πολλά πιόνια μαζί κι ένα απέναντί τους μόνο του και διαφορετικό χρώμα
Photo by Markus Spiske on Unsplash

Ο κοινωνικός αποκλεισμός είναι ένας όρος που απασχόλησε τους επιστήμονες επί πολλά χρόνια προκειμένου να βρεθεί ένας αντιπροσωπευτικός ορισμός.

Για πρώτη φορά χρησιμοποιήθηκε σαν όρος στα τέλη της δεκαετίας του ’70 για να αναφερθεί στα άτομα εκείνα που δεν προστατεύονταν από το κράτος πρόνοιας και θεωρούνταν κοινωνικά παρείσακτα (Παπάνης, 2007). Μολοταύτα, δεν αποτελεί μια σαφή και ξεκάθαρη έννοια εφόσον έχουν υπάρξει πολλές απόψεις, διαστάσεις και συζητήσεις περί των μορφών του φαινομένου με αποτέλεσμα μέχρι και σήμερα να μην έχει επιτευχθεί σύμπνοια μεταξύ των επιστημόνων σ’ ένα συγκεκριμένο ορισμό.

Στον ελληνικό χώρο υπάρχουν ιδιαίτερες δυσκολίες στις προσπάθειες για αποσαφήνιση του όρου καθώς οι σχετικές αναζητήσεις έχουν έναν ιδιαίτερα «ανορθόδοξο» χαρακτήρα: Ο αριθμός των συνεδρίων, σεμιναρίων, ημερίδων κλπ που έχουν πραγματοποιηθεί για τον κοινωνικό αποκλεισμό, όπου παίρνουν μέρος επιστήμονες διαφόρων ειδικοτήτων είναι δυσανάλογα μεγάλος σε σχέση με την πρωτογενή επιστημονική εργασία που είχε προηγηθεί και κυρίως σε σχέση με τον αριθμό των ανθρώπων που συμμετείχαν ενεργητικά στη διαμόρφωση του επιστημονικού προβληματισμού στον τομέα αυτό. Είναι χαρακτηριστικό ότι μόνο μέσα στο Δεκέμβριου του 1996 πραγματοποιήθηκαν στην Ελλάδα περίπου 80 ημερίδες με θέμα τον κοινωνικό αποκλεισμό (Τσιάκαλος, 2000). Σύμφωνα με τον Commings (1993): «μέλος μιας κοινωνίας θεωρείται αυτός που συμμετέχει στα εξής τέσσερα συστήματα που προσδιορίζουν την κοινωνική ζωή: η πολιτική ενσωμάτωση, το να είναι δηλαδή κανείς ισότιμος πολίτης μέσα σε ένα δημοκρατικό σύστημα, η οικονομική ενσωμάτωση που σημαίνει να μπορεί κανείς έχοντας μια δουλειά να εξασφαλίζει τα προς το ζην, η κοινωνική ενσωμάτωση, να μπορεί κανείς να έχει πρόσβαση στις κοινωνικές υπηρεσίες και τέλος η διαπροσωπική ενσωμάτωση που αφορά στο να έχει κανείς οικογένεια, φίλους και δίκτυα που θα του παρέχουν φροντίδα και ηθική στήριξη όταν χρειάζεται» (Παππά, 2010).

Κατά καιρούς πολλοί μελετητές έχουν ορίσει τον κοινωνικό αποκλεισμό.

Ο Le Grand, για παράδειγμα, θεωρεί ότι ένα άτομο είναι κοινωνικά αποκλεισμένο εάν είναι κάτοικος μιας περιοχής αλλά για λόγους που είναι πέρα από τον έλεγχο του δεν μπορεί να συμμετέχει στις συνήθεις δραστηριότητες της συγκεκριμένης κοινωνίας αν και θα το ήθελε να συμμετέχει. Ο Barry (1998) περιόρισε τον παραπάνω ορισμό υποστηρίζοντας ότι αν και συχνά ορισμένα άτομα ή ομάδες εθελουσίως προτιμούν να μη συμμετέχουν, εντούτοις η απόφαση αυτή είναι απόκτημα μιας λανθάνουσας εντύπωσης ότι η συμμετοχή τους δεν θα εκτιμηθεί από τους υπόλοιπους ανθρώπους. Επομένως, ο αποκλεισμός υφίσταται μόνο εάν η κοινωνία πραγματικά αρνείται τη συμμετοχή. Ο Burchardt (2000) υποστηρίζει ότι ένα άτομο είναι κοινωνικά αποκλεισμένο εάν δε συμμετέχει σε λογικό βαθμό σε συγκεκριμένες δραστηριότητες της κοινότητας του και αυτό οφείλεται, όπως είχε πει και ο Le Grande, σε αίτια που είναι πέρα από τον έλεγχο του και ο ίδιος θα ήθελε να συμμετέχει.

