Γυναίκα που κρατάει χαρτί μπροστά στο πρόσωπο της που γράφει #metoo
Πηγή Εικόνας: pixabay/surdumihail

Κοινωνικές Αντιδράσεις: «κούρασε το θέμα» , «τώρα το θυμήθηκε», «ας αντιδρούσε»

Οι υποθέσεις σεξουαλικής παρενόχλησης ή/και κακοποίησης που έχουν βγει στο προσκήνιο όλο το τελευταίο διάστημα, έχουν προκαλέσει πολύ έντονες κοινωνικές αντιδράσεις, οι οποίες θα μπορούσαν να κατηγοριοποιηθούν σε δύο μορφές συμπεριφοράς. Η πρώτη αφορά σε ένα κίνημα συμπαράστασης και στήριξης στα θύματα που αποκαλύπτουν την παραβίαση που έχουν υποστεί, ενώ η δεύτερη μορφή κοινωνικής αντίδρασης που είναι και η πλέον ανησυχητική, είναι η ενοχοποίηση των θυμάτων, είτε με την μορφή της δυσπιστία, είτε με την κριτική απέναντι στις καταγγελίες. Στα αλήθεια, αυτό που πρέπει να μας ανησυχήσει είναι αυτή η μαζική αντίδραση του κόσμου τύπου «κούρασε το θέμα» , «τώρα το θυμήθηκε», «ας αντιδρούσε».

Θα πρέπει να αναρωτηθούμε πολύ σοβαρά, πώς εξηγείται όταν κάποιος ακούσει για υποθέσεις παρενόχλησης/κακοποίησης, να αντιδράει με εκνευρισμό και αγανάκτηση απέναντι στο θύμα και όχι στον θύτη.

Είναι πολύ σημαντικό επίσης να τονίσουμε το εξής: πολλοί άνθρωποι λέγοντας «κούρασε το θέμα» ή «ας αντιδρούσε» , δε αμφισβητούν το γεγονός της κακοποίησης, δεν δυσπιστούν απέναντι στο θύμα. Και παρότι αναγνωρίζουν τις υποθέσεις κακοποίησης ως υπαρκτές , εκνευρίζονται απέναντι στο θύμα το οποίο μίλησε δημόσια. Αυτή είναι η συμπεριφορά που θα πρέπει να μας κάνει να αναρωτιόμαστε.

Τι θα πει στα αλήθεια ή απάντηση «Ακόμη και αν κακοποιήθηκες, ας αντιδρούσες;» ή «Ας μίλαγες νωρίτερα», ή «έτσι είναι ο κόσμος της τέχνης γιατί κλαίγεσαι;».

Για κάποιους από εμάς, είναι σοκαριστικό να ακούμε ανθρώπους να στηρίζουν ξεκάθαρα τον θύτη και να κατηγορούν το θύμα για την αδυναμία του.

Κι όμως εδώ είναι που πρέπει να σταθούμε, εδώ πρέπει να ξεφύγουμε από την έκπληξη και τον θυμό και να παραδεχτούμε πώς το αληθινό πρόβλημα πίσω από τις καταγγελίες παρενόχλησης είναι ακριβώς αυτές οι κοινωνικές αντιδράσεις τύπου «κούρασε το θέμα». Γιατί ακριβώς αυτή η κουλτούρα είναι που επιτρέπει στην κακοποίηση να συμβαίνει και επιβάλλει στα θύματα να το αποσιωπούν.

Αυτές οι κοινωνικές αντιδράσεις έχουν εξήγηση, και πρέπει να την βρούμε προκειμένου να αλλάξουν αυτές οι κοινωνικές συμπεριφορές «κοινωνικής αναισθησίας». Θα χρησιμοποιήσουμε εργαλεία από τον χώρο της κοινωνικής ψυχολογίας καθώς και από τον χώρο της ψυχαναλυτικής θεωρίας για να κάνουμε κάποιες υποθέσεις για την αιτιολόγηση αυτών των συμπεριφορών.

