης τις αντιδράσεις του γονιού με όρους συντονισμού.

Ο συγχρονισμός είναι μια σημαντική έννοια για την μελέτη της σχέσης ανάμεσα στην συναισθηματική ρύθμιση και τις πρώιμες οικογενειακές εμπειρίες, καθώς καταδεικνύει μια αιτιολογική σχέση ανάμεσα στην λειτουργική ή την παθολογική ρύθμιση του στρες και την συναισθηματική ρύθμιση της οικογένειας στην οποία μεγάλωσε το άτομο.

Είδος δεσμού και στρες

Η ψυχολογική θεωρία της προσκόλλησης περιεγράφηκε για πρώτη φορά από τον Bowlby, έναν ψυχαναλυτή που ερεύνησε τις επιπτώσεις του αποχωρισμού μεταξύ των βρεφών και των γονιών τους. Ο Bowlby υπέθεσε ότι οι ακραίες αντιδράσεις τις οποίες επιδεικνύουν τα βρέφη για να αποφύγουν τον χωρισμό από έναν γονέα ή όταν επανασυνδέονται με έναν γονέα που έχει χωρίσει φυσικά – όπως το κλάμα, η κραυγή και η προσκόλληση – ήταν εξελικτικές συμπεριφορές. Ο Bowlby σκέφτηκε ότι αυτές οι δράσεις είχαν ενδεχομένως ενισχυθεί μέσω της φυσικής επιλογής και ενίσχυσαν τις πιθανότητες επιβίωσης του παιδιού. Σύμφωνα με τον Bowlby, Αυτές οι συμπεριφορές προσκόλλησης είναι ενστικτώδεις απαντήσεις στην αντιληπτή απειλή απώλειας των πλεονεκτημάτων επιβίωσης που συνοδεύουν τη φροντίδα και τη φροντίδα από τον βασικό φροντιστή. Δεδομένου ότι τα βρέφη που εμπλέκονταν σε αυτές τις συμπεριφορές είχαν περισσότερες πιθανότητες να επιβιώσουν, τα ένστικτα επιλέχθηκαν φυσικά και ενισχύθηκαν με την πάροδο των γενεών. Αυτές οι συμπεριφορές συνθέτουν αυτό που ο Bowlby ονόμασε «σύστημα συμπεριφοράς προσκόλλησης», το σύστημα που μας καθοδηγεί στα πρότυπα και τις συνήθειά μας να σχηματίζουμε και να διατηρούμε σχέσεις.

Το είδος της προσκόλλησης που αναπτύσσει το παιδί είναι σε μεγάλο βαθμό συνάρτηση της φροντίδας που λαμβάνει το στα πρώτα του χρόνια. Το είδος προσκόλλησης είναι ένα σύστημα συμπεριφοράς που επηρεάζει τις μετέπειτα σχέσεις του ατόμου ως ενήλικο. Είναι δηλαδή είναι μοτίβο αλληλεπίδρασης. Σε γενικές γραμμές, όσοι έλαβαν υποστήριξη και επαρκή φροντίδα, είναι πιθανότερο να βιώνουν ευκολότερα συναισθήματα ασφάλειας στις ενήλικες σχέσεις τους, ενώ όσοι βίωσαν ασυνέπεια ή αμέλεια από τους φροντιστές τους είναι πιθανό να αισθάνονται περισσότερο άγχος γύρω από τις ενήλικες σχέσεις τους.

Ως ενήλικες, τα άτομα με αμφιθυμικό είδος δεσμού σχετίζονται με βάση ένα συγκεκριμένο μοτίβο :