Σε σχετική εμπειρική έρευνα οι Burchardt et al., διέγνωσαν πέντε είδη δραστηριοτήτων στις οποίες οφείλει να συμμετέχει κάθε άτομο:

  • Κατανάλωση
  • Αποταμίευση
  • Παραγωγή
  • Πολιτική Δραστηριοποίηση
  • Κοινωνική Δράση.

Σύμφωνα με το Παρατηρητήριο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής που παρακολουθεί τις εθνικές πολιτικές καταπολέμησης του κοινωνικού αποκλεισμού (1991), ο κοινωνικός αποκλεισμός μπορεί να οριστεί κυρίως σε σχέση με τα κοινωνικά δικαιώματα των πολιτών και με βάση αυτήν την αντίληψη μπορεί να αναλυθεί με τους όρους της άρνησης ή της μη πραγματοποίησης κοινωνικών δικαιωμάτων. Καταλήγουμε λοιπόν ότι ως κοινωνικό αποκλεισμό εννοούμε την «περιθωριοποίηση ατόμων ή ομάδων, τη στέρηση δικαιωμάτων, ευκαιριών και δυνατοτήτων για ουσιαστική και ισότιμη συμμετοχή στο κοινωνικό γίγνεσθαι» (Ποτουρίδου & Προκοπίου, 2007).

Στο σημείο αυτό είναι αναγκαίο να γίνει μια διάκριση μεταξύ φτώχειας και κοινωνικού αποκλεισμού, καθώς αρκετές φορές η έννοια του κοινωνικού αποκλεισμού ταυτίζεται με την έννοια της φτώχειας. Η φτώχεια προσδιορίζεται από τους ανεπαρκείς πόρους για την επιβίωση του ατόμου και της οικογένειας του και έχει να κάνει με τη μη πρόσβαση σε συγκεκριμένες βασικές υπηρεσίες και αγαθά. Ο κοινωνικός αποκλεισμός είναι ένα πιο πολύπλοκο φαινόμενο το οποίο περιλαμβάνει όχι μόνο έλλειψη πρόσβασης σε συγκεκριμένες υπηρεσίες, αλλά και κοινωνικοδημογραφικούς παράγοντες, την κοινωνικοπολιτιστική κατάσταση των ατόμων και την ποιότητα του επιπέδου ζωής τους. Στη σχετική βιβλιογραφία είναι ευρέως γνωστός ο συλλογισμός του κοινωνιολόγου Room (1995, 1998) σύμφωνα με τον οποίο οι διαφορές φτώχειας και κοινωνικού αποκλεισμού αφορούν σε τρία επίπεδα:

• Η έννοια της φτώχειας δίνει έμφαση στο εισόδημα και την κατανάλωση, ενώ ο κοινωνικός αποκλεισμός έχει να κάνει κυρίως με την πολυδιάστατη μειονεξία.
• Η φτώχεια ως έννοια αφορά κυρίως στο στατικό απολογισμό των ανισοτήτων, ενώ ο κοινωνικός αποκλεισμός τη δυναμική ανάλυση των διαδικασιών και
• Η φτώχεια ως έννοια δίνει έμφαση στη διάσταση του ατόμου και του νοικοκυριού, ενώ ο κοινωνικός αποκλεισμός αναγνωρίζει τη σημασία του τοπικού πλαισίου.

Σύμφωνα με τα παραπάνω, ως ευπαθείς κοινωνικές ομάδες μπορούν να θεωρηθούν:

  • Οι γυναίκες,
  • Οι νέοι και μάλιστα οι μακροχρόνια άνεργοι,
  • Τα μέλη μονογονεϊκών ή άπορων οικογενειών,
  • Οι αναλφάβητοι ή ανεπάγγελτοι,
  • Οι ηλικιωμένοι και οι συνταξιούχοι,
  • Οι μετανάστες και οι πρόσφυγες,
  • Τα μέλη μειονοτικών ή ιδιόρρυθμων κοινωνικών ομάδων (πχ Ρομά),
  • Τα άτομα με αναπηρία (ΑμεΑ),
  • Οι κάτοικοι απομακρυσμένων περιοχών,
  • Οι άστεγοι,
  • Οι απεξαρτημένοι χρήστες ψυχοτρόπων ουσιών,
  • Οι οροθετικοί,
  • Οι ανήλικοι παραβάτες

