έφηβος που μιλάει στο κινητό

Παραμονές Χριστουγέννων μια μητέρα συζητά με τον έφηβο γιό της, μαθητή γυμνασίου 14 ετών και διεξήχθη ο εξής διάλογος:

– Μαμά, να ξέρεις ότι μια από τις μέρες των εορτών έχω αποφασίσει να ξενυχτήσω.

-Πού θα ξενυχτήσεις, παιδί μου;

-Έξω με τους φίλους μου.

-Και τι θα κάνετε;

-Τίποτα. Έτσι, θα καθόμαστε και θα συζητάμε μέχρι να ξημερώσει.

Η μητέρα αναστατώθηκε. Πρώτη φορά το παιδί της θα κάμει κάτι τέτοιο! Το μυαλό της γυρίζει σαν ανεμόμυλος. Ξέρει ότι το παιδί της είναι σε κρίσιμη ηλικία. Ξέρει τους κινδύνους που περιτριγυρίζουν τα παιδιά στην ηλικία αυτή.

Η εφηβεία είναι μια κρίσιμη περίοδος στην εξέλιξη του παιδιού. Αρχίζει ως ψυχοβιολογικό, καταλήγει ως ψυχοκοινωνικό φαινόμενο, και μπορεί να σημαδέψει θετικά ή αρνητικά την παραπέρα πορεία του, σε ό,τι αφορά την προσωπική, την κοινωνική και την εκπαιδευτική του ζωή. Οι βιολογικές, βιοχημικές, συναισθηματικές και άλλες αλλαγές που συμβαίνουν την περίοδο της εφηβείας, επηρεάζουν σοβαρά  τις συμπεριφορές του παιδιού και καθορίζουν, ως ένα βαθμό, την πορεία της ανάπτυξής του  μέχρι την ενηλικίωση, αλλά και την μελλοντική του ζωή.

Πολλές από τις ανάγκες που έχει το παιδί αλλάζουν, ενώ εμφανίζονται και άλλες νέες. Οι αλλαγές στο σώμα του, η γενετήσια ωρίμανση, η στροφή του ενδιαφέροντος προς το άλλο φύλο, η τάση για ανεξαρτησία και αυτονομία, η διεκδίκηση περισσότερων δικαιωμάτων και η προσπάθεια επιβεβαίωσης του εγώ, είναι μερικά από τα σημαντικότερα φαινόμενα της εφηβικής ηλικίας. Όλα αυτά δείχνουν ότι ο έφηβος χρειάζεται προσεκτικούς, και μερικές φορές, ειδικούς ψυχοπαιδαγωγικούς χειρισμούς, για να βγαίνει από τα αδιέξοδα, που συχνά βρίσκεται, στην προσπάθειά του να οικοδομήσει την προσωπικότητά του. Σωστά, λοιπόν, η είσοδος του παιδιού στην εφηβεία έχει χαρακτηριστεί ως «δεύτερη γέννηση του ανθρώπου».

Η περίοδος της εφηβείας αρχίζει περίπου από την ηλικία των 11-12 ετών για τα κορίτσια και 12-13 ετών για τα αγόρια. Κάθε παιδί έχει τη δική του εφηβεία και διαφοροποιείται από το σύνολο σε ό,τι αφορά την ηλικία και τα συμπτώματα, καθώς και τα χρονικά όρια, δηλαδή την έναρξη και τη λήξη της εφηβείας. Με την πάροδο των ετών παρατηρείται επέκταση των δύο άκρων, της έναρξης και της λήξης.

Αιτιολογικοί παράγοντες

Μια βασική αρχή που γίνεται δεκτή σήμερα είναι, ότι το είδος της εφηβείας  που βιώνει το παιδί εξαρτάται, σε μεγάλο βαθμό, από το είδος των βιωμάτων και των εμπειριών της δεκάχρονης προηγούμενης ζωής του. Οι παράγοντες που προκαλούν τα προβλήματα συμπεριφοράς και την κρίση στην εφηβική ηλικία είναι δύο ειδών  κυρίως: ενδογενείς και εξωγενείς (Χρηστάκης, 2012: 87-88). Πιο συγκεκριμένα οι παράγοντες αυτοί μπορεί να περιγραφούν ως εξής (Παρασκευόπουλος,Ι & παρασκευοπούλου, Π, 1017: 23)