Υπόθεση 1η : Ο ατομικισμός του σύγχρονου τρόπου ζωής ως παράγοντας που επιτίθεται στην ενσυναίσθηση

Η έλλειψη ενσυναίσθησης μιας μεγάλης μερίδας του κόσμου θα μπορούσε να συνδεθεί με τον ατομικισμό που αναπτύσσεται λόγω της αποξενωμένης ζωής. Πράγματι, ο τρόπος ζωής στον δυτικό κόσμο ειδικά τις τελευταίες δεκαετίας χαρακτηρίζεται από έλλειψη συλλογικότητας , από αγωνία επιβίωσης, και από στροφή στον Εαυτό, και όχι στον Άλλον. Οι ψυχικοί μηχανισμοί που διευκολύνουν την ενσυναίσθηση φθείρονται, λόγω του ατομικιστικού τρόπου ζωής. Ο κοινωνικός κανιβαλισμός και η αγωνία για την επιβίωση μειώνει τα συναισθήματα συλλογικότητας, και οι άνθρωποι καταλήγουν να ζουν σε έναν συναισθηματικό μικρόκοσμο που δεν συμπεριλαμβάνει τον άλλον ως υποκείμενο. Η έλλειψη αισθήματος «ανήκειν» σε ένα σύνολο εξαχρειώνει τους ανθρώπους. Ο κανιβαλισμός αυτός που δημιουργείται αποδυναμώνει την ικανότητα των ανθρώπων να ταυτίζονται με τους συνανθρώπους τους και να μπορούν να φανταστούν τις εμπειρίες τους ως δικές τους.

Υπόθεση 2η : «Η ταύτιση με τον επιτιθέμενο»

Στην ακραία μορφή του αυτός ο ατομικισμός μετατρέπεται σε μια τάση «κοινωνικού σαδισμού». Ένα αίσθημα που ωθεί το άτομο να απαξιώσει τον «αδύναμο», να τον αμφισβητήσει, να τον γελοιοποιήσει και τελικά να υπερασπιστεί τον εξουσιαστή. Είναι μια τάση με διττό χαρακτήρα : αφενός καλλιεργείται η τάση του σαδισμού, να επιτεθεί κι εκείνος στο θύμα, με το να τον αμφισβητήσει και να τον γελοιοποιήσει για την τόλμη του να μιλήσει ανοιχτά για το βίωμά του. Το σημείο στο οποίο όμως πρέπει να σταθούμε εδώ είναι το εξής: τα άτομα που επιλέγουν να υπερασπιστούν τον θύτη, δεν ανήκουν στην ίδια τάξη με αυτόν. Συγκεκριμένα, δεν είναι άτομα με εξουσία, τα οποία μοιράζονται τα ίδια συμφέρονται και προνόμια με τον εξουσιαστή, και επομένως υπερασπίζονται και την δική τους εξουσία.

Αντιθέτως, πολύ συχνά, πρόκειται για άτομα τα οποία έχουν μεσαίο-χαμηλό οικονομικό-κοινωνικό στάτους, και πολύ συχνά έχουν και οι ίδιοι βιώσει περιστατικά παραβίασης και προσβολής της αξιοπρέπειάς τους.

Πώς εξηγείται λοιπόν εδώ αυτό το παράδοξο;

Εδώ θα μας βοηθήσει μια θεωρία από τον χώρο της ψυχανάλυσης: η λεγόμενη ταύτιση με τον επιτιθέμενο. Η ταύτιση με τον επιτιθέμενο είναι ένας μηχανισμός που λειτουργεί με τον εξής τρόπο : Όταν ένα άτομο βρίσκεται σε θέση αδυναμίας, και βιώνει συμπεριφορές εξευτελισμού, πολύ συχνά, προκειμένου να επιβιώσει συναισθηματικά από αυτήν την εμπειρία, επιλέγει (ασυνείδητα πάντα) να ξεφύγει από τον ρόλο του θύματος, και να ταυτιστεί με αυτόν που ασκεί την καταπίεση. Το να βιώνεις τον ρόλο του θύματος, είναι συχνά τόσο ανυπόφορο, που οι άνθρωποι προτιμούν να αρνηθούν ότι βρίσκονται σε αυτήν την θέση, και να υπερασπιστούν τον δυνάστη τους. Η αίσθηση της απουσίας ελέγχου είναι τόσο δύσκολη, που προτιμούν να φαντάζονται έστω ότι βρίσκονται στον ρόλο του εξουσιαστή. Ας δώσουμε ένα παράδειγμα για να γίνει σαφές : Ένα παιδί που κακοποιείται από τους γονείς του, και μεγαλώνοντας ασκεί και αυτός κακοποιητικές συμπεριφορές στο δικό του παιδί, έχει ταυτιστεί με τον επιτιθέμενο . Δηλαδή, μη αντέχοντας να νιώθει το θύμα, επιλέγει το ρόλο του θύτη. Αντιστρέφει τους ρόλους γιατί δεν αντέχει να νιώθει το θύμα.

