Δύο πολυθρόνες μια μπλε και μια κόκκινη και ανάμεσα τους ένα τραπεζάκι με δύο καφέδες
Πηγή Εικόνας: pixabay/ fotomek

Πρώτη συνάντηση με έναν επαγγελματικό σύμβουλο

Στις περισσότερες προσεγγίσεις το πρώτο μέλημα του συμβούλου κατά την πρώτη συνεδρία είναι να μάθει τι είναι αυτό το οποίο έφερε τον πελάτη σε εκείνον και η συνηθισμένη ερώτηση είναι «Τι σε φέρνει εδώ;». Αυτό είναι άλλωστε και αυτό που περιμένουν και οι περισσότεροι πελάτες, αφού θεωρούν ότι όσες πιο πολλές λεπτομέρειες δώσουν για το πρόβλημα τόσο πιο καλά θα γίνει αντιληπτό από τον σύμβουλο και έτσι θα μπορέσουν να βοηθηθούν περισσότερο. Στην επαγγελματική όμως συμβουλευτική στην οποία χρησιμοποιείται η προσέγγιση που εστιάζεται στις λύσεις ο σύμβουλος ναι μεν ακούει προσεκτικά το πώς ορίζει ο πελάτης το πρόβλημα, αλλά αυτό που τον ενδιαφέρει περισσότερο είναι το τι θέλει ο πελάτης να κάνει από εδώ και πέρα. Έτσι χρησιμοποιεί ερωτήσεις όπως:

  • « Τι περιμένεις από αυτήν τη συνεδρία επαγγελματικής συμβουλευτικής;
  • Πως πιστεύεις ότι θα σε βοηθήσει το ότι ήρθες εδώ;
  • Ποιος είναι ο στόχος σου;
  • Τι σκέφτεσαι για τον στόχο σου; »

Οι ερωτήσεις αυτές βέβαια για να γίνουν προϋποθέτουν το να έχει δημιουργηθεί μία καλή θεραπευτική σχέση με τον πελάτη και να έχει εξηγήσει ο σύμβουλος στον πελάτη τον προσανατολισμό της συμβουλευτικής διαδικασίας. Αν δεν γίνει αυτό υπάρχει περίπτωση ο πελάτης  να αισθανθεί ότι ο σύμβουλος απλώς δεν τον καταλαβαίνει ή ότι δε θέλει να τον ακούσει. Έτσι αφού αφήσει ο σύμβουλος τον πελάτη να μιλήσει για το πρόβλημα του, θα δώσει έμφαση στο να ξεκινήσει μία συζήτηση που να αφορά στις λύσεις, ρωτώντας ίσως τον πελάτη “που πιστεύεις ότι σε αυτό το πρόβλημα μπορεί να βοηθήσει το ότι είσαι σήμερα εδώ;” Αυτή η ερώτηση αλλάζει τον προσανατολισμό της συζήτησης, στρέφοντας τον προς την ανεύρεση λύσεων. Αν για παράδειγμα, κάποιος που έχει έρθει για επαγγελματική συμβουλευτική είναι μπερδεμένος σχετικά με τα επαγγελματικά του σχέδια εξιστορεί αρχικά το πώς αισθάνεται και τους λόγους που αισθάνεται έτσι. Είναι σημαντικό ο σύμβουλος να θέτει ερωτήσεις που θα κάνουν τον συμβουλευόμενο να σκεφτεί πάνω σε πιθανά αποτελέσματα και σε πιθανές αλλαγές. Για παράδειγμα μπορεί να ρωτήσει: «πώς θα ξέρεις ότι το να έρθεις για επαγγελματική συμβουλευτική ήταν καλή ιδέα;» ή « πώς θα καταλάβεις ότι δεν χρειάζεται να έρχεσαι άλλο;» βοηθώντας έτσι τον πελάτη να σκεφτεί το ποιες είναι οι προσδοκίες του και το τι θέλει να αλλάξει με τη βοήθεια του συμβούλου.

