Η Ευαγγελία Σπηλιώτη

του Γιάννη Πανταζόπουλου

Φωτογραφίες:  Πάρις Ταβιτιάν

Η Ευαγγελία Σπηλιώτη, νοσηλεύτρια στο Ναυτικο Νοσοκομείο, περιγράφει τα στάδια της συνειδοτοποίησης που περνά κάθε νοσηλευτής, μέχρι να μπορέσει να μοιραστεί τον πόνο των άλλων…

Η καθημερινότητα ενός νοσοκομείου είναι πολύ σκληρή. Στους χώρους του αναπτύσσεται ένα παράλληλο ιατρικό σύμπαν όπου κυριαρχούν τα φάρμακα, οι θεραπείες, ο πόνος, τα δάκρυα, ο φόβος του θανάτου, η ελπίδα. Φυσικά, εκεί η αίσθηση του χρόνου αποκτά ένα εντελώς διαφορετικό περιεχόμενο. Σκυμμένα πρόσωπα, συγγενείς που καπνίζουν στο προαύλιο, γκρίζα δωμάτια, λευκοί διάδρομοι, σκουρόχρωμες κουρτίνες και το υγειονομικό προσωπικό σε φρενήρεις ρυθμούς για να καλύψει τις ανάγκες. Οι νύχτες, όμως, είναι ακόμα πιο αντίξοες. Μακρόσυρτη σιωπή, ο ενοχλητικός ήχος από τα μηχανήματα, κάποια γαβγίσματα αδέσποτων σκύλων, ο υπόκωφος ήχος της ανάσας των ασθενών, κενά βλέμματα και η αναπάντεχη επαφή με το ευμετάβλητο της ύπαρξης. Είναι εκείνες οι μικρές ώρες κατά τις οποίες συντελείται η μετάβαση από την κατάσταση της παρουσίας σ’ εκείνην της μόνιμης απουσίας. Όταν αισθάνεσαι τρωτός και ζεις σε ένα εύθραυστο παρόν. Σ’ αυτό το περιβάλλον κινείται καθημερινά η νοσηλεύτρια του Ναυτικού Νοσοκομείου Ευαγγελία Σπηλιώτη, η οποία μεριμνά για την ανακούφιση των ασθενών.

«Το γεγονός του θανάτου, η βίωση του πένθους, η αντιμετώπιση της απώλειας και η οδύνη απαλύνονται μόνον όταν εξελίσσονται σε αντικείμενο συζήτησης» μου λέει, καθώς ξεκινάει η συζήτησή μας σε ένα καφέ κοντά στον Ηλεκτρικό του Θησείου.

Κατά την Ευαγγελία: «Η επιθυμία για παρηγοριά πηγάζει από το ανείπωτο και το ανεπανόρθωτο. Τα μοναδικά θεραπευτικά μέσα που συνθέτουν τον παρηγορητικό λόγο κι έχουν πρακτικό αντίκρισμα είναι οι λέξεις, οι χειρονομίες, οι εκφράσεις, το ενδιαφέρον και, κάποιες φορές, η σιωπή». Ως νοσηλεύτρια, έρχεται καθημερινά αντιμέτωπη με σπαρακτικές ιστορίες ανθρώπων οι οποίοι σκέφτονται διαρκώς πώς μπορούν να παρατείνουν τη ζωή. Η ίδια αναλαμβάνει το δύσκολο έργο αυτές τις σκέψεις να τις μετατρέψει σε συναισθήματα.

«Γεννήθηκα το 1980 στο Καλαμάκι Κορινθίας. Ο πατέρας μου εργαζόταν στο Λιμενικό Σώμα. Είμαστε μια πολύτεκνη οικογένεια με τέσσερα αδέλφια. Γι’ αυτό μετακομίσαμε όταν ήμουν σε μικρή ηλικία, ερχόμενοι αρχικά στο Πέραμα, μετά στην Ελευσίνα και σήμερα στη Νίκαια. Νομίζω ότι τα παιδικά μας χρόνια είναι τα καλύτερα και τα πιο ανέμελα. Απ’ αυτά λαμβάνουμε ερεθίσματα και εμπειρίες που μας καθορίζουν ως το τέλος. Αγαπούσα πολύ τις τέχνες και γι’ αυτό ήθελα να περάσω στη σχολή Καλών Τεχνών. Ποτέ μου δεν είχα φανταστεί ότι θα γινόμουν νοσηλεύτρια. Πιστεύω ότι η επιλογή μου επηρεάστηκε καθοριστικά από το ότι επιδίωκα την οικονομική σταθερότητα ώστε να μην επιβαρύνω τους γονείς μου. Ταυτόχρονα δεν ήθελα χάσω το ανθρωπιστικό κομμάτι που με γοήτευε στις τέχνες. Οπότε, συνειδητά επέλεξα τη Στρατιωτική Σχολή Υγείας, ειδικότερα τον κλάδο της Νοσηλευτικής».

