Τα τελευταία χρόνια ακούμε όλο και περισσότερο να χρησιμοποιείται σε διάφορες περιπτώσεις συμβουλευτικής ή θεραπείας, η Γνωσιακή- Συμπεριφοριστική Προσέγγιση. Ας δούμε λοιπόν κάποια βασικά σημεία αυτής της προσέγγισης και τι είναι αυτό που την κάνει να είναι μία από τις πιο αποτελεσματικές προσεγγίσεις.
Με τον όρο Γνωσιακή-Συμπεριφοριστική προσέγγιση εννοούμε τη σύνθεση γνωσιακών και συμπεριφοριστικών προσεγγίσεων με στόχο την αναγνώριση των προτύπων δυσλειτουργικής σκέψης και συμπεριφοράς (Ευσταθίου Γνωσιακή- Συμπεριφοριστική Προσέγγιση, 2008).
Προτού εξετάσουμε εις βάθος την Γνωσιακή-Συμπεριφοριστική προσέγγιση, ας δούμε πως φτάσαμε σε αυτή τη σύνθεση:
Κατά τον Locke ο άνθρωπος όταν γεννιέται είναι ένας λευκός χάρτης (tabula rasa), έτοιμος να δεχτεί την επίδραση του περιβάλλοντος. Ο Συμπεριφορισμός, μία από τις σπουδαιότερες ψυχολογικές σχολές με πρωτεργάτες τον Watson και τον Pavlov, ξεκίνησε στις αρχές του 20ου αιώνα και πρότεινε τη γνωστή ερμηνεία της ανθρώπινης συμπεριφοράς ως αποτέλεσμα μάθησης που συντελείται μέσω εξωτερικών συνδέσεων, ερεθισμάτων και αντιδράσεων (Καλαντζή-Αζίζι, 2008).
Σύμφωνα με τον Watson, όλη η συμπεριφορά του ατόμου είναι προϊόν μόνο της μάθησης και υπακούει σε συνδέσεις που λαμβάνουν χώρα κατά τον τύπο Ερέθισμα-Αντίδραση (Ε-Α) (Κλασική Εξαρτημένη Μάθηση).
Το 1938 ο Skinner εισάγει έναν νέο τρόπο ανάλυσης της συμπεριφοράς που πέρα από το Ερέθισμα και την Αντίδραση περιλαμβάνει και τα Επακόλουθα (Γενά, 2007), υποστηρίζοντας έτσι ότι οι συνέπειες της συμπεριφοράς διαμορφώνουν και την ίδια τη συμπεριφορά (Καλαντζή-Αζίζι, 2008). «Η μάθηση που προκύπτει από τη συνάφεια αντίδρασης και επιθυμητού αποτελέσματος ονομάστηκε από τον Skinner συντελεστική συνεξάρτηση ή μάθηση. Σε αυτή τη μορφή μάθησης η βασική σχέση που διέπει τη διαδικασία μάθησης είναι η συνάφεια αντίδρασης και των συνεπειών ή επακόλουθών της και όχι η χωροχρονική συσχέτιση μεταξύ δύο ερεθισμάτων, όπως στην αντανακλαστική μάθηση». (Γενά, 2007)
Τη δεκαετία του ‘60 έχουμε τη δημιουργία ενός νέου κλάδου της Ψυχολογίας με κύριο εκπρόσωπο τον A. Beck, που ονομάζεται Γνωσιακή Ψυχολογία.
Σύμφωνα με αυτή, ανάμεσα στις περιβαλλοντικές επιδράσεις και στη συμπεριφορά παρεμβάλλονται και οι πεποιθήσεις του ατόμου (γνωστικές διεργασίες). Με αυτόν τον τρόπο το άτομο δεν είναι πλέον έρμαιο των εξωτερικών συνθηκών (Καλαντζή-Αζίζι, 2008).