  • Η ιδιοσυγκρασία του παιδιού.
  • Οι προσωπικές εμπειρίες του παιδιού στην προηγούμενη 10ετία της ζωής του.
  • Η αστοχία στη διαχείριση της εφηβικής κρίσης στην οικογένεια ή/και στο σχολείο.
  • Το ευρύτερο και το στενότερο κοινωνικό πλαίσιο.
  • Ελλιπής γνώση για την εφηβεία και την εφηβική κρίση από όλους τους εμπλεκομένους, γονείς, εκπαιδευτικοί και έφηβοι.
  • Απουσία έγκαιρης και έγκυρης διαφυλικής ενημέρωσης του παιδιού / εφήβου από τις τελευταίες τάξεις του δημοτικού σχολείου.

Ερμηνεία της συμπεριφοράς του σημερινού εφήβου.

Για να ερμηνεύσουμε τη συμπεριφορά του εφήβου πρέπει να λάβουμε υπόψη δύο παράγοντες:

α. Για τις περισσότερες περιπτώσεις, οι συμπεριφορές των εφήβων είναι φυσιολογικές. Αλλά συνήθως αντιμετωπίζουμε τα προβλήματα των παιδιών μας, κάνοντας χρήση αυτού που στην ψυχολογία ονομάζουμε «αναβίωση των προσωπικών βιωμάτων», δηλαδή παρατηρούμε, ερμηνεύουμε και αντιμετωπίζουμε τα προβλήματά τους με βάση τις δικές μας εμπειρίες, τα δικά μας βιώματα. Οι προηγούμενες εμπειρίες μας λειτουργούν ως έτοιμες και μάλιστα δοκιμασμένες λύσεις (Παρασκευόπουλος,Ι & Παρασκευοπούλου, Π, 2017: 22).

β. Τις σοβαρές αλλαγές που συμβαίνουν (i) στη φύση και τα εγγενή χαρακτηριστικά του εφήβου, (ii) στη δομή και τη λειτουργία της οικογένειας και της κοινωνίας και (iii) στις πιέσεις που δέχεται ο έφηβος από την οικογένεια και το σχολείο, προκειμένου να προετοιμαστεί για την ενήλικη και την επαγγελματική του ζωή (Χρηστάκης,Κ, 2012: 87-88).

(i) Η φύση και τα εγγενή χαρακτηριστικά του εφήβου. Κατά την περίοδο της εφηβικής ηλικίας συμβαίνουν σοβαρές αλλαγές σε ό,τι αφορά το σώμα, τη γενετήσια ορμή, την κοινωνική και συναισθηματική κατάσταση του εφήβου κ.ά. Οι αλλαγές αυτές είναι τόσο πολλές, ώστε ισοδυναμούν με αλλαγή της ταυτότητάς του και επηρεάζουν τη συμπεριφορά και τις σχέσεις του εφήβου με τους άλλους και τους γονείς.

Οι γονείς πρέπει να κατανοήσουν και να παραδεχτούν ότι ο έφηβος, μέσα από τη συμπεριφορά που θεωρούν απαράδεκτη, προσπαθεί να επιβεβαιώσει τον εαυτό του, να κερδίσει την ανεξαρτησία του και την κοινωνική και προσωπική του ταυτότητα, ως μέλος μιας συνομήλικης ομάδας (Βόρβογλη, 2005: 14).

(ii) Η δομή και η λειτουργία της οικογένειας. Οι εποχές αλλάζουν και μαζί μ’ αυτές αλλάζει και ο τρόπος ζωής, η λειτουργία της οικογένειας και οι ενδοοικογενειακές σχέσεις. Συνέπεια των αλλαγών αυτών είναι η αντίληψη του εφήβου, ότι η διαχείριση της προσωπικής του ζωής είναι αναφαίρετο δικαίωμα του ίδιου. Αυτό διαταράσσει συχνά τις σχέσεις του εφήβου με τους γονείς, οι οποίοι δυσκολεύονται να αποδεχτούν μια τέτοια αντίληψη.