Στη συνέχεια μου αποκαλύπτει ότι οι βασικές τις σπουδές δεν τη βοήθησαν να αντιμετωπίσει δύσκολες καταστάσεις. «Καθημερινά αντίκριζα νέους ανθρώπους να πεθαίνουν αλλά και τον πόνο των συγγενών τους. Εκεί, λοιπόν, τι πρέπει να τους πεις για να τους παρηγορήσεις; Και τι στάση να κρατήσεις για να βοηθήσεις; Έτσι, επέλεξα να διευρύνω την ακαδημαϊκή μου κατάρτιση, ώστε να μπορέσω να αισθανθώ επαρκής, κι έκανα ένα μεταπτυχιακό στη Διαπολιτισμική Νοσηλευτική. Ήταν μια απόφαση που πήρα περισσότερο για να μπορώ να αποφορτίζομαι και να μην εκπέμπω μια απέραντη θλίψη. Ουσιαστικά, με βοήθησε να εστιάσω στον ιδιαίτερο κώδικα που κάθε άνθρωπος κουβαλάει. Επιπροσθέτως, ήταν ένας τρόπος να διευρύνω τους ορίζοντές μου, αφού στην Ελλάδα δεν υπάρχει θεσμοθετημένο πλαίσιο μέσω του οποίου να μπορείς να παράσχεις την ανακουφιστική φροντίδα ως πιστοποιημένος φροντιστής» υποστηρίζει με ένα γλυκό χαμόγελο.

Μου έχει μείνει πολύ έντονα το ότι, ενώ προγραμματίζαμε τη συνάντησή μας, η Ευαγγελία μου ζήτησε να τη μεταφέρουμε δύο μέρες αργότερα για να παραστεί στην κηδεία ενός αγαπημένου της ασθενούς που ήταν μόλις τριάντα ετών. «Σύσσωμη η θεραπευτική ομάδα πολέμησε, αλλά δυστυχώς το παιδί δεν τα κατάφερε» μου είχε γράψει στο μήνυμά της. «Πράγματι, είναι ένα συμβάν που αποδεικνύει την κοντινή σχέση μεταξύ ασθενούς και νοσηλευτή» προσθέτει.

«Πώς ήταν τα πρώτα χρόνια;» τη ρωτώ. «Ήταν ένα μπερδεμένο κουβάρι που δεν μπορούσα εύκολα να διαχειριστώ. Μου προκαλούσε φόβο, δεν μπορούσα να αντιμετωπίσω την απώλεια, ένιωθα ότι κινδύνευα και εκλογίκευα τον θάνατο. Όμως, όλα άλλαξαν όταν κι εγώ βρέθηκα στη θέση του ασθενούς. Τότε είδα να ξεδιπλώνονται μπροστά μου όλα τα σενάρια. Η υγεία μου για πρώτη φορά είχε κλονιστεί και σκέφτηκα τι θα συνέβαινε εάν… Οφείλω να πω ότι ήταν μια ιδιαίτερα αφυπνιστική εμπειρία. Είναι στιγμές που σου μαθαίνουν απόλυτα πώς να συμπεριφέρεσαι στους ασθενείς.