Στόχοι

Σε γενικές γραμμές, ο σύμβουλος κατά την πρώτη συνεδρία έχει ως στόχο: να εδραιώσει μία σχέση συνεργασίας με τον πελάτη, να δημιουργήσει ένα κλίμα αλλαγής, να αποσαφηνίσει και να θέσει με τον πελάτη τους στόχους της θεραπείας, να ανακαλύψει τους διαθέσιμους υποστηρικτικούς πόρους του πελάτη και να του αναθέσει κάποια εργασία.

√ Εδραίωση σχέσης συνεργασίας: Υπάρχει περίπτωση ο πελάτης, αλλά και ο σύμβουλος να δυσκολευτούν σε αυτό το κομμάτι, ιδίως όταν ο πελάτης έχει προηγούμενες αρνητικές εμπειρίες όπου ζήτησε βοήθεια και δεν είχε αποτέλεσμα. Σε αυτή την περίπτωση βέβαια θα είναι καλό αν ο σύμβουλος μπει στη διαδικασία να διερευνήσει το τι δεν πήγε καλά τις προηγούμενες φορές έτσι ώστε να μην επαναλάβει τα ίδια λάθη. Μία άλλη δυσκολία είναι το να έχει ο πελάτης συγκεκριμένες ιδέες για το τι πρόκειται να συμβεί κατά τη συμβουλευτική διαδικασία. Μάλιστα, θα είναι μία έκπληξη στη συγκεκριμένη προσέγγιση το ότι ο σύμβουλος ελάχιστα θα ενδιαφερθεί για το πρόβλημα και θα εστιάσει απευθείας στις λύσεις. Ο σύμβουλος χρησιμοποιεί την ενσυναίσθηση για να δημιουργήσει τη «σχέση» με τον πελάτη, αλλά τη χρησιμοποιεί με μέτρο. Σκοπός του είναι να δημιουργήσει μία σχέση που να διέπεται από σεβασμό, υποστήριξη, αποδοχή και να είναι προσανατολισμένη στο μέλλον και τους στόχους του πελάτη. Μόλις ο σύμβουλος κατανοήσει το τι ακριβώς συμβαίνει και ο πελάτης αισθανθεί ότι ο σύμβουλος τον αποδέχεται τότε μπορούν μαζί να ξεκινήσουν και να προχωράνε προς την κατεύθυνση της αλλαγής ( O’ Connell, 2001).

√ Δημιουργία κλίματος αλλαγής: Κάποιοι πελάτες δυσκολεύονται να αποφασίσουν να μπουν στη συμβουλευτική διαδικασία γιατί δε θέλουν ή φοβούνται να αλλάξουν. Ο σύμβουλος τους εξηγεί ότι δεν χρειάζεται να αλλάξουν, απλώς χρειάζεται να κάνουν διαφορετικά πράγματα ή να σταματήσουν να κάνουν κάποια παγιωμένα άλλα προκειμένου να πετύχουν τους στόχους τους. Χρειάζεται δηλαδή ο πελάτης να επαναδιαπραγματευτεί το πρόβλημα, ή καλύτερα αυτό το οποίο ορίζει ο ίδιος ως προβληματική συμπεριφορά.

Για παράδειγμα, στην αρχή της πρώτης συνεδρίας ο επαγγελματικός σύμβουλος που ακολουθεί την προσέγγιση που εστιάζεται σε λύσεις μπορεί να ρωτήσει τον πελάτη τι αλλαγές έχει παρατηρήσει από τη στιγμή που τηλεφώνησε για να κλείσει το ραντεβού μέχρι σήμερα. Αυτό το κάνει γιατί ο σύμβουλος πιστεύει ότι η αλλαγή ήδη συμβαίνει και θα συνεχίσει να συμβαίνει. Έτσι μία συνήθης ερώτηση είναι: «Κάποιοι άνθρωποι στο διάστημα που μεσολαβεί από τη στιγμή που κλείστηκε το ραντεβού μέχρι τη συνάντηση μας παρατηρούν ότι τα πράγματα ήδη έχουν αλλάξει κάπως. Εσύ παρατήρησες κάτι τέτοιο;» ( O’ Connell, 2001).

Οι πιθανές απαντήσεις σε αυτή την ερώτηση είναι τρεις και ανάλογες είναι και οι κατάλληλες απαντήσεις από την πλευρά του συμβούλου. Συγκεκριμένα:

– Απάντηση Πελάτη: Τίποτα δεν έχει αλλάξει.