(iii) Οι πιέσεις που δέχονται σήμερα οι έφηβοι. Οι σημερινοί έφηβοι δέχονται σοβαρές πιέσεις από πολλές κατευθύνσεις. Οι αυξημένες σχολικές υποχρεώσεις, το κυνήγι των σπουδών, το αβέβαιο μέλλον και πολλά άλλα διαρθρωτικά προβλήματα, αποτελούν αγχογόνους παράγοντες, που επηρεάζουν δυσμενώς την συμπεριφορά του εφήβου και τον σπρώχνουν συχνά σε αδιέξοδα. Πανελλήνια έρευνα που πραγματοποίηση το Ερευνητικό Πανεπιστημιακό Ινστιτούτο Ψυχικής Υγείας (ΕΠΙΨΥ) σε 12.465 μαθητές ηλικίας 11 ως 18 ετών, έδειξε ότι οι σχολικές υποχρεώσεις αποτελούν  βαρύ φορτίο ήδη από την τελευταία τάξη του δημοτικού σχολείου (Κουκλάκη, ΤΑ ΝΕΑ 17.11.2005, σελ.16) . Εξίσου σοβαρή είναι πίεση που ασκούν οι γονείς. «Διάβασε! Πώς θα μπεις στο Πανεπιστήμιο;», «Πρέπει να μάθεις και δυο γλώσσες τουλάχιστο!», είναι φράσεις που ακούγονται στα σπίτια που έχουν παιδιά  – εφήβους.

Όταν συζητούμε με τους γονείς τα προβλήματα των εφήβων και προσπαθούμε  να ερμηνεύσουμε τη συμπεριφορά τους, εκείνοι δυσκολεύονται να καταλάβουν και να παραδεχτούν, ότι τις περισσότερες φορές πρέπει να αλλάξουν οι ίδιοι. Τη δική τους στάση θεωρούν όχι μόνο ως αυτονόητη, αλλά και επιβεβλημένη. «Μα εγώ για το καλό του προσπαθώ! Δεν το καταλαβαίνει;». λένε οι γονείς. Ωστόσο, πρέπει να ξέρουν ότι: Σημασία δεν έχε μόνο, τι ο γονιός αισθάνεται και επιθυμεί για το παιδί του, αλλά και το πώς αυτό αντιλαμβάνεται και βιώνει το ενδιαφέρον του γονιού!

Ο σημερινός έφηβος και οι γονείς

Η συμπεριφορά των παιδιών και ιδιαίτερα του εφήβου, σε σχέση με τους γονείς, έχει αλλάξει τα τελευταία χρόνια. Ο έφηβος σήμερα ζητά περισσότερη αυτονομία και διεκδικεί περισσότερα δικαιώματα. Όταν συζητούμε τη σχέση του σημερινού εφήβου με τους γονείς, συνήθως δαιμονοποιείται η οικογένεια.

Είναι αλήθεια ότι θα θέλαμε την οικογένεια περισσότερο δεμένη, με περισσότερη συνοχή, με λιγότερα διαζύγια και λιγότερες ενδοοικογενειακές συγκρούσεις. Ωστόσο, είναι γεγονός, ότι οι αυξημένες απαιτήσεις και ανάγκες του σημερινού ανθρώπου, σε συνδυασμό με την άμβλυνση των ηθικών και κοινωνικών αξιών, επηρεάζουν αρνητικά τις ενδοοικογενειακές σχέσεις και ιδιαίτερα τις σχέσεις του εφήβου με τους γονείς, οι οποίες ούτως ή άλλως είναι εύθραυστες.

Πρόληψη και αντιμετώπιση της κρίσης και των προβλημάτων του εφήβου

Για την πρόληψη και την αντιμετώπιση της κρίσης και των προβλημάτων της εφηβείας απαιτείται η συνεργασία δύο κυρίως παραγόντων: της οικογένειας και του σχολείου. Ο ρόλος καθενός από τους παράγοντες αυτούς είναι ο εξής:
Η οικογένεια. Βασική αρχή είναι οι γονείς να παρακολουθούν συστηματικά την αναπτυξιακή πορεία του παιδιού. Να ξέρουν τα μέρη που συχνάζει το παιδί τους, τα παιδιά με τα οποία συναναστρέφεται και ει δυνατόν και τις οικογένειές τους. Έτσι μπορούν να αντιλαμβάνονται έγκαιρα και να προλαβαίνουν ή να αντιμετωπίζουν τυχόν προβλήματα. Είναι παροιμιώδης η περίπτωση του πατέρα, που κάλεσε καθυστερημένα τον γιο του να του πει: «Έλα γιε μου, ήρθε η ώρα να μιλήσουμε για το σεξ» και πήρε την απάντηση: «Ναι, πατέρα, τι θέλεις να μάθεις;» (Παρασκευόπουλος & Παρασκευοπούλου, 2017: 37, Χρηστάκης, 2012: 89-90). Οι γονείς οφείλουν να βοηθήσουν τα παιδιά τους να αναπτύξουν υπεύθυνη στάση απέναντι στον εαυτό τους και στα προβλήματα που τα αφορούν. Αυτό μπορεί να το πετύχουν αν:

