Δημήτρης Χορν, Άννα Κυριακού και Γιάννης Βογιατζής σε ραδιοφωνική ηχογράφηση θεατρικού έργου (1960)
Δημήτρης Χορν, Άννα Κυριακού και Γιάννης Βογιατζής σε ραδιοφωνική ηχογράφηση θεατρικού έργου (1960)

Ξενόγλωσσες παραστάσεις

Στο προηγούμενο κείμενο σχετικά με τον «Οιδίποδα Τύραννο» σημειώνοντας περί οράσεως και ακοής, ανέφερα για τον μέγιστο Μάνο Κατράκη στον επώνυμο ρόλο. Εκείνη η παράσταση ήταν η πρώτη του έργου που είδα σε ηλικία 9 ετών το 1981 στην πρώτη τηλεοπτική μετάδοση από την ΕΡΤ της κινηματογράφησής της στην Ιαπωνία το 1974 κατά την περιοδεία του Εθνικού Θεάτρου. Εκείνα τα χρόνια δεν υπήρχαν στα θέατρα υπέρτιτλοι όπως σήμερα με μετάφραση σε άλλη γλώσσα από την πρωτότυπη στην οποία παιζόταν η παράσταση. Δεν λέω, βέβαια, πως δεν χρειάζονται. Κάθε άλλο. Από άμεση εμπειρία, αναφέρω ενδεικτικά ότι σε παραστάσεις του ΘΕΑΜΑ, είτε συμμετείχα ως ηθοποιός είτε όχι, έχω επιμεληθεί ή έχω κάνει μετάφραση κειμένου για υπέρτιτλους καθώς εκτός από κωφούς και βαρήκοους θεατές υπάρχει και σημαντική μερίδα κοινού που χρησιμοποιεί την αγγλική γλώσσα. Ωστόσο, σε κάθε περίπτωση, ο λόγος είναι μία αίσθηση από μόνος του. Για την ακρίβεια, είναι η κορυφαία αίσθηση που ως εκ τούτου βρίσκει τον τρόπο (ανα)μετάδοσης μέσω και πέραν κάθε άλλης αίσθησης. Ο λόγος βρίσκει τον δρόμο του καθώς διαπερνά τις αισθήσεις και μένει σε αυτές. Το κοινό του «Οιδίποδα» καθόταν έως και σε μεγάλη απόσταση από τη σκηνή, όπως γινόταν επίσης π.χ. στην αρχαιότητα ή στο θέατρο του Σαίξπηρ. Το θέατρο ήταν κατάμεστο από Ιάπωνες θεατές που, προφανώς, γνώριζαν το έργο. Ή, τουλάχιστο, σχετικά με αυτό. Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος περίμενε (με) τη σειρά του (για) να εκφραστεί. Όπως ξεκίνησε το θέατρο. Όπως ξεκινά πάντα. Ξανά και ξανά. Μέσα από την ανάγκη της κάθε νέας στιγμής. Μέσω ηθοποιού και θεατή στη μοναδική σχέση που γεννιέται ανάμεσά τους. Στο ανείπωτο των αισθήσεων που μοιράζονται μέσα και πέρα από αυτές. Στην (ακρ)όαση του λόγου για την οποία διψούν ηθοποιοί και κοινό. Εκεί που κάποιος εκφράζει ένα μερίδιο λόγου και ο άλλος (αντ)αποκρίνεται.

Κοινή γλώσσα

Στα αγγλικά το κοινό λέγεται audience (ακροατήριο). Στα ελληνικά λέγεται κοινό από και για ό,τι μοιράζεται από κοινού. Ηθοποιοί και ακροατές μέλη ενός κοινού σώματος μέσα από τη μοναδική λειτουργία του καθενός τους και ο λόγος είναι το αίμα που κυλά τροφοδοτώντας τις φλέβες τους. Για το κομμάτι της κάθε λειτουργίας. Το αίμα που πηγάζει από το πνεύμα για το σώμα της ψυχής. Στο τέλος της παράστασης, όταν οι ηθοποιοί βγήκαν για να υποκλιθούν, το κοινό τους χειροκρότησε θερμά. Στην αρχή ο Χορός και ύστερα οι ερμηνευτές των ρόλων. Το χειροκρότημα δυνάμωνε ανάλογα με το μέγεθος του ρόλου και της ερμηνείας του καθώς το σώμα του λόγου εμψυχώθηκε και από μεγάλους ηθοποιούς. Εξάγγελος ήταν ο Στέλιος Βόκοβιτς, Τειρεσίας ο Γκίκας Μπινιάρης και Ιοκάστη η Αλέκα Κατσέλη. Όταν βγήκε ο Μάνος Κατράκης, το κοινό ξεσηκώθηκε με το χειροκρότημα να δυναμώνει σαν να διπλασιάστηκε τουλάχιστον. Ο λόγος της τραγωδίας είχε βρει το μέτρο έκφρασης στο αληθινό του μέγεθος. Επιβλητικός επειδή είναι υποβλητικός. Τιτάνιος επειδή είναι ανθρώπινος. Άμεσο βίωμα. Από τότε, όποτε τύχει να ξαναδώ έστω κάποιο απόσπασμα της παράστασης (που είναι διαθέσιμη και στο internet), μου έρχεται ξανά η αίσθηση της πρώτης φοράς που παρέμεινε αδιάβλητη σε όσα χρόνια περνούσαν (που μπορεί να ήταν και δεκαετίες) ανάμεσα στην κάθε περίπτωση που παρακολουθούσα οποιοδήποτε σημείο του έργου. Και με τις νέες αισθήσεις που έρχονταν κάθε φορά, ερχόταν και η αίσθηση της πρώτης φοράς. Επειδή εκτός από τη μνήμη των αισθήσεων, ταυτόχρονα μαζί της, κάθε φορά είναι πάντα μία νέα πρώτη φορά. Ο λόγος βιώνεται συνεχώς ανάλογα με την κάθε νέα μοναδική και ανεπανάληπτη στιγμή που εκφράζεται με τον τρόπο που αρθρώνεται για να (ανα)πνεύσει.