Το 1976, ο Συμπεριφορισμός αναγνωρίστηκε από τον Beck ως ένα κομμάτι της γνωσιακής ψυχοθεραπείας, απ’ την φιλοσοφία του οποίου είχε δεχτεί σημαντικές επιρροές, όπως για παράδειγμα την ακριβή συλλογή στοιχείων απ’ τον συμβουλευόμενο, τους συγκεκριμένους στόχους και την παροχή μετρήσιμης ανατροφοδότησης έτσι φτάνουμε στο γνωσιακό-συμπεριφοριστικό μοντέλο. Στην ουσία, η συμπεριφορική προσέγγιση δίνει έμφαση στον εμπειρισμό και στις αντικειμενικές μεθόδους μέτρησης, ενώ η γνωσιακή διεύρυνε το πεδίο του συμπεριφορισμού και συμπλήρωσε κενά (Rachman, 1996). Αυτό που αλλάζει με το γνωσιακό-συμπεριφοριστικό μοντέλο είναι ότι παρόλο που ο στόχος της συμπεριφοριστικής παρέμβασης είναι η αλλαγή της συμπεριφοράς και η παρέμβαση απευθύνεται άμεσα στην έκδηλη δυσλειτουργική συμπεριφορά του ατόμου, ο τρόπος με τον οποίο αυτή η παρέμβαση λειτουργεί μπορεί να αναλυθεί με γνωσιακούς όρους (Ευσταθίου, 2008).
Όσον αφορά στις τεχνικές που χρησιμοποιούνται σε κάποιες φάσεις της διαδικασίας δίνεται μεγαλύτερη έμφαση σε συμπεριφοριστικές τεχνικές (π.χ. συστηματική ενίσχυση μιας θετικής αλλαγής), ενώ σε άλλες κυριαρχούν οι γνωσιακές (π.χ. ημερολόγια παρατήρησης και αμφισβήτησης των αυτόματων σκέψεων) (Hawton, Salkovskis, Kirik & Clark, 1996) (όπ. αναφ. στο Ευσταθίου, 2008)
Το Γνωσιακό Συμπεριφοριστικό Μοντέλο διέπεται από τρεις βασικές αρχές:
- Η Γνωσιακή λειτουργία επηρεάζει τη συμπεριφορά.
- Η Γνωσιακή λειτουργία μπορεί να ελεγχθεί και να μελετηθεί.
- Οι επιθυμητές αλλαγές στη συμπεριφορά μπορούν να επηρεαστούν από γνωσιακές αλλαγές» (Dobson & Block, 1988) (όπ. αναφ. στο Καλαντζή-Αζίζι Α., 2008).
- Κάποια από τα βασικά χαρακτηριστικά του μοντέλου
Αρχικά, αυτό το μοντέλο θεραπείας είναι εστιασμένο είτε στην ανακούφιση κάποιου συμπτώματος και στην έκδηλη συμπεριφορά του ατόμου, είτε στην επίτευξη κάποιου στόχου. Επιπλέον, θεωρείται αρκετά δομημένο όσον αφορά την πορεία της θεραπείας και χρονικά περιορισμένο, όσον αφορά στην ολοκλήρωση των συνεδριών. Βασική έννοια στο γνωσιακό-συμπεριφοριστικό μοντέλο είναι και ο «συνεργατικός εμπειρισμός» (Beck, Rush et al., 1979) που σημαίνει ότι θεραπευτής και θεραπευόμενος εργάζονται σαν μία ομάδα με κοινό στόχο την κατανόηση των σκέψεων και την αντιμετώπιση των συμπτωμάτων του δεύτερου (Ευσταθίου, 2008). Επιπροσθέτως, γίνονται συνεχείς μετρήσεις ώστε και ο θεραπευόμενος να είναι ενήμερος για την πορεία της θεραπείας. Εν τέλει, οι δεξιότητες που μαθαίνονται κατά τη διάρκεια της συμβουλευτικής διαδικασίας επεκτείνονται και εκτός των συνεδριών, στην καθημερινότητα του ατόμου, λαμβάνοντας ένα γενικευμένο χαρακτήρα (Καλαντζή- Αζίζι, 2008).
Η γνωσιακή ψυχοθεραπεία βασίζεται σε κάποιες γενικές παραδοχές (Beck et al., 1979) (όπ. αναφ. στο Καλαντζή-Αζίζι, 2002):
√«Η αντίληψη και η εμπειρία είναι ενεργητικές διαδικασίες που αναφέρονται τόσο σε ενδογενή όσο και σε εξωγενή δεδομένα.
√ Οι «γνωσίες» του ατόμου αποτελούν σύνθεση εσωτερικών και εξωτερικών ερεθισμάτων.
√ Το πώς ένα άτομο εκτιμά μία κατάσταση μπορεί να φανεί σε γενικές γραμμές από τις γνωσίες του.
√ Οι γνωσίες αποτελούν το φαινομενολογικό πεδίο του ατόμου και αντανακλούν την αντίληψη του για τον εαυτό του, τον κόσμο, το παρελθόν και το μέλλον του.