• Δείχνουν, με κάθε τρόπο, την αγάπη τους προς το παιδί.
• Ενθαρρύνουν το παιδί προς την αυτονομία, μέσα σε λογικά όρια.
• Απαιτούν όλο και περισσότερο από το παιδί υπεύθυνη και ώριμη συμπεριφορά
• Αντί να ερμηνεύουν κάθε αντίδραση του παιδιού ως έλλειψη σεβασμού, να σκέφτονται ότι μπορεί να είναι μια απλή προσπάθεια να κερδίσει περισσότερη ελευθερία και αυτονομία και να επιβεβαιώσει την ταυτότητά του.
• Αντί να θυμώνουν και να φωνάζουν, ασκώντας κριτική, να συγκρατούν το θυμό τους και να οδηγούν τα πράγματα στον διάλογο.
• Αντί να απαξιώνουν το παιδί κάθε φορά που αυτό διαφωνεί μαζί τους, να συζητούν τις απόψεις του και να του δείχνουν εμπιστοσύνη.
• Αντί να θεωρούν ότι μόνο εκείνοι ξέρουν να σκέφτονται σωστά, να δεχτούν ότι ο σημερινός έφηβος έχει σκέψη, ιδέες και απόψεις που πολλές φορές είναι  σωστές και καμιά φορά πιο φρέσκες και πιο σωστές από τις δικές τους.
• Αντί να τρομάζουν και να θυμώνουν σε κάθε αίτημα του παιδιού που δεν είναι σύμφωνο με τις δικές τους αντιλήψεις, να το βλέπουν καλύτερα από τη δική του ψυχολογική σκοπιά. Έτσι θα το καταλάβουν καλύτερα.
• Αντί να στέκονται ανυποχώρητοι στις θέσεις τους, όταν συζητούν με το παιδί τους, απαιτώντας από το παιδί να αλλάξει τις δικές του, να δείξουν κατανόηση και να γίνουν περισσότερο ανεκτικοί και ελαστικοί.

Είναι σημαντικό, τέλος, οι γονείς να θυμούνται ότι:

• Ο δρόμος προς τη συνεννόηση περνά από τον διάλογο, ο οποίος πρέπει να αρχίζει έγκαιρα, από την μικρή ηλικία.
• Το αίτημα π.χ. του παιδιού να βρεθεί με τους φίλους του, δεν σημαίνει ούτε τη δική τους απόρριψη, ούτε την κατάλυση του θεσμού της οικογένειας. Απλά εξυπηρετεί δικές του ανάγκες, τις οποίες δικαιούται να ικανοποιεί με λογική και μέτρο.
• Όταν προσφέρουν ένα ευχάριστο οικογενειακό περιβάλλον, με κλίμα διαλόγου, συνεργασίας και συνεννόησης, ο έφηβος μένει περισσότερο στο σπίτι και έχει καλύτερο αυτοέλεγχο και πιο αποτελεσματική εποπτεία των γονέων.

Το σχολείο και οι εκπαιδευτικοί. Είναι γνωστό, ότι ο ρόλος του σχολείου είναι συμπληρωματικός, διορθωτικός και παραγωγικός. Η πρώτη αγωγή του παιδιού συντελείται στην οικογένεια. Το σχολείο συνεχίζει την αγωγή της οικογένειας και με συστηματικό τρόπο συμπληρώνει την αγωγή που ασκεί η οικογένεια, διορθώνει ό,τι δεν έχει οικοδομηθεί σωστά, παρέχει γνώσεις και βοηθά το παιδί και τον έφηβο να αναπτύξει νοητικές, συναισθηματικές και κοινωνικές δεξιότητες, ώστε να επιλύνει με θετικό και αποδεκτό τρόπο τα προσωπικά του προβλήματα και να προσαρμόζεται ομαλά σε ένα συνεχώς μεταβαλλόμενο περιβάλλον.