Γενικά, τα μέλη αυτών των ομάδων είτε ανήκουν σε πληθυσμιακά στρώματα κοινωνικά αποκλεισμένα είτε οδηγούνται, μετά από αποτυχίες και περιορισμούς στην προσωπική ζωή ή στην επαγγελματική τους δράση σε συνθήκες κοινωνικού αποκλεισμού. Μάλιστα, ορισμένα άτομα συγκεντρώνουν τα χαρακτηριστικά πολλών κατηγοριών και κατατάσσονται σε ομάδες υψηλού κινδύνου που απειλούνται με μακρόχρονη στέρηση ή διαρκή οικονομικό και κοινωνικό αποκλεισμό (Φακιόλης, 2002).

Ο Κοινωνικός Αποκλεισμός ως διαδικασία

Ο κοινωνικός αποκλεισμός ως διαδικασία δεν εκλαμβάνεται ως ένα γεγονός απόλυτο αλλά ως ένα γεγονός που συντελείται σε κάποια στάδια. Σύμφωνα με τον Mazel (1996) υπάρχουν πέντε στάδια που οδηγούν στον κοινωνικό αποκλεισμό:

Το στάδιο του κινδύνου: Αφορά κατηγορίες πληθυσμού που έχουν χαρακτηριστικά που τις καθιστούν ευάλωτες (πχ σχολική αποτυχία, αναλφαβητισμός, κακές συνθήκες στέγασης, δύσκολη οικογενειακή ζωή).

Το στάδιο της απειλής: Αφορά μια μεγάλη ποικιλία καταστάσεων (πχ μια γυναίκα που ξαφνικά ύστερα από ένα διαζύγιο ή το θάνατο του συζύγου βρίσκεται αρχηγός μια μονογονεϊκής οικογένειας ή ένας απολυόμενος σε μεγάλη ηλικία).

Το στάδιο της αποσταθεροποίησης: Είναι το αποτέλεσμα των τρόπων με τους οποίους τα άτομα αντιμετωπίζουν το στάδιο της απειλής. Οι τρόποι αυτοί εξαρτώνται από τους οικογενειακούς δεσμούς που αυτά διατηρούν. Εάν αυτοί οι δεσμοί είναι ασθενείς ή ανύπαρκτοι η αποσταθεροποίηση μπορεί να οδηγήσει στον αποκλεισμό.

Το στάδιο της έκπτωσης: Είναι το αποτέλεσμα της ρήξης των κοινωνικών δεσμών και της αδυναμίας επαναδημιουργίας τους. Η αδυναμία αυτή οφείλεται στη συσσώρευση πολλών αρνητικών παραγόντων και για μακρό χρονικό διάστημα, Εάν αυτή η έκπτωση διαιωνιστεί παγιώνεται και οδηγεί στον κοινωνικό αποκλεισμό.

Το στάδιο του πραγματικού αποκλεισμού: Αφορά την πλήρη ρήξη των κοινωνικών δεσμών που συνδέονται με την απασχόληση, την οικογένεια και την κατοικία. (Παπά, 2010)

Ποια είναι όμως τα αίτια του Κοινωνικού Αποκλεισμού;

Τα αίτια του κοινωνικού αποκλεισμού είναι πολλαπλά: η μόνιμη ανεργία, ο αντίκτυπος της βιομηχανικής αλλαγής σε μη ειδικευμένους εργαζόμενους, η εξέλιξη των οικογενειακών δομών και η παρακμή των παραδοσιακών μορφών αλληλεγγύης, η αύξηση του ατομικισμού και η παρακμή των παραδοσιακών αντιπροσωπευτικών θεσμών, οι νέες μορφές μετανάστευσης και ιδιαίτερα η παράνομη μετανάστευση και οι μετακινήσεις του πληθυσμού (Τσιάκαλος, 1998). Επιπροσθέτως, ως αιτίες μπορούν να θεωρηθούν η έλλειψη βασικών επαγγελματικών προσόντων και δεξιοτήτων εξαιτίας της ανεπαρκούς ένταξης κάποιων κοινωνικών ομάδων στο εκπαιδευτικό σύστημα,ο κοινωνικός στιγματισμός, τα στερεότυπα και οι προκαταλήψεις.

