Για τη σημειολογία αυτών των κοινωνικών συνθηκών γράφει η Νεφέλη Ράντου,
Διερμηνέας Ελληνικής Νοηματικής Γλώσσας, Κοινωνιολόγος, Δρ. Ειδικής Αγωγής Προσβασιμότητας nefelirantou@gmail.com
«Έχω τόσους ψυχαναγκασμούς!»,
«Είσαι τρελή!»,
«Η αδερφή μου έχει παραφρονήσει!»,
«Το υπουργείο κωφεύει αιτήματά μας…» .
Προκαλεί έκπληξη σε κάποιον το να συνειδητοποιήσει πόσο συχνά αναφερόμαστε στην αναπηρία στην καθημερινότητά μας.
Γιατί όμως; Μήπως είμαστε αναπηροφοβικοί;
Ρωτώ συχνά τους φίλους που δεν ακούνε, όταν βλέπουν τη λέξη «κωφός», τι σκέφτονται και τι νιώθουν. Η λέξη «κωφός» για τη Μ. είναι η ταυτότητά της – οπωσδήποτε πολλά παραπάνω από τη μειωμένη ακουστική ικανότητα. Η Α., όταν συναντά σε κάποιο ανάγνωσμα τη λέξη «κωφός», νιώθει περήφανη και πλημμυρίζει με εικόνες από τη ζωή της. «Μου αρέσει που είμαι κωφή, έτσι γνωρίζω τον εαυτό μου, έτσι ερωτεύτηκα τον σύντροφό μου και έτσι γέννησα το παιδί μου… το οποίο ευτυχώς είναι κωφό!». Ο Κ. περιγράφει τη σύνδεση της κώφωσης με μία κουλτούρα με πληθώρα πολιτισμικών χαρακτηριστικών, ένα από τα οποία απαραίτητα το μείζον- είναι το έλλειμμα ακοής, ενώ ο Γ. αναφέρει ότι όταν βλέπει τη λέξη «κωφός», νιώθει σαν να απευθύνονται σε αυτόν ευθέως, σαν να εκπροσωπεί την ομάδα και τα χαρακτηριστικά που φέρει. Οι παραπάνω θέσεις απέχουν παρασάγγας από την επιλογή κάποιου που ακούει, να «κωφεύσει». Όταν ο γενικός πληθυσμός αναφέρεται σε «αυτιά κωφών», αναφέρεται στην αδιάφορη στάση που επιλέγει κανείς να τηρήσει και όχι στην αισθητηριακή αναπηρία, η οποία μην ξεχνάμε ότι- δεν είναι επιλογή. Είναι μία από τις φράσεις που χρησιμοποιούνται ευρέως και αναπαράγουν μία εικόνα της αναπηρίας, η οποία δεν είναι ακριβής.
Η καθημερινή επικοινωνία βρίθει αναφορών σε περιορισμούς σε αισθητηριακά, νοητικά και νευρολογικά χαρακτηριστικά.
Δεν το συνειδητοποιούμε, αλλά οι λέξεις που επιλέγουμε αναπαράγουν κοινωνικά στερεότυπα και λειτουργούν προς την κατεύθυνση του διαχωρισμού και των διακρίσεων. Τις έχουμε ακούσει στο περιβάλλον μας, τις έχουμε δει να αναπαράγονται σε έντυπα και ηλεκτρονικά μέσα και τελικά, όταν τις επαναλαμβάνουμε, δεν εξελίσσουμε τη σκέψη μας. Όλοι συμφωνούμε –θεωρητικά τουλάχιστον- ότι η κοινωνική ομάδα των ατόμων με αναπηρία δεν πρέπει να τίθεται το περιθώριο. Όμως, χρησιμοποιώντας τέτοιες εκφράσεις, λειτουργούμε προς την αντίθετη κατεύθυνση, διαιωνίζοντας προκαταλήψεις. Πρόκειται για αναφορές της δημοφιλούς κουλτούρας, μία συνήθεια που αγνοούμε ότι είναι κακή. Οι διακρίσεις σε βάρος των ατόμων με αναπηρία αποτυπώνονται, όμως, και στη γλώσσα που χρησιμοποιούμε καθημερινά.
Η αποδοχή της διαφορετικότητας, όμως, θα συντελέσει στην πρόοδο της κοινωνίας μας ως συνόλου, αλλά και του καθενός από εμάς ξεχωριστά.
