Μπορούμε να δούμε την τέχνη σαν έναν κοινωνικοϊστορικό καθρέφτη
Ένα βασικό στοιχείο που χαρακτηρίζει τον πολιτισμό είναι η δυνατότητα του ανθρώπου να στοχάζεται πάνω στις εμπειρίες του και να τις επικοινωνεί συμβολικά. Εδώ έγκειται η λειτουργία της τέχνης. Μπορούμε να δούμε την τέχνη σαν έναν κοινωνικοϊστορικό καθρέφτη. Ο τρόπος με τον οποίο επιλέγουν οι άνθρωποι να εκφράζονται υποδεικνύει τα βασικά ενδιαφέροντα της κοινωνίας ή μιας μερίδας της σε μια συγκεκριμένη ιστορική φάση. Η ανάδειξη της τραπ ως κυρίαρχου μουσικού προτύπου στη Δύση τα τελευταία χρόνια έχει σίγουρα πολλά να πει για το πώς αντιλαμβάνεται η δυτική κοινωνία ή μια μερίδα της τον κόσμο και για το περιεχόμενο των κοινωνικών φαντασιώσεων. Στο παρόν άρθρο θα αποπειραθούμε να ερμηνεύσουμε την απήχηση της mainstream τραπ ως ενδεικτική των κοινωνικοϊστορικών συντεταγμένων.
Ιστορική αναδρομή
Πρωταρχικά, έχει σημασία να διευκρινίσουμε ότι η τραπ δεν αποτελεί ένα μουσικό είδος που προκύπτει αυθόρμητα από το κοινό της νεολαίας. Είναι πιο ορθό να ιδωθεί ως μια εισαγόμενη τάση η οποία εμφανίζεται στην αμερικανική κοινωνία. Οι περισσότερες πηγές μελετούν την τραπ ως μια εξέλιξη της ραπ μουσικής, με την οποία, ωστόσο, διαφέρει σημαντικά στο περιεχόμενο.
Όπως είναι γνωστό, η ραπ αναδείχθηκε από κοινωνικά στρώματα τα οποία ζούσαν στο περιθώριο της αμερικανικής κοινωνίας και μέσω της μουσικής τους άσκησαν κριτική στις κοινωνικές ανισότητες, στον ρατσισμό, στην αστυνομική βία και γενικότερα στους κυρίαρχους κοινωνικούς και πολιτικούς θεσμούς. Η ραπ μουσική εκφράζει μια αντικουλτούρα, δηλαδή μια πολιτισμική οντότητα η οποία ζει εντός της ευρύτερης κοινωνίας αλλά αντιτίθεται σε αυτήν.
Η ελληνική ραπ
Στον ελληνικό μουσικό χώρο, η ραπ μουσική άνθισε κατά το δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1990 και τις αρχές της δεκαετίας του 2000 και άγγιξε θέματα που αφορούσαν την πολιτική διαφθορά, τις κοινωνικές ανισότητες, την αστυνομική καταστολή, τον καταναλωτισμό και την εξάρτηση της χώρας από μεγαλύτερες οικονομικές δυνάμεις. Γενικά, παρότι η ελληνική ραπ παρουσιάζει έντονο πλουραλισμό στο εσωτερικό της, μπορούμε να πούμε ότι σε μεγάλο μέρος της αμφισβητεί την επιτυχία βασικών κοινωνικοπολιτικών θεσμών και ότι συνδέεται με την πολιτική Αριστερά ή/και τον αναρχικό χώρο.
Αναφέρεται ότι η τραπ προκύπτει ως μια μετεξέλιξη της ραπ μουσικής στην Αμερική κατά το τέλος του 20ού αιώνα. Στην αμερικανική αργκό, trap house ήταν το σπίτι ή το σημείο όπου πραγματοποιούνταν διακίνηση ναρκωτικών. Κατ’ επέκταση, the trap σήμαινε το περιβάλλον της παρανομίας, της φτώχειας και της καθημερινής επιβίωσης μέσω του εμπορίου ναρκωτικών.
Ωστόσο, η τραπ μουσική άργησε αρκετά να γίνει τόσο διαδεδομένη όσο είναι σήμερα. Στην Ευρώπη, και στην Ελλάδα ειδικότερα, από το 2015 και μετά παρατηρούμε μια εκθετική αύξηση στην προβολή αλλά και στην κατανάλωση της τραπ μουσικής.