Τέλος, μια άλλη αιτία κοινωνικού αποκλεισμού είναι και η χρήση ουσιών, όμως εδώ υπάρχει μια σύγχυση καθώς η χρήση μπορεί να θεωρηθεί και αιτία αλλά και συνέπεια του κοινωνικού αποκλεισμού (Carpentier, 2002). Η χρήση ναρκωτικών ουσιών μπορεί να προκαλέσει επιδείνωση των συνθηκών διαβίωσης, όμως από την άλλη μεριά οι διαδικασίες κοινωνικής περιθωριοποίησης μπορούν να αποτελέσουν αιτία για την έναρξη της χρήσης ουσιών. Ωστόσο, η σχέση μεταξύ της χρήσης ουσιών και του κοινωνικού αποκλεισμού δεν είναι μία σχέση αιτιώδους συνάφειας «διότι ο κοινωνικός αποκλεισμός δεν ισχύει για όλους τους χρήστες ναρκωτικών» (Tomas, 2001).

Συνέπειες Κοινωνικού Αποκλεισμού

Τα άτομα που βιώνουν τον κοινωνικό αποκλεισμό βρίσκονται διαρκώς αντιμέτωπα με εμπόδια πάσης φύσεων που εμποδίζουν την άσκηση των φυσικών δικαιωμάτων τους. Η παραβίαση των ατομικών και ανθρωπίνων δικαιωμάτων αποτελεί μία διαρκή τραυματική εμπειρία που έχει ως συνέπεια την απόλυτη ψυχολογική τους φθορά και τη διαβίωση κάτω από συνθήκες εξαθλίωσης. Αυτή η κατάσταση μοιάζει με αυτό που Έγκελ ονόμασε « Φαινόμενο του Πωπερισμού» δηλαδή της απόλυτης φτώχειας, της εκμετάλλευσης και του ολοκληρωτικού κοινωνικού εκπεσμού (Παπά, 2010).

Οι συνέπειες του κοινωνικού αποκλεισμού είναι οι εξής:

Α. Φτώχεια/ Ένδεια

Λόγω της ελλιπής εκπαίδευσης και της συνακόλουθης ανεργίας οι ευπαθείς κοινωνικές ομάδες δεν έχουν τη δυνατότητα εξασφάλισης των απαραίτητων διαθέσιμων πόρων με αποτέλεσμα το επίπεδο διαβίωσης να είναι χαμηλό και να οδηγούνται σε κατάσταση φτώχειας. Η φτώχεια και οι ευπαθείς κοινωνικές ομάδες βρίσκονται συχνά σε ένα φαύλο κύκλο.

Β. Φαύλος κύκλος των διακρίσεων

Η υποτιμητική ψυχολογική διαδικασία στην οποία υπόκεινται οι ευπαθείς κοινωνικές ομάδες δημιουργεί έναν φαύλο κύκλο διακρίσεων. Τα στερεότυπα και οι προκαταλήψεις εμποδίζουν και συχνά απαγορεύουν στις ευπαθείς κοινωνικές ομάδες να διατηρήσουν μια αξιοπρεπή θέση στην κοινωνική ζωή, καθώς βρισκόμενα τα άτομα κάτω από απαξιωτικές συνθήκες διαβίωσης συμπεριφέρονται και λειτουργούν με τρόπο που ενισχύει αρνητικές συμπεριφορές, όπως παραβατικότητα και επιθετικότητα. Με αυτόν τον τρόπο αυξάνεται ακόμη περισσότερο η προκατάληψη και η περιθωριοποίηση και η κατάσταση διαιωνίζεται.

Γ. Παραβατικότητα

Οι προκαταλήψεις και ο συνεχής στιγματισμός, όπως για παράδειγμα ότι οι μετανάστες είναι επιρρεπείς στην εγκληματική συμπεριφορά λειτουργεί ως αυτοεκπληρούμενη προφητεία και οδηγεί ακριβώς εκεί που η κοινωνία φοβάται: στην αύξηση της παραβατικής συμπεριφοράς και της εγκληματικότητας.