Η καρδιά του λόγου

Ο λόγος ξεκινά από την καρδιά και σε αυτήν καταλήγει επειδή εκεί απευθύνεται. Ο λόγος είναι για να τον ανακαλύπτουμε διαρκώς στην πράξη σε σχέση με ό,τι μας αφορά. Όπως π.χ. όταν διαβάσει κανείς το ίδιο βιβλίο ανά διαφορετικά χρονικά διαστήματα στη ζωή του. Οι λέξεις είναι πάντα εκεί. Ο ακροατής είναι που τις βλέπει διαφορετικά ανάλογα με τη στιγμή, που είναι και το μόνο που υπάρχει. Το 1981 είδα τον Κατράκη και στο θέατρο στο έργο «Ντα» του Ιρλανδού συγγραφέα Χιου Λέοναρντ, ο οποίος τον χαρακτήρισε ως τον καλύτερο ερμηνευτή του ρόλου. Η παράσταση δεν έχει καταγραφεί σε κάποιο οπτικοακουστικό μέσο αλλά η αίσθηση του Κατράκη (αντ)ηχεί μέσα μου αναλλοίωτη. Επίσης, την ίδια χρονιά είχα παρακολουθήσει για πρώτη φορά τους «Πέρσες» του Αισχύλου και τον «Ματωμένο Γάμο» του Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα σε δύο μεγάλες παραστάσεις του ραδιοφώνου, με εξίσου ζωντανό τον απόηχο της μνήμης τους.

Η τέχνη του ραδιοφώνου

Πριν από την έλευση της τηλεόρασης στην Ελλάδα το 1960 με τακτικές εκπομπές από το 1966, η κατοπινή ΕΡΤ (Ελληνική Ραδιοφωνία Τηλεόραση) είχε ως καταγωγή και το ΕΙΡ (Εθνικό Ίδρυμα Ραδιοφωνίας) στο οποίο οι ηθοποιοί, εκτός από το θέατρο και τον κινηματογράφο, εργάζονταν ανελλιπώς σε εκπομπές ποικίλου περιεχομένου. Εκτός από θεατρικά έργα που ηχογραφούνταν έως το 1994 (και μόλις το 2017 ξεκίνησαν ξανά ανάλογες ηχογραφήσεις από νέους ηθοποιούς), αναφέρω ενδεικτικά τη ραδιοφωνική σειρά του Κώστα Πρετεντέρη «Το Ημερολόγιο Ενός Θυρωρού» με τον Παντελή Ζερβό που μεταφέρθηκε στην τηλεόραση το 1979 με τον Κώστα Βουτσά ενώ το 1968 είχε προηγηθεί η κινηματογραφική μεταφορά ιστορίας ενός χαρακτήρα της σειράς, του Μικέ που ερμήνευε ο Γιάννης Βογιατζής, στην ταινία «Ο Μικές Παντρεύεται». Από το ραδιόφωνο θυμάμαι και την Αλίκη Βουγιουκλάκη ως «Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων» του Λούις Κάρολ σε μία θαυμάσια ερμηνεία της ιστορίας μαζί με άλλους έξοχους ηθοποιούς που ηχογραφήθηκε το 1959, τον «Μεγάλο Ψαρά» του Λόιντ Ντάγκλας και άλλα υπέροχα θεατρικά έργα που διατίθενται και σε αναρτήσεις όπως από το αρχείο της ΕΡΤ ενώ οι αναμεταδόσεις τους συνεχίζονται μέχρι σήμερα. Επίσης το 1977, ο Δημήτρης Χορν αφηγήθηκε όπως κανείς για το ραδιόφωνο το παραμύθι «Ο Ευτυχισμένος Πρίγκιπας» του Όσκαρ Γουάιλντ σε μία αξεπέραστη ερμηνεία, ανεξίτηλη στη μνήμη μου από την τηλεοπτική της μετάδοση στις αρχές του ’80 πάνω σε προβολή ζωγραφισμένων εικόνων. Τουτέστιν στην αλληλοτροφοδοσία έργων μεταξύ μέσων έκφρασης όπως η λογοτεχνία, το θέατρο, το ραδιόφωνο, ο κινηματογράφος και η τηλεόραση, το κάθε μέσο μπορεί να εκφράζεται και μέσω του άλλου.