Έτσι, όταν επέστρεψα στο νοσοκομείο διάλεξα έναν ασθενή, η πορεία του οποίου ήταν μη αναστρέψιμη, και προσπάθησα να του δώσω ελπίδα, προπάντων να τον πείσω ότι μπορεί να νιώθει ζωντανός και αξιοπρεπής έως το τέλος. Να αντιληφθεί, ακόμη και εκείνες τις ώρες, τι σημαίνει να κερδίζεις και όχι να χάνεις, το νόημα του να διατηρείς την ταυτότητά σου μέχρι το τέλος της διαδρομής. Ήταν ένας κομβικός σταθμός στην εσωτερική μου διεργασία. Από εκείνον τον ασθενή κατάλαβα ότι μέσα από τα μάτια του άλλου διαμορφωνόμαστε κι εμείς. Ήταν κάτι που δεν είχα καταλάβει, παρά τις εξειδικευμένες γνώσεις και όσα είχα σπουδάσει. Θεωρώ ότι έως τότε βίωνα μια κατάσταση άμυνας. Φοβόμουν ότι θα έχανα κομμάτι του εαυτού μου. Τελικά, το να χάνεις μέρος του εαυτού σου είναι η μόνη οδός για να τον ανακαλύψεις» αφηγείται με έναν βαρύ αναστεναγμό.

Η Ευαγγελία εργάζεται πολλές φορές και στη βραδινή βάρδια. «Ας μην ξεχνάμε ότι αντιτίθεται στην ανθρώπινη φύση. Έχουμε δημιουργηθεί για να εργαζόμαστε στο φως και όχι στο σκοτάδι. Δεν είμαστε νυκτόβια όντα. Επομένως, πρόκειται για κάτι που κοντράρει τις αντιστάσεις σου, γι’ αυτό πρέπει να καταβάλλεις διπλάσια προσπάθεια».

Αναρωτιέμαι τι σημαίνει για εκείνη η λέξη «νοσοκομείο».

«Μέρος ιερό. Ένας ναός όπου κάθε τοίχος αποπνέει πόνο, προσευχή κι ελπίδα. Εκεί όπου συναντάς πρόσωπα που παλεύουν να άρουν τους νόμους της φύσης. Ξέρετε, σκοπός ενός νοσηλευτή είναι να εστιάζει στην ποιότητα και όχι στην ποσότητα. Δεν μπορεί να λες ότι σήμερα ολοκλήρωσα τη βάρδια μου χορηγώντας τριάντα φάρμακα και βάζοντας πέντε φλεβοκαθετήρες. Η ανακουφιστική φροντίδα έχει νόημα μόνο όταν τροφοδοτείς και τροφοδοτείσαι, όταν έχεις ανακαλύψει τις δικές σου πηγές ενδυνάμωσης. Κανένα εργαλείο δεν μπορεί να σε βοηθήσει να διαχειριστείς οξείες καταστάσεις, όπως η απώλεια και ο θάνατος. Κατά τη γνώμη μου, η ομορφιά είναι παντού, ακόμα και σε χώρους που έχουμε καταδικάσει επειδή υπάρχει η ασθένεια, η ασχήμια, η αρρώστια ή το περιθώριο» απαντά.

Στην επαγγελματική της πορεία η ίδια έχει ζήσει δευτερόλεπτα που φάνηκαν ώρες και λεπτά που μετατράπηκαν σε μέρες. Ένα περιβάλλον εργασίας λόγω του οποίου έχει εξειδικευτεί στην ακρόαση, στη φροντίδα, στη γνώση και στην υπέρβαση. Πώς διαχειρίζεται κάποιος την απώλεια; «Με τον πάσχοντα πρέπει να είσαι συνοδοιπόρος. Κάθε μέρα χρειάζεται να αντιμετωπίσεις όλα τα ανεπεξέργαστα πένθη που κουβαλάς. Μαθαίνεις ότι χωρίς τον θάνατο δεν μπορείς να αγαπήσεις τη ζωή.

Επίσης, κανείς δεν μπορεί να δεχτεί ότι θα πεθάνει, σε όποιο ηλικιακό στάδιο κι αν βρίσκεται. Ακόμα και σε έναν ηλικιωμένο, λοιπόν, δεν επιτρέπεται να λες “πάψε να κλαίγεσαι”, αφού όλοι έχουν δικαίωμα για λίγη ζωή ακόμα. Αλλιώς θα συμπεριφερθείς σε ένα νεαρό παιδί που γνωρίζεις ότι θα πεθάνει, κι ας μην του το έχει πει κανείς. Εκεί, το λιγότερο που μπορώ να κάνω είναι να του προσφέρω ένα χαμόγελο, με μια χειρονομία να του φτιάξω τη διάθεση, να τον καθησυχάσω, χωρίς να του χρυσώσω το χάπι. Δεν αποκρύπτεις την αλήθεια από τον άλλον, του κάνεις μια ένεση αισιοδοξίας».