Η θεματολογία και η ιδεολογική συγκρότηση της mainstream τραπ μουσικής
Έχει σημασία να προσπαθήσουμε να αποτυπώσουμε το θεματικό αλλά και γενικότερο ιδεολογικό πλαίσιο της mainstream τραπ μουσικής. Σε σύγκριση με την hip hop μουσική, στην trap υπάρχει πολύ λιγότερο storytelling, το οποίο αποτελούσε επαναλαμβανόμενο μοτίβο στη rap, και οι στροφές διαδέχονται η μία την άλλη με συγκοπτόμενο ρυθμό, χωρίς σαφή θεματική σύνδεση. Είναι περισσότερο υπαινικτικές παρά αφηγηματικές: προτείνουν νοηματικές κατευθύνσεις και σημασιολογικές αναφορές χωρίς να αφηγούνται μια ιστορία. Συχνά, μια λέξη ακολουθείται από μια άλλη που συνδέεται μαζί της μέσω σημασιολογικής συνάφειας, χωρίς να υπάρχει μια πλήρης πρόταση που να τις ενώνει.
Το σημασιολογικό περιεχόμενο της mainstream trap συνήθως αφορά την εξύψωση του πλουτισμού, της κατανάλωσης αγαθών και ανθρώπων, της «επιτυχίας» σε πείσμα των προσδοκιών του περιβάλλοντος και της διακίνησης ναρκωτικών ως μέσου επιτυχίας. Αναλυτικότερα: ο χαρακτήρας που φανταζόμαστε ακούγοντας ένα τυπικό mainstream τραπ τραγούδι περιγράφει με ενθουσιασμό τη δυνατότητά του να καταναλώνει νυχτερινή διασκέδαση, αλκοόλ και ουσίες. Συνήθως ο τόνος είναι «θριαμβευτικός». Δηλαδή, ο χαρακτήρας μας βρίσκεται σε μια θέση περιφρόνησης της υπόλοιπης κοινωνίας και απολαμβάνει τη θέση του εντός της.
Η έννοια του χρήματος είναι κομβική στον στίχο. Η περσόνα ενός τραπ τραγουδιού επιδεικνύει τον πλούτο της και τη δυνατότητά της να αγοράζει προϊόντα από ακριβές μάρκες. Δηλώνει «αφεντικό», εννοώντας ότι βρίσκεται σε θέση κυριαρχίας απέναντι στην υπόλοιπη κοινωνία. Διακρίνει τον εαυτό της από τους «αποτυχημένους», όσους είναι ταξικά κατώτεροι, και απολαμβάνει τον θαυμασμό των «ακολούθων» της.
Η διακίνηση ουσιών παρουσιάζεται συχνά ως ο βασικός τρόπος πλουτισμού του φανταστικού μας χαρακτήρα. Εδώ, ο πρωταγωνιστής μας «τρίβει στα μούτρα» του συνομιλητή ότι, παρακάμπτοντας τα τυπικά και νόμιμα μέσα, κατόρθωσε να φτάσει στην κορυφή της κοινωνικής πυραμίδας.
Σκέψεις κοινωνιολογικής αλλά και ψυχαναλυτικής κατεύθυνσης
Οι σκέψεις που ακολουθούν δεν φιλοδοξούν να περιγράψουν το σύνολο της trap μουσικής ούτε να αποδώσουν προθέσεις στους δημιουργούς της. Αποτελούν μια ερμηνευτική, κοινωνιολογική και ψυχαναλυτική ανάγνωση των κυρίαρχων μοτίβων που συναντώνται στη mainstream trap και της περσόνας που συγκροτείται μέσα από τους στίχους της.
Πριν περάσουμε σε μια ορθολογική κοινωνιολογική ανάλυση, θα είχε ενδιαφέρον να σκεφτούμε σε ποια θέση μπαίνει ο πετυχημένος πρωταγωνιστής ενός mainstream τραπ τραγουδιού απέναντι στην υπόλοιπη κοινωνία αλλά και σε τι συναισθηματικό τόνο μιλάει.