Ακουστικά βιβλία

Από την παιδική μου ηλικία, θυμάμαι και τα ακουστικά βιβλία (audio books) με αφηγήσεις παραμυθιών από ηθοποιούς σε συσκευασίες εκδόσεων που συνδύαζαν βιβλία με κασέτες και (αντίστοιχα) CD σε κατοπινές δεκαετίες. Σε άλλες χώρες, παράγοντες όπως λ.χ. της τηλεόρασης που, παρεμπιπτόντως, προηγήθηκαν και της Ελλάδας κατά δεκαετίες, δεν επηρέασαν την παραγωγή αντίστοιχων έργων στο ραδιόφωνο. Π.χ. η μεταφορά της τριλογίας των μυθιστορημάτων «Ο Άρχοντας των Δαχτυλιδιών» του Τζ. Ρ. Ρ. Τόλκιν στη βρετανική ραδιοφωνική σειρά το 1981 αποτελεί καλλιτεχνικό σημείο αναφοράς με ερμηνείες μεγάλων ηθοποιών που θεωρούνται και καλύτερες από τις αντίστοιχες των ρόλων στην κινηματογραφική διασκευή που ακολούθησε με τη μεγάλη παγκόσμια επιτυχία της από το 2001 έως το 2003. Η προαναφερθείσα σειρά στο ραδιόφωνο (με προγενέστερη εκδοχή της το 1955 και το 1956) ήταν παραγωγή του BBC (British Broadcasting Corporation – Βρετανική Εταιρεία Μεταδόσεων), τουτέστιν του βρετανικού δημόσιου ραδιοτηλεοπτικού φορέα και μεγαλύτερου δικτύου οπτικοακουστικών και διαδικτυακών μεταδόσεων ανά τον κόσμο. Ο Βρετανός ηθοποιός Πολ Σκόφιλντ έχει χαρακτηρισθεί ευρέως ως ο καλύτερος «Βασιλιάς Ληρ» του 20ού αιώνα στις σκηνοθεσίες του έργου από τον ογκόλιθο Πήτερ Μπρουκ το 1962 στο θέατρο και το 1971 στον κινηματογράφο. Όμως –και αυτό μάλλον δεν είναι (έστω τόσο) γνωστό (τουλάχιστον στην Ελλάδα)– η πλέον εμβληματική ερμηνεία του ρόλου από αυτόν τον μέγιστο καλλιτέχνη της υποκριτικής θεωρείται εκείνη που (παρ)έδωσε στην ηχογράφηση της τραγωδίας του Σαίξπηρ για ακουστικό βιβλίο το 2002 με τον Κένεθ Μπράνα ως Τρελό (Γελωτοποιό) και άλλους επίσης σπουδαίους ηθοποιούς στη διανομή. Παρεμπιπτόντως, για ακουστικό βιβλίο ο Σκόφιλντ είχε ερμηνεύσει προηγουμένως τον ρόλο και το 1965. Η μεταγενέστερη ηχογράφηση κυκλοφόρησε στην αγορά το 2002 για να συμπέσει και με τα 80ά γενέθλια του Σκόφιλντ. Αναρωτιέμαι γιατί δεν γίνονται τέτοια έργα και στην Ελλάδα.

Διαβάστε επίσης:

«Οιδίπους Τύραννος» και σημειώσεις περί οράσεως και ακοής

Σχετικά με τον συντάκτη

Μιχάλης Ταμπούκας
Ηθοποιός, Σκηνοθέτης, Αρθρογράφος

Αφήστε σχόλιο

ΧΟΡΗΓΟΙ

Επιστροφή στην κορυφή

Συνεχίζοντας να χρησιμοποιείτε την ιστοσελίδα, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Περισσότερες πληροφορίες.

Οι ρυθμίσεις των cookies σε αυτή την ιστοσελίδα έχουν οριστεί σε "αποδοχή cookies" για να σας δώσουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία περιήγησης. Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε αυτή την ιστοσελίδα χωρίς να αλλάξετε τις ρυθμίσεις των cookies σας ή κάνετε κλικ στο κουμπί "Κλείσιμο" παρακάτω τότε συναινείτε σε αυτό.

Κλείσιμο