Έτσι λοιπόν, και καθημερινοί άνθρωποι που οι ίδιοι μπορεί να βιώνουν περιστατικά παραβίασης και απαξίωσης στην καθημερινότητά τους, όταν γίνονται μάρτυρες αντίστοιχων περιπτώσεων, επιλέγουν να υπερασπιστούν τον θύτη, για να νιώσουν ότι και εκείνοι έχουν λίγη από την εξουσία του. Δεν είναι πλέον τα θύματα της καθημερινότητας, αλλά ανήκουν και αυτοί στην των καταπιεστών. Αυτός ο «κοινωνικός σαδισμός» όμως, που κάνει τους ανθρώπους να ξεσπούν και αυτοί στα θύματα , στην βάση του , είναι μαζοχισμός.

Και αυτό γιατί; Γιατί στα αλήθεια επιτίθενται στον εαυτό τους, στην δική τους ταυτότητα. Ένας άνθρωπος μεσαίου-χαμηλού οικονομικού στάτους που σίγουρα έχει υποστεί παραβιάσεις στην ζωή του είτε εργασιακά είτε κοινωνικά, στην ουσία επιτίθεται στον εαυτό του , γιατί ανήκει και αυτός στην ίδια τάξη με το θύμα.

Υπόθεση 3η :

Μιας ακόμη εξήγηση για αυτές τις συμπεριφορές είναι η πολύ απλή θεωρία της άρνησης : Οι άνθρωποι όταν αντιμετωπίζουν κάτι σοκαριστικό που ενδεχομένως να μην μπορούν να αντέξουν ψυχικά, επιλέγουν να αρνηθούν την πραγματικότητα. Είναι πολύ πιο απλό από το να συμβιβαστείς με μια φρικτή πραγματικότητα, να προσποιηθείς ότι δεν υπάρχει . Με αυτόν τον τρόπο εξηγείται η τάση δυσπιστίας απέναντι στα θύματα.

Πρέπει επιτέλους να ξεφύγουμε από σύνδρομα «αυτομαστιγώματος» και αυτοτιμωρίας, και να επιλέξουμε να δείξουμε με το δάχτυλο όλους εκείνους οι οποίοι καταπιέζουν, παραβιάζουν και καταδυναστεύουν πτυχές της αξιοπρέπειάς μας. Η σιωπή δεν «αξιοπρέπεια».

«Αξιοπρεπές» είναι να παίρνεις το μέρος του θύματος, χωρίς να ρωτάς γιατί δεν μίλησε και γιατί δεν αντέδρασε, Γιατί όλοι ξέρουμε , και όλοι μας, έχουμε υποστεί παραβιάσεις, όλοι έχουμε καταδυναστευτεί από έναν εργοδότη, από έναν καθηγητή, από ένα άτομο σε θέση εξουσίας, και δεν έχουμε μιλήσει. Όλοι ξέρουμε κατά βάθος γιατί το θύμα δεν μιλάει, γιατί το θύμα είμαστε εμείς. Και είναι καιρός να σταματήσουμε να ρωτάμε τα αυτονόητα και να υποκρινόμαστε ότι ποτέ κανείς δεν μας έχει εξευτελίσει, και εμείς επιλέξαμε να μην υπερασπιστούμε τον εαυτό μας γιατί φοβόμασταν ότι κάποιος θα μας γελοιοποιήσει διπλά.

Αν θέλουμε να σπάσουμε τον κύκλο της «θυματοποίησης», πρέπει επιτέλους να επιτεθούμε στους θύτες, και όχι στα θύματα.

Σχετικά με τον συντάκτη

Ευαγγελία Τσιμπινού
Φοιτήτρια Κοινωνικής Εργασίας

Αφήστε σχόλιο

ΧΟΡΗΓΟΙ

Επιστροφή στην κορυφή