1) Ο θρίαμβος: Βασικό στοιχείο του συναισθηματικού τόνου είναι η αίσθηση θριάμβου απέναντι στους Άλλους αλλά και η υποτίμηση απέναντι στο κομμάτι της κοινωνίας που βρίσκεται, κατά τον πρωταγωνιστή, στα κατώτερα στρώματα της ιεραρχίας. Ακούγοντας ένα τυπικό mainstream trap κομμάτι, μας δίνεται η αίσθηση ότι ο καλλιτέχνης απολαμβάνει την υπεροχή του απέναντι στους γύρω και διασκεδάζει την υποτίμηση όσων «τον φθονούν». Κεντρικό μοτίβο, λοιπόν, είναι ο φθόνος και το δίπολο της ακραίας υποτίμησης των γύρω και της ακραίας εξιδανίκευσης του εαυτού.
2) Η αίσθηση του καθρέφτη / αυτοερωτισμός: Ο καλλιτέχνης δίνει την αίσθηση ότι βρίσκεται σε διάλογο μόνο με τον εαυτό του. Στον διάλογο αυτό εγκωμιάζει τον εαυτό του και τις επιτυχίες του σε μια συνεχή επανάληψη. Ο ακροατής μπαίνει σε μια θέση παρατηρητή του διαλόγου του καλλιτέχνη με τον ίδιο του τον εαυτό, ο οποίος έχει έναν χαρακτήρα αυτοερωτικής ικανοποίησης.
3) Οι Άλλοι σαν αντικείμενο: Στους στίχους των mainstream τραπ τραγουδιών, ο φανταστικός χαρακτήρας αντιλαμβάνεται τους άλλους ως προϊόντα προς κατανάλωση, απόλαυση και εξευτελισμό. Δίνεται η αίσθηση μιας ακόρεστης επιθυμίας που δεν καλύπτεται και ότι οι Άλλοι είναι αντικείμενα και προεκτάσεις του εαυτού.
Όσον αφορά τις κοινωνιολογικές σκέψεις θα είχε σημασία να παραθέσουμε τα εξής :
1) Η θεωρία της κοινωνικής ανομίας του Merton: Σύμφωνα με την θεωρία του Merton, όταν οι ηθικά αποδεκτοί στόχοι σε μια κοινωνία δεν είναι επιτεύξιμοι με τα διαθέσιμα μέσα που έχουν τα κοινωνικά υποκείμενα, είναι πιθανό τα άτομα να εφαρμόσουν παράνομα και μη αποδεκτά μέσα για την προσέγγιση των στόχων. Στην τραπ μουσική, ο πλουτισμός που είναι μια αξία της αστικής τάξης δεν αμφισβητείται. Ο πρωταγωνιστής μας θα πλουτίσει παρακάμπτοντας την ταξική ψαλίδα μέσα από την διακίνηση ναρκωτικών.
2) Η κυριαρχία του λούμπεν : Στη μαρξική θεωρία, ως λούμπεν προλεταριάτο περιγράφονται κοινωνικές ομάδες που βρίσκονται στο περιθώριο της παραγωγικής διαδικασίας και δεν εντάσσονται οργανικά στην εργατική τάξη. Πρόκειται για πληθυσμούς που επιβιώνουν μέσα από ευκαιριακές, άτυπες ή παράνομες δραστηριότητες και οι οποίοι, σύμφωνα με τον Marx, αδυνατούν να συγκροτήσουν συλλογική ταξική συνείδηση. Αντί της συλλογικής πολιτικής δράσης, προκρίνεται η ατομική επιβίωση και η προσωπική ωφέλεια.
Υπό αυτό το πρίσμα, η mainstream trap φαίνεται να αναδεικνύει μια λουμπενοποιημένη περσόνα. Ο πρωταγωνιστής δεν διεκδικεί τη μεταβολή των κοινωνικών όρων που παράγουν την ανισότητα ούτε αμφισβητεί τις κυρίαρχες αξίες της κοινωνίας. Αντίθετα, επιδιώκει να ανέλθει ατομικά στην κοινωνική ιεραρχία αξιοποιώντας μέσα που βρίσκονται εκτός της νομιμότητας. Η παρανομία δεν παρουσιάζεται ως πράξη πολιτικής αντίστασης, αλλά ως αποτελεσματική στρατηγική κοινωνικής ανόδου και προσωπικής επιτυχίας.