Σε αυτό το σημείο τη διακόπτω και τη ρωτώ ποιες είναι οι πιο δύσκολες περιπτώσεις. «Ως επαγγελματίας υγείας συμφιλιώνεσαι με τον πόνο. Αλλά συναντάς περιπτώσεις που όση εμπειρία κι αν διαθέτεις σε πνίγουν. Δυσκολεύεσαι και αγανακτείς. Πρόσωπα που, πέρα από τις ασθένειες, πρέπει να παλέψουν και με τη μοναξιά τους. Βέβαια, δεν σας κρύβω ότι έχω δει ανθρώπους να τους συντροφεύουν πολλά άτομα στο δωμάτιο του νοσοκομείου και στα μάτια τους, παρ’ όλα αυτά, να διακρίνω πόσο μόνοι αισθάνονται.

Αλλά και μοναχικούς που είχαν μια ζωή πληρέστατη και αντιλαμβάνεσαι ότι, ακόμα και μόνοι, είναι σαν να τους περιτριγυρίζει ένα πλήθος. Όπως αντιλαμβάνεστε, για τους εγκαταλελειμμένους εμείς είμαστε η οικογένειά τους. Γι’ άλλους, το πρόσωπο που δεν πρόλαβαν να αγαπήσουν. Είμαστε ενεργητικοί ακροατές. Ακόμα και για τους σιωπηλούς. Και, πιστέψτε με, έχω εισπράξει πολύ περισσότερα από αυτούς, γιατί ακόμα και χωρίς τις λέξεις, μπορείς να τους αισθανθείς.

Ο νοσηλευτής είναι εκείνος που έρχεται κοντά με τους ασθενείς και είναι δίπλα τους στις πιο προσωπικές τους στιγμές, σωματικές και συναισθηματικές. Άρα, επόμενο είναι να πονέσεις, να κλάψεις, να αφουγκραστείς, να γελάσεις ή να θυμώσεις.

Είμαστε η “καλημέρα” και η “καληνύχτα” τους. Αναντίρρητα, οι χειρότερες στιγμές είναι με διαφορά εκείνες με τους νέους ασθενείς. Όπως σας είπα, προχθές πήγα στην κηδεία ενός παιδιού τριάντα ετών που έπασχε από αιματολογική κακοήθεια. Δεν μπορούσα να μην παρευρεθώ στο πένθος γι’ αυτό το παιδί. Η παρουσία μου ήταν επιβεβλημένη, εφόσον περνούσα όλη τη ημέρα μαζί του. Έχεις ακούσει τις μύχιες σκέψεις του, τις επιθυμίες του, τους ανομολόγητους έρωτές του. Και την επόμενη μέρα πρέπει να ανασυγκροτηθείς και να μιλήσεις στη μητέρα του παιδιού αυτού. Τι να πεις στους γονείς του; Το μόνο που μπορείς να κάνεις είναι μια ζεστή αγκαλιά. Αυτό είναι βάλσαμο, η παρουσία μας τους δίνει δύναμη. Προφανώς και δεν υπάρχουν συνταγές ελαχιστοποίησης του πόνου.

Κανείς δεν έχει μια ολοκληρωτική απάντηση για τις πανανθρώπινες ανάγκες. Αλλά μια κουβέντα, ένα βλέμμα ή μια αγκαλιά καταπραΰνουν σε μεγάλο ποσοστό την οδύνη». Έχει συναντήσει ανθρώπους με επιθανάτιες εμπειρίες;

«Πολλοί μου θέτουν αυτή την ερώτηση, αλλά είναι κάτι που μπορούν να το απαντήσουν όσοι εργάζονται στις μονάδες εντατικής θεραπείας. Αυτοί θα σας αφηγηθούν παρόμοιες καταστάσεις. Προσωπικά, δεν μου έχει συμβεί κάτι τέτοιο, αλλά έχουν καταγραφεί περιπτώσεις ανθρώπων που είχαν νεκρωθεί εγκεφαλικά, ωστόσο επέστρεψαν μετά από μεγάλο χρονικό διάστημα».