Δ. Ψυχολογικές Συνέπειες

Σύμφωνα με την Παπά (2010), το άγχος και ο φόβος είναι τα συναισθήματα από τα οποία διακατέχονται οι κοινωνικά ευπαθείς ομάδες και που αποτελούν λογική συνέπεια της αβεβαιότητας και της ανασφάλειας που βιώνουν. Συχνά τα μέλη αυτών των ομάδων αισθάνονται ματαίωση, καθώς λόγω της κατάστασης που βιώνουν συνειδητοποιούν ότι δεν μπορούν να κάνουν όνειρα και να έχουν τις ίδιες προσδοκίες με τα υπόλοιπα άτομα. Αυτή η ματαίωση οδηγεί σταδιακά τόσο στην απελπισία και στην απόγνωση, όσο και σε συναισθήματα ενοχής και ντροπής, καθώς τα μέλη των ομάδων συνειδητοποιούν ότι δεν μπορούν να προσφέρουν στην οικογένεια τους μία αξιοπρεπή και ποιοτική ζωή. Είναι ακόμη συχνό φαινόμενο να παρατηρούνται συναισθήματα απώλειας και πένθους κυρίως όταν πρόκειται για άτομα τα οποία απομακρύνονται από τη χώρα καταγωγής τους και ιδίως όταν η χώρα υποδοχής τους αποδεικνύεται «κακιά μητριά». Εξαιτίας όλων των προαναφερθέντων συναισθημάτων δε λείπουν οι συχνές ενδοοικογενειακές συγκρούσεις και τα ξεσπάσματα μέσα στην οικογένεια. Επίσης, η έντονη προκατάληψη και τα στερεότυπα οδηγούν σε καταστάσεις κοινωνικής απόσυρσης και απομόνωσης. Τα συναισθήματα αυτά φαίνεται να αποτελούν συνειδητή επιλογή των ατόμων προκειμένου να αμυνθούν από το στιγματισμό και την απόρριψη που δέχονται.

Επιπροσθέτως, λόγω της περιθωριοποίησης δημιουργείται ένα πεδίο σύγκρουσης μεταξύ των ομάδων λόγω του ότι κανένας άνθρωπος δεν επιθυμεί και δεν επιδιώκει να μένει στο περιθώριο. Η σύγκρουση όμως που δημιουργείται είναι υγιής μόνο εφόσον τα άτομα διαπραγματεύονται τη διαφωνία με ειρηνικούς τρόπους όπως είναι ο διάλογος και η επιχειρηματολογία (Παπά, 2010).
Τέλος, το κυνήγι του κέρδους, η απόκτηση όλο και περισσότερων υλικών αγαθών, το εύκολο και γρήγορο χρήμα και η έλλειψη ανθρωπιάς χαρακτηρίζουν τη σύγχρονη κοινωνική πραγματικότητα. Σ’ αυτό το γενικότερο πλαίσιο αναπτύχθηκε με ραγδαίους τρόπους τα τελευταία χρόνια το trafficking και οι traffickers. Ως trafficking νοείται το δουλεμπόριο και συμπεριλαμβάνει τη στρατολόγηση και τη μεταφορά με τη χρήση απειλής και την άσκηση κάθε μορφής πίεσης ή βίας ανθρώπων από τους traffickers σε διάφορα μέρη του πλανήτη. Στόχος είναι η καταναγκαστική εργασία, η εκπόρνευση γυναικών και παιδιών και η υποχρέωση των ατόμων να δέχονται την αφαίρεση οργάνων του σώματός τους. Για τους παραπάνω λόγους, τα μέλη ευπαθών κοινωνικών ομάδων έχουν περισσότερες πιθανότητες να πέσουν θύματα του trafficking απ’ ότι άλλοι πολίτες (Παπά, 2010).

Όπως γίνεται αντιληπτό, ο κοινωνικός αποκλεισμός είναι ένα πολυδιάστατο φαινόμενο το οποίο για να αντιμετωπιστεί χρειάζεται πληθώρα παρεμβάσεων. Πέρα όμως από το τι θα κάνει η Πολιτεία ως σύνολο, θα πρέπει να δούμε ο καθένας μας σε ατομικό επίπεδο να μην ενισχύει συμπεριφορές και να μην αναπαράγει στερεότυπα που οδηγούν στον κοινωνικό αποκλεισμό συνανθρώπων μας.

Ενδεικτικές Βιβλιογραφικές Αναφορές

• Αλεξίου, Θ. (2006). “Κοινωνικός Αποκλεισμός” και “αποκλεισμένες ομάδες”. Κοινωνία & ψυχική Υγεία (1), σσ. 32-50.
• Παπά, Ε. (2010). Ευπαθείς Κοινωνικές Ομάδες & ο Κοινωνικός Αποκλεισμός τους.
• Παπάνης, Ε., Γιαβρίμης, Π. & Ρουμελιώτου, Μ. (2007). Κοινωνικός Αποκλεισμός.

Σχετικά με τον συντάκτη

Νίκη Δαλιανά
Σύμβουλος Επαγγελματικού Προσανατολισμού. Σύμβουλος Ψυχικής Υγείας.

Αφήστε σχόλιο

ΧΟΡΗΓΟΙ

Επιστροφή στην κορυφή