Το σημερινό σχολείο, δεδομένων και των αδυναμιών που παρατηρούνται τα τελευταία χρόνια στη δομή και τη λειτουργία της οικογένειας και της κοινωνίας, οφείλει να αναπροσαρμόσει τον ρόλο του και το περιεχόμενο των προγραμμάτων του με στόχο: α) το παιδί και ο έφηβος να αναπτύξει υπεύθυνη και ώριμη στάση απέναντι στον εαυτό του και β) να αποκτήσει τις δεξιότητες που απαιτούνται, ώστε να αντιμετωπίζει την κρίση και τα προβλήματα της εφηβείας, στα πλαίσια μιας διαδικασίας αυτοελέγχου και αυτορρύθμισης.

Ο εκπαιδευτικός, από την άλλη, πρέπει να επαναπροσδιορίσει τον ρόλο του και τις επιδιώξεις του σε ό,τι αφορά την διδασκαλία και την διαχείριση της τάξης. Είναι γνωστό, ότι υπάρχουν δύο ειδών εκπαιδευτικοί: α) ο διαχειριστικός και ο μετασχηματιστικός εκπαιδευτικός¹ (Ματσαγγούρας, 1998) ή β) ο ευσυνείδητος διδάσκων και ο παιδαγωγός εκπαιδευτικός (Παρα/πουλος & Παρα/πούλου, 2017: 49)² .

Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να γίνουν αλλαγές στο σχολείο και στους εκπαιδευτικούς.

Το σχολείο πρέπει να μετασχηματιστεί και να μετατραπεί από γνωσιοκεντρικό σε ανθρωποκεντρικό, δηλαδή σε ένα σχολείο που θα δημιουργεί τον άνθρωπο γνώστη, αλλά και τον κοινωνικό άνθρωπο ταυτόχρονα. Τον άνθρωπο που θα έχει τις γνώσεις και τις δεξιότητες που απαιτούνται, ώστε να μπορεί να λύνει τα προσωπικά του προβλήματα, αλλά και τις δεξιότητες και την συναισθηματική και κοινωνική ωριμότητα που χρειάζονται, για να μπορεί να προσαρμόζεται σε ένα συνεχώς μεταβαλλόμενο περιβάλλον και να συμβιώνει αρμονικά με τους άλλους ανθρώπους σ’ αυτό.

________________________________________________________________

¹Διαχειριστικός ή ευσυνείδητος διδάσκων είναι ο εκπαιδευτικός που μπαίνει στην τάξη, κάνει το μάθημά του ευσυνείδητα και φεύγει, όταν χτυπήσει το κουδούνι, χωρίς να ασχοληθεί με τίποτε άλλο (δεν εξατομικεύει τη διδασκαλία του, ώστε να εξυπηρετηθούν οι μαθητές που έχουν π.χ. μαθησιακές δυσκολίες, δεν ελέγχει αν οι μαθητές κατάκτησαν αυτά που δίδαξε κ.ά.)
Μετασχηματιστικός ή παιδαγωγός εκπαιδευτικός είναι ο εκπαιδευτικός που μπαίνει στην τάξη, ελέγχει και διασφαλίζει κατάλληλο ψυχολογικό κλίμα, γνωρίζει και λαβαίνει υπόψη του τις ιδιαιτερότητες κάθε μαθητή κατά τη διδασκαλία (εξατομικευμένη διδασκαλία), π.χ. νοητικές ικανότητες, μαθησιακές δυσκολίες, προβλήματα συμπεριφοράς κ.ά και ελέγχει το αποτέλεσμα της διδασκαλίας του, πριν φύγει από την τάξη.

²Παρασκευόπουλος, Ι & Παρασκευοπούλου, Π. 2017. Η «κρίση» της εφηβικής ηλικίας. Η ψυχοπαιδαγωγική διαχείρισή της στο σχολείο και στην οικογένεια.

Σχετικά με τον συντάκτη

Κώστας Χρηστάκης
Ειδικός Πάρεδρος ε.τ. του Π.Ι.

Αφήστε σχόλιο