Από τη συζήτησή μας δεν θα μπορούσε να απουσιάσει το θέμα των προβλημάτων της Δημόσιας Υγείας. Η Ευαγγελία είναι ξεκάθαρη: «Τα κακώς κείμενα της Δημόσιας Υγείας αναμφίβολα σε επηρεάζουν, κυρίως τη διάθεσή σου για προσφορά. Δυστυχώς, είναι μια πικρή αλήθεια ότι στη χώρα μας κυριαρχούν κάποια στεγανά. Όταν λείπουν βασικά υλικά, δουλεύεις 18 ώρες το 24ωρο, οι ανάγκες των πολιτών διαρκώς αυξάνονται, χρειάζεται να καταβάλεις πολλαπλάσια προσπάθεια για να συντηρηθεί όλο το αυτό το σύστημα.

Καθημερινά αποδυναμώνονται κρίσιμοι τομείς, τη στιγμή που θα έπρεπε να δίνεται το ίδιο βάρος στο συνεργείο καθαρισμού, στις υποδομές, στον εξοπλισμό, στο προσωπικό, σε όλους τους αφανείς ήρωες που συμβάλλουν στην απρόσκοπτη λειτουργία του Εθνικού Συστήματος Υγείας. Μόνο έτσι επιτυγχάνεται η αρμονική συνύπαρξη με τους συναδέλφους.

Δεν είναι δυνατόν να λαμβάνεις την ηθική ανταμοιβή από τους πάσχοντες και να νιώθεις απαξιωμένος από τον τρόπο λειτουργίας του συστήματος» υπογραμμίζει. Ο γνωστός φιλόσοφος Μικαέλ Φεσέλ, στο βιβλίο του «Ο καιρός της παρηγοριάς» (εκδ. Πόλις), γράφει: «Το συμπλήρωμα δεν είναι απλώς ένα απατηλό υποκατάστατο της γιατρειάς, είναι επίσης μια προσθήκη σε σχέση με μια απώλεια που βιώνεται μέσα στη μοναξιά. Μια κουβέντα, μια χειρονομία ή ένα βλέμμα αξίζουν εδώ όσο ισάριθμες απόπειρες για να σφυρηλατηθεί και πάλι ένας δεσμός που έχει διαρραγεί από την οδύνη».

Η Ευαγγελία, λίγο πριν ολοκληρώσουμε τη συνομιλία μας, επισημαίνει μ’ ένα αινιγματικό ύφος: «Μετά από 18 χρόνια κλινικής εμπειρίας, έχω μάθει ότι πρέπει να διαθέτεις ευαίσθητη ψυχή για να κατανοήσεις τον πάσχοντα. Μπορεί να έχουμε εξελιχθεί ως κοινωνία, αλλά θεωρώ ότι τον ρατσισμό προς το διαφορετικό δεν τον έχουμε αποβάλει. Η ζωή είναι σπουδαίο δώρο. Κάθε δευτερόλεπτο είναι σημαντικό. Τίποτα δεν είναι δεδομένο. Είμαστε οι επιλογές μας και έχουμε ελεύθερη βούληση. Γι’ αυτό δεν ανήκω σε αυτούς που πιστεύουν στην ανυπαρξία αλλά στην ίδια την ύπαρξη. Είμαστε ατελή όντα και το μόνο που έχει σημασία είναι η αγάπη. Η ζωή μας έχει όλες τις γεύσεις, πικρές και γλυκές. Και η Νοσηλευτική με έμαθε να αναγνωρίζω τη σπουδαιότητα των ανθρώπων. Η αξιοπρέπεια είναι αναφαίρετο δικαίωμα όλων. Μόνο διδασκόμαστε από τους πάσχοντες και τις ιστορίες, τις ανησυχίες και τα συναισθήματά τους. Κάθε μέρα, πηγαίνω στη δουλειά μου και φροντίζω να έχω κατά νου το μότο: “Όταν δίνεις, να ξεχνάς, όταν παίρνεις, να θυμάσαι”».

Πηγή: www.lifo.gr

Σχετικά με τον συντάκτη

Αφήστε σχόλιο