Η σκέψη αντανακλάται στη γλώσσα – στη γλώσσα που αποτελεί κομμάτι της εποχής στην οποία ζούμε, της κουλτούρας που αποδεχόμαστε, του κώδικα παγιωμένων αντιλήψεων και συμπεριφοράς που ενστερνιζόμαστε. Με τις λέξεις που επιλέγουμε, αποδίδουμε πρόσημο σε εμπειρίες, πρόσωπα και γεγονότα, και ουσιαστικά επηρεάζουμε τον τρόπο με τον οποίο αλληλεπιδρούμε. Αν αναμένεται να έχουμε συγκεκριμένα χαρακτηριστικά και προκύπτει κάποια παρέκκλιση, η ανάγκη σχολιασμού στα πλαίσια κριτικής ή αυτοκριτικής συνεπάγεται αυτόματα διαχωρισμό. Διαχωρίζεται η ικανότητα από τη μη ικανότητα, ενώ απορρίπτεται η διαφορετικότητα. Η αποδοχή της διαφορετικότητας, όμως, θα συντελέσει στην πρόοδο της κοινωνίας μας ως συνόλου, αλλά και του καθενός από εμάς ξεχωριστά.
«Μόνο τρελός θα το έκανε αυτό…», «Δεν παρακολουθείς; Έχεις ΔΕΠ-Υ!», «Ο διευθυντής μου είναι σχιζοφρενής…». Η εξίσωση της αναπηρίας με προσβολή είναι άστοχη αφενός και αφετέρου καθόλου κομψή. Κάποιες κατηγορίες συνανθρώπων μας, μάλιστα, μπορεί να πληγώνονται ή να νιώθουν ανεπιθύμητοι σε μία κοινωνία αρίστων. Ακόμα, η οπτική του μη-ανάπηρου, την οποία προτάσσουμε, συντελεί στην παγίωση της πληγωμένης- αυτοεικόνας του ατόμου με αναπηρία. Ένα καλό βήμα είναι να βρεθούν συνώνυμα – λέξεις δηλαδή που δεν έχουν αρνητική αξία ούτε παραπέμπουν σε κάποιο αισθητηριακό έλλειμμα, κοινωνικό χαρακτηριστικό ή κάποια νευρολογικής βάσης αναπηρία. Αξιολογούμε το λεξιλόγιο που χρησιμοποιούμε και στεκόμαστε κριτικά απέναντι σε γλωσσικά τετριμμένα. Ακόμα, εκπαιδευόμαστε, δείχνουμε ενδιαφέρον και ειλικρινή θέληση να μάθουμε και να κατανοήσουμε τα σημεία και τις λέξεις. Κοιτάμε στα μάτια και ρωτάμε τους ίδιους τους ανθρώπους με αναπηρία, τους ακούμε περισσότερο και μιλάμε λιγότερο. Μας εκπαιδεύουν, ώστε με τη σειρά μας να εκπαιδεύσουμε τα παιδιά μας.
Η αντιστοίχιση της αναπηρίας με κάτι αρνητικό συνεπάγεται ένα πρόβλημα, από πολλές απόψεις.
Τα άτομα με κάποια πιστοποιημένη αναπηρία είναι 1 δισεκατομμύριο περίπου σε όλο τον κόσμο εκατομμύρια Ευρωπαίοι πολίτες. Θέσεις περί θεραπείας της αναπηρίας και σύγκλισης με τη νόρμα δεν έχουν επιστημονικό έρεισμα, ούτε συνάδουν με την εποχή. Βήματα γίνονται προς την αντίθετη κατεύθυνση – κοινωνική ενσωμάτωση, ένταξη των ατόμων με αναπηρία στην αγορά εργασίας, συμμετοχή στα κέντρα λήψης αποφάσεων, ευκαιρίες εκπαίδευσης και ανάληψης δράσεων, προσβασιμότητα σε φυσικό και ηλεκτρονικό περιβάλλον. Ακόμα, η αποδοχή της ανθρώπινης ποικιλομορφίας αποτελεί θεμέλιο της δημοκρατίας. Η αλλαγή στη χρήση της γλώσσας προφανώς δεν αρκεί, είναι όμως μια καλή εκκίνηση. Το «φιλτράρισμα» λεκτικών τετριμμένων θα μας οδηγήσει στη δόμηση ενός λεξιλογίου που συντείνει στην άρση των στερεοτύπων και τελικά γίνεται εργαλείο για μία κοινωνία ανοιχτή σε όλους. Γιατί η πρόοδος είναι πάντα ζητούμενο.
Πηγή: Εφημερίδα “Παρασκήνιο”