3) Από την αμφισβήτηση στον μηδενισμό και από την κοινωνία στο άτομο : αν συγκρίνουμε τη θεματολογία μεγάλου μέρους της παλαιότερης rap με εκείνη της mainstream trap, διαπιστώνουμε μια αξιοσημείωτη μετατόπιση του πολιτικού και ηθικού ορίζοντα. Η rap, παρά τις εσωτερικές διαφοροποιήσεις της, εξέφραζε συχνά έναν λόγο κοινωνικής αμφισβήτησης. Η κοινωνική αδικία, ο αποκλεισμός, η αστυνομική βία και οι ταξικές ανισότητες αποτελούσαν αφορμές για κριτική προς την υπάρχουσα κοινωνική οργάνωση και, σε αρκετές περιπτώσεις, για την ανάδειξη μιας συλλογικής ταυτότητας των αποκλεισμένων.
Στη mainstream trap, αντίθετα, η κοινωνική αδικία δεν μετατρέπεται σε αίτημα αλλαγής αλλά σε αφετηρία ατομικής υπέρβασης. Η επιτυχία δεν νοείται ως συλλογική κατάκτηση αλλά ως προσωπικός θρίαμβος απέναντι στους άλλους. Οι υπόλοιποι δεν εμφανίζονται ως συνοδοιπόροι ή ως μέλη μιας κοινότητας με κοινά συμφέροντα, αλλά ως ανταγωνιστές, ζηλόφθονοι ή αποτυχημένοι, απέναντι στους οποίους ο πρωταγωνιστής οφείλει να επιβεβαιώσει την υπεροχή του.
Υπό αυτή την έννοια, θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι η mainstream trap αντανακλά μια ευρύτερη πολιτισμική μετάβαση από τις συλλογικές αφηγήσεις προς τον ατομικισμό και από τη λογική της αντίστασης προς μια μορφή μηδενισμού. Δεν αμφισβητούνται πλέον οι κυρίαρχες αξίες του πλούτου, της κατανάλωσης και της κοινωνικής ισχύος· αντίθετα, γίνονται πλήρως αποδεκτές. Εκείνο που αλλάζει είναι ο τρόπος πρόσβασης σε αυτές. Η κοινωνική επιτυχία μετατρέπεται σε ατομική υπόθεση.
Αναστοχασμός-“Όταν συνηθίζεις το τέρας, αρχίζεις να του μοιάζεις”
Η ένταση της απήχησης της mainstream trap μπορεί ίσως να ιδωθεί μέσα από ένα ευρύτερο κοινωνικό σχήμα μετάβασης, στο οποίο τα υποκείμενα δεν κινούνται πλέον αποκλειστικά στο πεδίο της αντίστασης, αλλά συχνά μετατοπίζονται προς μια μορφή υπερταύτισης με τα ίδια τα στοιχεία που αρχικά αμφισβητούσαν. Από την πάλη και την κριτική, περνάμε σταδιακά σε μια διαδικασία εσωτερίκευσης και ενδοβολής των κυρίαρχων αξιών, σε αυτό που θα μπορούσε να περιγραφεί ως «ταύτιση με τον επιτιθέμενο»: μια ψυχική και κοινωνική στρατηγική επιβίωσης, όπου τα υποκείμενα, βιώνοντας την αδυναμία τους απέναντι σε ένα απειλητικό κοινωνικό «άλλο», τείνουν να το ενσωματώνουν, να το καθιστούν μέρος της ταυτότητάς τους, ως έναν τρόπο να μειώσουν την απόσταση και τον φόβο που αυτό προκαλεί.
Υπό αυτή την έννοια, η ενίσχυση της απήχησης του φαινομένου δεν αποδίδεται στην ίδια τη μουσική ως «τέρας», ούτε αποσκοπεί σε ηθικιστική κριτική του πολιτισμικού του περιεχομένου, αλλά λειτουργεί ως αφετηρία για έναν αναστοχασμό πάνω στις ευρύτερες κοινωνικές διεργασίες του συλλογικού σώματος και στους τρόπους με τους οποίους αυτό διαχειρίζεται την ένταση ανάμεσα σε αντίσταση, ενδοβολή και ταύτιση.


