Χέρι γυναίκας απλωμένο μπροστά καλύπτει το πρόσωπο της (ασπρόμαυρη φωτογραφία)

Σύμφωνα με το άρθρο 3 της Σύμβασης του Συμβουλίου της Ευρώπης, η ενδοοικογενειακή βία είναι “κάθε πράξη φυσικής, σεξουαλικής, ψυχολογικής ή οικονομικής βίας, η οποία συμβαίνει εντός της οικογένειας ή οικογενειακής μονάδας, ή μεταξύ πρώην ή νυν συζύγων ή συντρόφων, ανεξάρτητα ή όχι του κατά πόσο ο δράστης μοιράζεται ή έχει μοιρασθεί την ίδια κατοικία με το θύμα”. Στην Ελλάδα, αν και η αντιμετώπιση της ενδοοικογενειακής βίας ρυθμίστηκε για πρώτη φορά από τον ν. 3500/2006 , ως έγκλημα καλύπτεται και από το άρθρο 312 του νέου Ποινικού Κώδικά.

Η πλειοψηφία των επίσημα καταγεγραμμένων θυμάτων των περιπτώσεων ενδοοικογενειακής βίας είναι γυναίκες.

Αρκετές έρευνες (Gilligan, 1982; Jordan, 1997; Jordan et. al, 1991) έχουν καταδείξει ότι η φροντίδα και η σύνδεση αποτελούν σημαντικούς παράγοντες στην εξελικτική πορεία των γυναικών. Η Surrey (1991) επισημαίνει ότι “για τις γυναίκες, η πρωταρχική εμπειρία του εαυτού είναι σχεσιακή, δηλαδή ο εαυτός οργανώνεται και αναπτύσσεται στο πλαίσιο σημαντικών σχέσεων ” (σελ. 52). Η Surrey τονίζει ότι ο ορισμός της σχέσης εμπεριέχει μια εμπειρία αμοιβαίας ενσυναίσθησης (1991, σελ. 53), η οποία για τον Jordan (1997) ορίζεται ως η “δυναμική γνωστικο- συναισθηματική διαδικασία σύνδεσης με και κατανόησης του υποκειμενικού βιώματος ενός άλλου” (σελ. 15).

Σε αντίθεση με τις περιγραφές των σχεσιακών θεωρητικών, κατά τις οποίες οι σχέσεις παρέχουν ενσυναίσθηση, ζωτικότητα και διαύγεια, οι γυναίκες με κακοποιητικούς συντρόφους αρκετά συχνά βρίσκονται μακριά από κάτι που μπορεί να χαρακτηριστεί ως υποστηρικτική σχέση. Οι σχέσεις που εμπεριέχουν σωματική βία συχνά συνδέονται με ψυχολογική κακοποίηση (Gondolf, 1998; Tolman, 1992) που μπορεί να οδηγήσει σε σύγχυση και αυτό- αμφισβήτηση για τα θύματα (Barnett, Martinez, Keyson, 1996). Οι ασκούντες βία συχνά λένε στα θύματά τους πόσο ανόητες και ανάξιες είναι να αγαπηθούν (NiGarthy, 1986; Walker, 1979). Επιπροσθέτως, όπως επισημαίνει ο Tolman (1992), στην ίδια σχέση μπορεί να είναι παρούσες τόσο η υποστήριξη όσο και η κακοποίηση, επιτείνοντας την σύγχυση. Η ψυχολογική κακοποίηση συνδυαζόμενη με κοινωνική απομόνωση μειώνει την αυτοπεποίθηση του θύματος και την διαύγειά του στη λήψη αποφάσεων.

Η σχέση μεταξύ θυμάτων ενδοοικογενειακής βίας και συνηγόρων καθίσταται σημαντική στο πλαίσιο της ενδυνάμωσής τους για ανάληψη νομικής δράσης κατά των δραστών. Οι συνήγοροι θα πρέπει να παρέχουν πληροφορίες σχετικά με το τι συνιστά παράνομη συμπεριφορά και πότε είναι η κατάλληλη στιγμή να κληθεί η αστυνομία.

Επίσης, χρειάζεται να παρέχουν συναισθηματική υποστήριξη όταν τα θύματα διστάζουν να καλέσουν την αστυνομία. Οι συνήγοροι παρέχουν πληροφορίες πάνω στις διαδικασίες των ασφαλιστικών μέτρων και της δίωξης και παρέχουν ψυχολογική υποστήριξη κατά την διάρκεια στρεσογόνων δικών.