√ Αλλαγή στο περιεχόμενο των γνωστικών δομών του ατόμου προκαλεί αλλαγή στη συναισθηματική κατάσταση και τη συμπεριφορά του. Κάθε ψυχολογικό πρόβλημα μπορεί να θεωρηθεί ότι συμβαίνει στο επίπεδο της έκδηλης συμπεριφοράς και σε αυτό των ψυχολογικών μηχανισμών που την υπαγορεύουν.
√ Μέσω της ψυχοθεραπείας το άτομο μπορεί να εντοπίσει τις γνωσιακές του παραποιήσεις, τις οποίες θα αναλύσουμε στη συνέχεια.
√ Η διόρθωση των δυσλειτουργικών νοητικών κατασκευών μπορεί να οδηγήσει σε βελτίωση της ψυχικής υγείας του ατόμου.»
Μιλώντας για τις… “Γνωσίες”
Το άτομο απ’ το περιβάλλον του δέχεται πολλαπλά και σύνθετα ερεθίσματα. Οι γνωσίες αποτελούν τις νοητικές κατασκευές του ατόμου, που καθορίζουν την προσωπική νοηματοδότηση των ερεθισμάτων, η οποία με τη σειρά της καθορίζει τη συμπεριφορά και το συναίσθημα. Πρόκειται για το φαινομενολογικό πεδίο του ατόμου, το πώς αντιλαμβάνεται τον εαυτό του, τον κόσμο, το παρελθόν και το μέλλον (Ευσταθίου, 2006).
Ο Παπακώστας (1994) αναφέρει ως τα κυριότερα είδη γνωσιών:
- Τις προσδοκίες, που αποτελούν τον τύπο των γνωσιών, που μέσα από τη λειτουργία τους προσπαθούν να προετοιμάσουν το άτομο γι’ αυτό που θα έρθει, επηρεάζοντας έτσι την παρούσα συμπεριφορά του.
- Τις εξηγήσεις και αποδόσεις ή αιτιοπροσδιορισμοί, εννοώντας τις διάφορες υποθέσεις που κάνουν οι άνθρωποι για να κατανοήσουν τη συμπεριφορά τη δική τους ή των άλλων.
- Τις στάσεις, όπου πρόκειται για γνωσιακές μονάδες του τύπου «μ’αρέσει – δε μ’αρέσει», μια, δηλαδή, θετική ή αρνητική εκτίμηση κάποιας πλευράς του κόσμου.
- Τις εκτιμήσεις, οι οποίες δε σχετίζονται με το τι ξέρει κάποιος, αλλά με το πώς προσδιορίζει την τιμή, την αξία κάποιου γεγονότος. Υποδηλώνουν τις μεσολαβητικές-γνωσιακές διεργασίες μεταξύ ενός ερεθίσματος και των επακόλουθων συγκινησιακών-συμπεριφορολογικών αντιδράσεων.
- Τις επιδιώξεις ή σκοπούς, με τις οποίες το άτομο δηλώνει «τι θέλει, τι θα επιθυμούσε και τι θα προσπαθήσει να επιτύχει μελλοντικά».
Όσον αφορά τα επίπεδα των γνωσιών (Epstein & Baucom, 2005), στο πρώτο επίπεδο βρίσκονται οι αυτόματες σκέψεις που κάνουμε π.χ. οι άλλοι δε με υπολογίζουν. Η Καλαντζή- Αζίζι (2002) αναφέρει πως «Σύμφωνα με τους Beck et al (1985) οι αυτόματες σκέψεις έχουν κάποια κοινά χαρακτηριστικά:
- Είναι συγκεκριμένες και σαφείς.
- Η διατύπωση τους γίνεται με τηλεγραφικό τρόπο.
- Το περιεχόμενο τους δεν είναι αποτέλεσμα λογικής αλληλουχίας ή σκέψης αντιθέτως, μοιάζουν να εμφανίζονται αντανακλαστικά.
- Δεν προκαλούνται εκούσια από το άτομο και συχνά είναι πολύ δύσκολο να διακοπούν.
- Ο θεραπευόμενος τις θεωρεί λογικές και αποδέχεται το περιεχόμενο τους ως πραγματικό και αναμφισβήτητο.
- Εμφανίζονται παρά την πληθώρα γεγονότων που τις διαψεύδουν.
- Το περιεχόμενο τους διαφέρει από θεραπευόμενο σε θεραπευόμενο, αλλά παρουσιάζει κάποια κοινά στοιχεία σε άτομα της ίδιας διαγνωστικής κατηγορίας
- Ακολουθούνται από εκδήλωση συναισθήματος.