Βιώνουν έντονη ανασφάλεια και φόβο απόρριψης και αντιμετωπίζουν δυσκολία να εμπιστευτούν στις σχέσεις τους. Επιζητούν έντονα την συναισθηματική σύνδεση αλλά ταυτόχρονα αγχώνονται και φορτίζονται συναισθηματικά από τις στενές σχέσεις καθώς ορίζονται από σενάρια απόρριψης. Συχνά αναπτύσσουν ιδιοκτησιακές και εξουσιαστικές συμπεριφορές στον σύντροφό τους στην προσπάθειά τους να ελέγξουν την σχέση. Τα άτομα με αποφευκτικό είδος δεσμού αποφεύγουν τις συνθήκες εγγύτητας, καθώς τους τους προκαλεί άγχος. Σε αντίθεση με τον αμφιθυμικό, ο οποίος παρότι βιώνει άγχος, συνεχίζει να αποζητά την σχέση, ο αποφευκτικός διεκδικεί κυρίως αυτονομία και δυσκολεύεται να συνδεθεί συναισθηματικά. Δυσκολεύεται να παρέχει στήριξη, αλλά και να την ζητήσει. Δυσκολεύεται να δείξει εμπιστοσύνη και συχνά γίνεται αυτοκαταπιεστικός, αποσυνδεόμενός από δυσάρεστα συναισθήματα. Ο ασφαλής τύπος δεσμού σε αντίθεση με τους προηγούμενους τύπους περιλαμβάνει συμπεριφορές αναζήτησης εγγύτητας και σύνδεσης, χωρίς να κυριαρχεί κάποιο πρόβλημα εμπιστοσύνης ή κάποιος φόβος απόρριψης. Γενικά τα άτομα που συνδέονται με αυτό το μοτίβο συνδυάζουν την αυτονομία με την σχέση, χωρίς να πρόκειται για κάποιο δίπολο. Βιώνουν θετικά τις συντροφικές σχέσεις και γενικά τις απολαμβάνουν.

Σύμφωνα με τον Bowlby , το είδος προσκόλλησης αποτελεί ένα θεμελιώδες ψυχοβιολογικό σύστημα που ορίζει την ικανότητα του ατόμου για ρύθμιση του συναισθήματος και την δυνατότητα του ατόμου να απαντάει στις εξωτερικές απειλές και κινδύνους. Επομένως, η προσκόλληση ως ένα ψυχοβιολογικό σύστημα λειτουργεί ανταγωνιστικά με το σύστημα του στρες. Δηλαδή, όταν ενεργοποιείται το σύστημα του στρες, το σύστημα της προσκόλλησης δραστηριοποιείται και αυτό προκειμένου να καταστείλει το στρες του οργανισμού. Το σύστημα αυτό έχει εξελικτική χρησιμότητα καθώς βοηθάει στην επιβίωση των ειδών και στην αντιμετώπιση των κινδύνων.

Γενικότερα, μπορούμε να θεωρήσουμε το είδος προσκόλλησης ως έναν παράγοντα που επηρεάζει την ψυχοκοινωνική λειτουργικότητα του ενήλικα, και το ενδεχόμενο του να βιώνει distress στις στενές συναισθηματικές σχέσεις.

Συμπεράσματα

Στο συγκεκριμένο άρθρο περιγράψαμε τον ρόλο του σχεσιακού παρελθόντος του ατόμου ως έναν βασικό παράγοντα για το πώς βιώνει και αντιμετωπίζει το άγχος. Θα μπορούσε να κανείς να υποθέσει ότι, με βάση το περιεχόμενο του άρθρου, ο άνθρωπος ετεροκαθορίζεται εξ ολοκλήρου από το παρελθόν , συμπέρασμα το οποίο μάλλον δεν ακούγεται πολύ ευχάριστο.

Προκειμένου να προλάβουμε αφοριστικά και καθολικά απαισιόδοξα συμπεράσματα, έχει σημασία να παραθέσουμε ένα ιδιαίτερα αισιόδοξο ερευνητικό εύρημα : Οι έρευνες φαίνεται να επιβεβαιώνουν ότι τα άτομα “με ανασφαλή τύπο δεσμού” συμπεριφέρονται σαν να έχουν ασφαλή τύπο δεσμού όταν βρίσκονται σε σχέσεις με χαρακτηριστικά σταθερής φροντίδας και ασφάλειας.

Σε αυτήν την περίπτωση, τα άτομα φαίνεται να συμπεριφέρονται τελείως διαφορετικά από το προσδοκώμενο. Το συγκεκριμένο εύρημα αποδεικνύει ότι οι άνθρωποι καθορίζονται από το παρελθόν όσο και από το παρόν. Τα σχεσιακά τραύματα και οι σχεσιακές ασυνέχειες ανατρέπονται μέσα από επανορθωτικές σχεσιακές εμπειρίες.

Σχετικά με τον συντάκτη

Απόφοιτη Κοινωνικής Εργασίας

Αφήστε σχόλιο

ΧΟΡΗΓΟΙ

Επιστροφή στην κορυφή