-Απάντηση Συμβούλου: Τι περιμένεις να συμβεί σήμερα για να θεωρήσεις ότι αυτή μας η συνάντηση είναι χρήσιμη;

-Απάντηση Πελάτη: Τα πράγματα έχουν αρχίσει να πηγαίνουν καλύτερα.

-Απάντηση Συμβούλου: ( αφού πρώτα ρωτήσει λεπτομέρειες για το τι έχει αλλάξει και τι έχει κάνει ο πελάτης για να φέρει την όποια αλλαγή) Αν συνεχίσουν αυτές οι αλλαγές προς αυτή την κατεύθυνση, θα ήσουν ικανοποιημένος;

-Απάντηση Πελάτη: Όλα είναι ίδια.

-Απάντηση συμβούλου: Είναι κάτι το ασυνήθιστο τα πράγματα να μην έχουν χειροτερέψει;

Οι αλλαγές που παρουσιάζονται πριν τη συνάντηση είναι κάτι το θετικό, καθώς συμβαίνουν ανεξάρτητα της όποιας παρέμβασης του συμβούλου, μόνο με την προσπάθεια του πελάτη και στην ουσία ο σύμβουλος χτίζει πάνω σε αυτά που έχει ήδη καταφέρει ο σύμβουλος, πιστεύοντας ότι οι αλλαγές δεν προκύπτουν τυχαία ( O’ Connell, 1998, p.44).

√ Καθορισμός στόχων:

Σύμφωνα με τους Nathan & Hill (2006, σελ. 107): «ο καθορισμός κάποιων στόχων εξασφαλίζει δομή και για τον πελάτη και για τον σύμβουλο και μπορεί να αποτελέσει τη βάση για μια επακόλουθη ανασκόπηση της προόδου. Οποιοιδήποτε στόχοι δεν θα πρέπει να τεθούν δεν θα πρέπει να αποτελούν περιορισμούς, αλλά απλώς να παρέχουν ένα γενικό πλαίσιο για συμβουλευτική». Στην επαγγελματική συμβουλευτική ο σύμβουλος προσπαθεί να εντοπίσει τι περιμένει ο πελάτης να συμβεί για να θεωρήσει τη συμβουλευτική διαδικασία πετυχημένη. Αυτό δεν είναι πάντα εύκολο, καθώς οι πελάτες συνήθως είναι απορροφημένοι στο να σκέφτονται τις δυσκολίες που έχουν (O’ Connell, 1998). Επειδή οι πελάτες μπορεί να δυσκολεύονται να θέσουν στόχους ή οι στόχοι που θέτουν να είναι μη πραγματοποιήσιμοι, σύμβουλος και πελάτης πρέπει να έχουν στο μυαλό τους ότι ο «έξυπνος» στόχος πρέπει να είναι συγκεκριμένος, να μην διατυπώνεται δηλαδή με γενικούς όρους αλλά να στηρίζονται σε απλά και συγκεκριμένα βήματα, να είναι μετρήσιμος, για παράδειγμα «θα ξέρω ότι έχω πετύχει το στόχο μου όταν μειώσω τις διαφωνίες που έχω με τον συγκεκριμένο συνάδελφο», να είναι ελκυστικός, να είναι δηλαδή ένας στόχος που να τον θέλει ο πελάτης και να θέλει να προσπαθήσει για την επίτευξη του. Αν για παράδειγμα κάποιος που έχει δυσκολία στη λήψη απόφασης θα πρέπει ο ίδιος να θέλει να προσπαθήσει και να δεσμευτεί στο ότι θα μάθει μία διαδικασία που θα τον βοηθήσει να λαμβάνει πιο εύκολα και πιο γρήγορα τις αποφάσεις του. Αν ο στόχος τεθεί από κάποιον άλλον τότε το αναμενόμενο είναι το άτομο να μην καταφέρει να τον πραγματοποιήσει.  Ακόμη, ο «έξυπνος» στόχος πρέπει να είναι ρεαλιστικός και να μη θέλει ο πελάτης κάτι το εξωπραγματικό ή κάτι που είναι υπερβολικά δύσκολο να επιτευχθεί και τέλος, πρέπει να είναι χρονικά οριοθετημένος. Δεν θέτει κανείς στόχους που να πρέπει να πραγματοποιηθούν κάποια στιγμή στο μέλλον. Αντιθέτως, ο καθορισμός χρονικών ορίων για την επίτευξη των στόχων  βοηθά τον πελάτη να επικεντρωθεί στους στόχους του (Nathan & Hill, 2006, p. 200-201). Ένας καλός τρόπος για να βοηθήσει ο σύμβουλος τον πελάτη να θέσει τους στόχους του είναι να χρησιμοποιήσει την ερώτηση για το Θαύμα, που περιγράφηκε προηγμένως. Όπως έχει ήδη αναφερθεί η ερώτηση για το Θαύμα βοηθάει στο να αναγνωριστούν υπάρχουσες λύσεις και να τεθούν ρεαλιστικοί στόχοι. Σύμφωνα με τους Nathan & Hill (2006, σελ. 140) « ο ρεαλισμός στη λήψη αποφάσεων μπορεί να αυξηθεί, αν κανείς συνδυάσει την αυξημένη αυτογνωσία με ακριβείς επαγγελματικές πληροφορίες». Άλλες τεχνικές που χρησιμοποιούνται για αυτό το σκοπό είναι η ανεύρεση εξαιρέσεων και η τεχνική της διαβάθμισης.