- Σε γενικές γραμμές, παραποιούν την πραγματικότητα σε μεγαλύτερο βαθμό από οποιοδήποτε άλλο είδος σκέψης.» (Καλαντζή-Αζίζι, 2002 , σελ. 34).
Σε δεύτερο επίπεδο βρίσκονται οι υποθετικές πεποιθήσεις του ατόμου οι οποίες συνδέουν τις αυτόματες σκέψεις με τα γνωστικά σχήματα π.χ. «αν πω τι αισθάνομαι οι άλλοι θα με απορρίψουν». Είναι συνήθως της μορφής «Αν ….,τότε….» (Riso & McBride, 2007)
Στο τρίτο και βαθύτερο επίπεδο βρίσκονται τα «σχήματα» ή πυρηνικές πεποιθήσεις οι οποίες συγκροτούν και την προσωπικότητα.
Τα Σχήματα, κατά την πρώτη θεωρία του Beck, ορίζονται ως «τα σχετικά σταθερά γνωστικά πρότυπα που υπάρχουν σε κάθε άτομο, τα οποία αποτελούν τη βάση των ερμηνειών που κάνει για τις διάφορες καταστάσεις.» (Beck, 1967) (όπ. αναφ. στο Καλαντζή- Αζίζι, 2002).
Περιεχόμενο των σχημάτων αποτελούν οι πεποιθήσεις, οι οποίες καθορίζουν τον τρόπο με τον οποίο το άτομο αντιλαμβάνεται τον εαυτό του, τον κόσμο και τους άλλους (γνωσιακή τριάδα) (Παπακώστας, 1994).
Κλείνοντας, είναι βασικό να πούμε, ότι το κάθε άτομο νοηματοδοτεί τις καταστάσεις, αφού επιλέξει τα στοιχεία που θέλει και τα συνδέσει με το δικό του τρόπο. Γι’ αυτό το λόγο η ίδια ακριβώς κατάσταση αποκτά διαφορετικό νόημα στο μυαλό κάθε ανθρώπου. (Beck et al., 1979) (όπ. αναφ. στο Καλαντζή-Αζίζι, 2002)
Ενδεικτικές Βιβλιογραφικές Αναφορές
• Γενά, Α. (2007). Θεωρία και Πράξη της Ανάλυσης της Συμπεριφοράς. Αθήνα: GUTENBERG.
• Ευθυμίου, Κ. (2005). Διαταραχές Προσωπικότητας: Ψυχοπαθολογία και Θεωρία Σχημάτων. Θέσεις και αντιθέσεις. Σημειώσεις μαθήματος στο Διαπανεπιστημιακό Πρόγραμμα Μεταπτυχιακών Σπουδών στη Βασική και Εφαρμοσμένη Γνωσιακή Επιστήμη του Πανεπιστημίου Αθηνών.
• Ευσταθίου, Γ., (2008) . Μέθοδους και Τεχνικές στη Γνωσιακή- Συμπεριφοριστική Θεραπεία Ενηλίκων
• Καλαντζή- Αζίζι Α. (2008). Γνωσιακή- Συμπεριφοριστική Ψυχοθεραπεία. Στο Κ. Α. Αναστασία (Επιμ.), Φάκελος Άρθρων για το Μάθημα: Γνωσιακές- Συμπεριφοριστικές Προσεγγίσεις στη Ψυχοθεραπεία (σσ. 1-3). Αθήνα: ΕΚΠΑ.
• Καλαντζή-Αζίζι, Α., & Ευθυμίου Κ. (Επ.). (2010). Εισαγωγή στη γνωσιακή-συμπεριφοριστική θεραπεία. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.
• Beck, J. (1995). Cognitive Behavior Therapy: Basics and Beyond. New York: The Guilford Press.
• Beck, J. (2000). Εισαγωγή στη Γνωστική Θεραπεία (Τέταρτη εκδ.). (Σ. Γρηγόρης, Επιμ., Κ. Δαλάγδη, Μ. Δερμεντζόγλου, Ε. Καβάση, Ν. Κακαβέλας, Α. Κουρή, Γ. Τσιμιτσέλης, και συν., Μεταφρ.) Αθήνα: Πατάκης Kennerley, H. (1999). Ξεπερνώντας το Άγχος, ένας Οδηγός Αυτοβοήθειας με Γνωστικές- Συμπεριφορικές Τεχνικές (γ’ εκδ.). (Μ. Χαρίτου- Φατούρου, Επιμ., Γ. Ευσταθίου, & Κ. Αγγελή, Μεταφρ.) Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.