Σε έρευνα (Weisz, 1999) σχετικά με τον ρόλο των δικηγόρων σε υποθέσεις ενδοοικογενειακής βίας, τέσσερις συμμετέχουσες περιέγραψαν περιστατικά στα οποία η βοήθεια των συνηγόρων τους ήταν ανεπαρκής. Δυο γυναίκες δήλωσαν απογοητευμένες από το γεγονός ότι οι δικηγόροι τους δεν τους έδωσαν όλες τις πληροφορίες που χρειάζονταν. Για παράδειγμα, μια γυναίκα ήταν αναστατωμένη που δεν ενημερώθηκε για τον τρόπο με τον οποίο οι καταγγελίες της στο αίτημα για ασφαλιστικά μέτρα θα μπορούσαν αργότερα να χρησιμοποιηθούν εναντίον της. Ο συνήγορός της επίσης δεν της έδωσε να καταλάβει ότι πέρα από την αστική αξίωση υπήρχε και μια ποινική δίωξη κατά του δράστη. Μια άλλη συνεντευξιαζόμενη δήλωσε πως ο συνήγορός της ξέχασε να την ενημερώσει για το ότι θα έπρεπε να έχει μαζί της κάποια αστυνομική αναφορά του παρελθόντος προκειμένου να καταθέσει την έγκλησή της. Ως αποτέλεσμα έπρεπε να πάει ξανά στο σπίτι για να την πάρει.

Πέρα όμως από το πλαίσιο της παροχής πληροφοριών, η ενσυναίσθηση των δικηγόρων αποτελεί καθοριστικό παράγοντα προκειμένου να καταφαθεί ότι η επιλογή των θυμάτων να αξιώσουν δικαστική προστασία είναι η καλύτερη δυνατή. Είναι σημαντικό οι ίδιοι να ενημερώνουν για τις περιπτώσεις κακοποιημένων γυναικών όπου αστυνομία και δικαστές παρείχαν εξαιρετικές υπηρεσίες. Ωστόσο, είναι αναγκαίο να ενημερώσουν και για τους περιορισμούς του νομικού συστήματος. Σε κάθε περίπτωση, όταν τα θύματα ενδοοικογενειακής βίας νιώθουν ότι μάχονται μόνες τους πολύπλοκους και εξουσιαστικούς δεσμούς με τους συντρόφους και τα παιδιά τους καθώς και ένα πολύπλοκο και εξουσιαστικό νομικό σύστημα, ένας δικηγόρος θα πρέπει να είναι ένας ισχυρός σύμμαχος για αυτές.

Αναφορές

1. Barnett, O.W, Martinez, T.F, Keyson, M. (1996). The relationship between violence, social support and self-blame in battered women. Journal of Interpersonal violence, 11(2), 221-233.
2. Gilligan, C. (1982). In a different voice. Cambridge, MA: Harvard University Press.
3. Gondolf, E.W. (1998). Assessing woman battering in mental health services. Thousand Oaks, CA: Sage.
4. Jordan,J.V. [Eds.](1997). Women’s growth in diversity: More writings from the Stone Center. New York: Guilford Press.
5. Jordan, J.V. , Kaplan, A.G, Miller, J.B., Stiver, I.P., Surrey, J. L. [Eds.](1991). Women’s growth in connection: Writing from the Stone Center. New York: Guilford Press.
6. NiGarthy, G. (1986). Getting free: You can end abuse and take back your life. Seattle, WA: Seal Press.
7. Surrey, J. (1991). The ‘’self in relation’’: A theory of women’s development. In Jordan, J.V. , Kaplan, A.G, Miller, J.B., Stiver, I.P., Surrey, J. L. [Eds.](1991). Women’s growth in connection: Writing from the Stone Center. New York: Guilford Press.
8. Tolman, R. (1992). Psychological abuse of women. In R. Ammerman and M. Hersen (Eds.). Assessment of family violence: A clinical and legal sourcebook. New York: John Wiley & Sons.
9. Walker, L. (1979). The battered woman. New York: Harper
10. Weisz, A.N. (1999). Legal Advocacy for Domestic Violence Survivors: The Power of an Informative Relationship. Families ana Society, 80(2), 138-147

Σχετικά με τον συντάκτη

Νικόλαος Παπαδόπουλος
Δικηγόρος, Κλινικός Κοινωνιολόγος, Υπ. Δρ. Ψυχολογίας (ΕΚΠΑ)

Αφήστε σχόλιο

ΧΟΡΗΓΟΙ

Επιστροφή στην κορυφή