√ Ανακαλύπτοντας τους διαθέσιμους πόρους του πελάτη:

Ο σύμβουλος προσπαθεί να ανακαλύψει τους υποστηρικτικούς πόρους αλλά και τις δυνάμεις του πελάτη, καθώς και τους τρόπους τους οποίους χρησιμοποιούσε για να επιλύσει τα προβλήματα του (De Shazer, 1988). Ναι μεν η δυσκολία που έχει τώρα ο πελάτης μπορεί να διαφέρει από προηγούμενες δυσκολίες, αυτό όμως δε σημαίνει ότι ο πελάτης δεν μπορεί να αξιοποιήσει τρόπους συμπεριφοράς που τον βοήθησαν να επιλύσει την προηγούμενη δυσκολία. Για παράδειγμα, ένας πελάτης που δεν μπορεί να αποφασίσει αν θα δεχτεί την πρόταση για μία θέση στον εργασιακό του χώρο, μπορεί να μην έχει αντιμετωπίσει ξανά το ίδιο πρόβλημα αλλά σίγουρα στο παρελθόν έχει χρειαστεί να λάβει σημαντικές αποφάσεις. Έτσι ο σύμβουλος σε αυτή την περίπτωση θα προσπαθήσει μαζί με τον πελάτη να εντοπίσουν τι ήταν αυτό που τον βοήθησε τις προηγούμενες φορές να λάβει μια απόφαση. Μία καλή τεχνική για αυτή την περίπτωση είναι και η ανεύρεση των εξαιρέσεων.

Ο De Shazer (1988) ορίζει τις εξαιρέσεις ως ότι δε συμβαίνει όταν δεν υπάρχει το πρόβλημα. Το μεγαλύτερο πλεονέκτημα των εξαιρέσεων είναι ότι δημιουργούν ιστορίες που βοηθούν τον πελάτη να μάθει από αυτά που ήδη έχει κάνει ο ίδιος και να δει την επιτυχία (Burwell & Chen, 2006). Οι Milner & O’ Byrne (2002) περιγράφουν τις εξαιρέσεις ως το «ασφαλέστερο μονοπάτι του πελάτη» (p.201). Και στην επαγγελματική συμβουλευτική δίνοντας τη δυνατότητα στον πελάτη να εντοπίσει κάποιες εξαιρέσεις, στην ουσία ο σύμβουλος του μεταφέρει το μήνυμα ότι το πρόβλημα μπορεί να βελτιωθεί και πως είναι κάτι το προσωρινό. Θα πρέπει όμως να καλύπτει όχι μόνο το τι έκανε ο πελάτης, αλλά και το τι σκεφτόταν και το πώς αισθανόταν πριν, κατά τη διάρκεια και μετά την εξαίρεση.

