κοντινή φωτογραφία ματιού

Το γλαύκωμα αποτελεί έναν σημαντικό παράγοντα ανησυχίας για τη δημόσια υγεία, αφού μετά από τον καταρράκτη, είναι η δεύτερη κύρια αιτία τύφλωσης παγκοσμίως, και επομένως η πρώτη αιτία μη αναστρέψιμης τύφλωσης στον κόσμο, αλλά και στις επιμέρους περιοχές. Από στοιχεία του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας υπολογίζεται ότι το 2012 υπήρχαν 4.5 εκατομμύρια άνθρωποι τυφλοί από γλαύκωμα.

Αν και το γλαύκωμα εμφανίζεται σε όλες τις ηλικιακές ομάδες, είναι πιο συχνό στις μεγαλύτερες ηλικίες, και με την αύξηση του μέσου όρου ζωής, οι εκτιμήσεις της επίπτωσης του γλαυκώματος αυξάνονται.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσίασαν με αφορμή την Παγκόσμια Εβδομάδα Γλαυκώματος οι εκπρόσωποι του Δ.Σ. της Ελληνικής Εταιρείας Γλαυκώματος (Δημήτριος Σ. Παπακωνσταντίνου, Ιωάννης Χαλκιαδάκης, Στυλιανός Κανδαράκης, Γεώργιος Ν. Μαγκουρίτσας):

• Το γλαύκωμα περιλαμβάνει µια ομάδα οφθαλμικών παθήσεων (γλαυκώματα διαφόρων τύπων), οι οποίες χαρακτηρίζονται από βλάβη στο οπτικό νεύρο, το όργανο που μεταφέρει την εικόνα από το µάτι στον εγκέφαλο. Ο κυριότερος παράγοντας κινδύνου είναι η αυξημένη ενδοφθάλμια πίεση. Το γλαύκωμα μπορεί να καταστρέψει αυτές τις ίνες και να οδηγήσει, σταδιακά, σε χαρακτηριστική ατροφία του οπτικού νεύρου και απώλεια του οπτικού πεδίου. Με την πάροδο του χρόνου το οπτικό πεδίο «συρρικνώνεται» τόσο πολύ που οδηγεί σε τύφλωση. Η πάθηση εμφανίζεται κατά κανόνα και στα δύο μάτια με χρονική διαφορά.

• Το γλαύκωμα δεν έχει εμφανή συμπτώματα, γι’ αυτό 1 στους 2 πάσχοντες από γλαύκωμα δεν γνωρίζει ότι έχει τη νόσο. Είναι αξιοσημείωτο ότι λόγω της «σιωπηλής» εξέλιξης της πάθησης – τουλάχιστον στα αρχικά στάδια – μέχρι και 50% των πραγματικά πασχόντων στις αναπτυγμένες χώρες δεν γνωρίζουν ακόμα ότι έχουν γλαύκωμα και άρα δεν βρίσκονται υπό θεραπεία. Στην Ελλάδα η επίπτωση του Γλαυκώματος υπολογίζεται στο 2% του γενικού πληθυσμού, αλλά το ποσοστό αυτό αυξάνει σημαντικά με την πάροδο της ηλικίας. Περίπου 200.000 με 250.000 άτομα έχουν γλαύκωμα αλλά ένα μέρος από αυτούς δεν είναι διαγνωσμένοι.

• Από μία έρευνα που έγινε πρόσφατα σε ένα δείγμα 917 συμμετεχόντων, βρέθηκε ότι 1 στους 5 Έλληνες δεν έχει επισκεφθεί ποτέ στη ζωή του οφθαλμίατρο, ενώ 2 στους 5 Έλληνες (42%) δεν έχουν μετρήσει ποτέ την πίεση των ματιών τους. Επίσης σε άτομα ηλικίας άνω των 55 ετών όπου το γλαύκωμα είναι συχνότερο, μόνο οι μισοί (51%) επισκέπτονται τακτικά τον οφθαλμίατρό τους, ενώ περίπου 15% δεν έχουν μετρήσει ποτέ την πίεση των ματιών τους.

• Επειδή η διαδικασία της βλάβης γίνεται σε αργούς ρυθμούς, δεν είναι δυνατόν να γίνει αντιληπτή από αυτόν που πάσχει, παρά μόνο στα προχωρημένα στάδια του γλαυκώματος. Γι’ αυτό και είναι επιτακτική η ανάγκη προληπτικών εξετάσεων, σε τακτά χρονικά διαστήματα, όπου θα διαπιστωθεί εάν κάποιος έχει γλαύκωμα.

• Οι βλάβες που προκαλεί το γλαύκωμα δυστυχώς δεν διορθώνονται, όμως η θεραπεία μπορεί να αποτρέψει την περαιτέρω απώλεια όρασης. Γι’ αυτό έχει μεγάλη σημασία η πρώιμη διάγνωση και η αντιμετώπιση της νόσου όσο το δυνατόν νωρίτερα.

• Τα τελευταία χρόνια έχει υπάρξει σημαντική πρόοδος στη διάγνωση και τη θεραπεία του γλαυκώματος. Σύγχρονες εξεταστικές μέθοδοι καθιστούν εφικτή την ανίχνευση του γλαυκώματος στα αρχικά στάδια, όπου η κατάλληλη θεραπεία (φαρμακευτική, λέιζερ, χειρουργική) μπορεί να αναστείλει βαρύτερες μόνιμες βλάβες.

• Ο µόνος τρόπος για να διαγνωστεί έγκαιρα το γλαύκωμα είναι ο τακτικός και πλήρης οφθαλμολογικός έλεγχος. Υπάρχουν 3 απλές και ανώδυνες εξετάσεις που γίνονται στο πλαίσιο διάγνωσης του γλαυκώματος:

1. Μέτρηση ενδοφθάλμιας πίεσης
2. Εξέταση οπτικού νεύρου µε βυθοσκόπηση
3. Εξέταση οπτικού πεδίου

• Έλεγχο για Γλαύκωμα πρέπει να κάνουν:

– Άτομα ηλικίας άνω των 40 ετών > κάθε 2 χρόνια
– Άτομα με παράγοντες κινδύνου για γλαύκωμα > κάθε χρόνο

• Παράγοντες κινδύνου για εμφάνιση γλαυκώματος: αυξημένη ή οριακή ενδοφθάλμια πίεση, οικογενειακό ιστορικό γλαυκώματος, ηλικία άνω των 60 ετών, φαρμακευτική αγωγή µε κορτιζόνη, παλαιός τραυματισμός στο µάτι, μυωπία, μαύρη φυλή.

• Το Γλαύκωμα ρυθμίζεται αλλά δεν θεραπεύεται. Αυτό σημαίνει ότι:

1. Από τη θεραπεία περιμένουμε την αναστολή ή επιβράδυνση της εξέλιξης και όχι βελτίωση της βλάβης.
2. Η θεραπεία είναι εφ’ όρου ζωής.

Όλα τα είδη θεραπείας αποσκοπούν στη μείωση της ενδοφθάλμιας πίεσης.

Πηγή: Εφημερίδα «Το Παρόν»

Αφήστε σχόλιο