Συνοψίζοντας, η εξέλιξη της πρώτης συνεδρίας είναι σημαντική γιατί μπορεί να υπάρξουν και πελάτες οι οποίοι θα έρθουν για μία και μοναδική συνεδρία και τότε ο σκοπός είναι να φύγει ο πελάτης έχοντας αισθανθεί ότι ήταν μία αποτελεσματική παρέμβαση και ότι έφυγε κερδισμένος, αποσαφηνίζοντας και τους στόχους του.

Το πώς θα εξελιχθούν οι επόμενες συνεδρίες έχει να κάνει με τις ανάγκες και τις δυνατότητες του κάθε πελάτη. Κάποιοι πελάτες ανταποκρίνονται πιο γρήγορα στη συμβουλευτική διαδικασία, ενώ άλλοι χρειάζονται περισσότερο χρόνο. Οι O’ Hanlon & Weiner- Davis (1989) πολύ εύστοχα παρομοιάζουν τη συμβουλευτική διαδικασία με ορειβασία, λέγοντας ότι κάποιος ανεβαίνοντας στο βουνό γνωρίζει το στόχο, αλλά για να ανέβει πρέπει να χρησιμοποιήσει κάποιες γενικές πρακτικές ορειβασίας, προσαρμοσμένες όμως στο συγκεκριμένο βουνό. Μερικές φορές μάλιστα χρειάζεται να αλλάξει έναν συνηθισμένο κανόνα για να μπορέσει να ανταποκριθεί και στην ουσία το βουνό είναι αυτό που διδάσκει στον ορειβάτη πως θα αναρριχηθεί. Έτσι και στη συμβουλευτική διαδικασία οι πελάτες είναι αυτοί που διδάσκουν στους «ειδικούς» το πώς θα τους βοηθήσουν και ότι κάποιες φορές μπορεί να χρειαστεί να εφαρμόσουν έναν τρόπο διαφορετικό από τον συνηθισμένο ( O’ Connell, 1998).

Η συμβουλευτική είναι η αρχή μιας διαδικασίας η οποία δεν προϋποθέτει ότι ο σύμβουλος πρέπει να είναι εκεί μέχρι τελευταία στιγμή, ούτε είναι απόλυτο ότι, αν για παράδειγμα κάποιος δυσκολεύεται να πάρει μια επαγγελματική απόφαση που σχετίζεται με την αλλαγή σταδιοδρομίας, η συμβουλευτική διαδικασία θα κρατήσει μέχρι να αλλάξει καριέρα ο πελάτης. Αυτό που θα κάνει ο σύμβουλος είναι να βοηθήσει τον πελάτη να αποσαφηνίσει τους στόχους του και να αναπτύξει δεξιότητες που θα τον βοηθήσουν να τους πετύχει.

Ενδεικτικές Βιβλιογραφικές Αναφορές

  • De Shazer, S., Dolan, Y., Korman, H., Trepper, T., Mccollum, E., & Berg, I. K. (2007). More than miracles. The State of the Art of Solution- Focused Brief Therapy. New York: The Haworth Press.
  • Milner, J., & O’Byrne, P. (2002). Brief counselling: Narratives and solutions. New York: Palgrave.
  • Nathan, R., & Hill, L. (2006). Επαγγελματική Συμβουλευτική: Η Συμβουλευτική Προσέγγιση της Επαγγελματικής Επιλογής και Σταδιοδρομίας. (Δ. Σιδηροπούλου- Δημακάκου, Μετάφραση- Επιστημονική Επιμέλεια). Αθήνα: Μεταίχμιο.
  • O’ Connell, B. (2001). Solution-Focused Stress Counselling. London: SAGE Publications.

Διαβάστε επίσης:

Πάντα στα προβλήματα υπάρχουν και….. εξαιρέσεις

Σχετικά με τον συντάκτη

Νίκη Δαλιανά
Σύμβουλος Επαγγελματικού Προσανατολισμού. Σύμβουλος Ψυχικής Υγείας.

Αφήστε σχόλιο

ΧΟΡΗΓΟΙ

Επιστροφή στην κορυφή