Γυναίκα σε ρόλο ψυχοθεραπευτή κρατάει σημειώσεις και άνδρας απέναντι της

Έχε πολύ μεγάλη σημασία να μιλήσουμε για ένα θέμα ταμπού στον χώρο της ψυχικής υγείας.

Γιατί πολλοί θεραπευόμενοι μένουν ανικανοποίητοι από τις κλινικές παρεμβάσεις που λαμβάνουν, και σχηματίζουν αρνητική εντύπωση για την διαδικασία της ψυχοθεραπείας; 

Μιας και η λύση δεν είναι να κρύβουμε κάτω από το χαλί τα προβλήματα στον χώρο της ψυχικής υγείας, θα πρέπει να μιλήσουμε για το εξής προβληματικό στοιχείο το οποίο ανακυκλώνουν πολλοί ψυχοθεραπευτές: Το φετίχ με τις κλινικές ορολογίες και την αδυναμία αντίληψης. Προτού ακουστούμε σκληροί ή αφοριστικοί, ας μπούμε γρήγορα στο θέμα.

Δυστυχώς, στο χώρο της ψυχικής υγείας, κυριαρχούν προσεγγίσεις που ταυτίζουν τον άνθρωπο με την «παθολογία» του, και δεν μπορούν να τον συλλάβουν έξω από αυτό το πρίσμα. Για παράδειγμα, για πολλούς θεραπευτές, ένας άνθρωπος με ναρκισσιστική διαταραχή, δεν είναι τίποτα πέρα από την διαταραχή του. Εάν ρωτούσαμε έναν θεραπευτή γιατί ένας συγκεκριμένος ασθενής δεν διαθέτει ενσυναίσθηση, πολύ πιθανό να μας απαντούσε «Είναι κλασσική ναρκισσιστική διαταραχή».

Συχνά, οι επεξηγήσεις των θεραπευτών για τις συμπεριφορές των ανθρώπων αναλώνονται στην ανακύκλωση των κλινικών κατηγοριοποιήσεων.

Πρέπει να τονίσουμε πως οι όροι «Ναρκισσιστική διαταραχή», «Μαζοχιστική διαταραχή», «Καταθλιπτικό επεισόδιο», δεν αποτελούν ούτε επεξηγήσεις, ούτε αιτιολογήσεις για τα προβλήματα των ανθρώπων, αποτελούν και οι ίδιοι περιγραφικούς όρους. Επομένως η φετιχοποίηση των κλινικών όρων που περιγράφουν τις συμπεριφορές των ανθρώπων είναι προβληματικές για δύο λόγους.

Πρώτον, είναι όροι οι οποίοι περιγράφουν, και συγκεκριμένα, συνοψίζουν τον τρόπο που συμπεριφέρεται το άτομο. Η προσωπικότητα είναι η ίδια ένα φαινόμενο το οποίο χρειάζεται αιτιολόγηση για τον τρόπο που διαμορφώθηκε και διατηρείται, και δεν αποτελεί τρόπο να αιτιολογήσουμε τις συμπεριφορές. Δυστυχώς, αυτή η τάση δηλώνει ξεκάθαρα την αδυναμία πολλών θεραπευτών να αντιληφθούν και τελικά να επεξηγήσουν τα αίτια τα οποία γεννούν και τελικά συντηρούν έναν τρόπο συμπεριφοράς που προκαλεί στο άτομο δυσκολίες. Κανείς δεν γεννιέται «νάρκισσος», «μαζοχιστής» ή «καταθλιπτικός», και κανείς δεν είναι καταδικασμένος να έχει αυτήν τη ταυτότητα σε όλη του τη ζωή. Και ευτυχώς για όλους μας, ούτε πρόκειται για ταμπέλες οι οποίες διαμορφώνονται τα πρώτα χρόνια της ζωής μας και αναγκαστικά τις κουβαλάμε μέχρι να πεθάνουμε. Με το να θεωρούμε λοιπόν ότι ένας θεραπευόμενος θα αρκεστεί στο να τον κατατάξουμε σε μια κλινική κατηγορία και να συμπεριφερόμαστε σαν να πρόκειται για μια στατική ταυτότητα την οποίες το άτομο απλά πρέπει να μάθει να διαχειρίζεται, δεν προσφέρει τίποτα. Αντιθέτως αποτελεί μια συμπεριφορά που βλάπτει και τον θεραπευόμενο και το θεραπευτή που θα αναλώνεται σε όλη την πορεία της ζωής του να ταμπελοποιεί ανθρώπους που έχουν τις δυνατότητες να συγκρουστούν με προβληματικά στοιχεία της ζωής.

Ο δεύτερος λόγος που τάση αυτή είναι προβληματική είναι ο εξής ⇓

Το να παρατηρούμε εξ ολοκλήρου τις «δυσλειτουργικές» πτυχές ενός ατόμου δεν προσφέρει τίποτα πρωτότυπο ή το καινοτόμο, αντιθέτως, επισημαίνουμε τα φαινόμενα εκείνα που είναι αναμενόμενο και φυσικό να υπάρχουν! Οι συνθήκες ζωής είναι εκείνες οι οποίες μας καθορίζουν, καθοδηγούν δηλαδή τον τρόπο με τον οποίο θα διαμορφωθούν οι προσωπικότητες και οι συμπεριφορές μας. Η ύπαρξή μας, σε «δυσλειτουργικά» πλαίσια ζωής, θα οδηγήσει σαφώς στην «μεταφορά» αυτών των δυσλειτουργικών στοιχείων στα υποκείμενα τα οποία πλάθονται μέσα σε αυτά τα περιβάλλοντα. Στις συνθήκες που γεννιόμαστε και μεγαλώνουμε οι «δυσλειτουργικές» συμπεριφορές είναι το μόνο γεγονός που νομοτελειακά θα υπάρχει στους ανθρώπους! Αντιθέτως, αυτό που προς έκπληξή μας υπάρχει και μοιάζει ανεξήγητο ή μη αναμενόμενο και χρήζει όντως ανάλυσης, είναι τα θετικά ή αλλιώς , τα επαναστατικά στοιχεία στις προσωπικότητες των ανθρώπων.

Εάν θέλαμε να κάνουμε μια σχηματική περιγραφή για τους ανθρώπους, θα λέγαμε το εξής ⇓

Στις προσωπικότητες των ανθρώπων, υπάρχουν δύο «πτυχές» προσωπικότητας. Η πτυχή η οποία φέρει το πρόβλημα, δηλαδή το σύνολο των συμπεριφορών που συντηρεί το πρόβλημα, καθώς και η πτυχή εκείνη η οποία αντιδρά στο πρόβλημα, και στοχεύει να συγκρουστεί μαζί του προκειμένου να συνδεθεί και πάλι με την ζωή. Πώς εξηγείται οι άνθρωποι που έχουν καθοριστεί μέσα σε δυσλειτουργικά περιβάλλοντα να έχουν και υγιή στοιχεία, δηλαδή συμπεριφορές που συνδέουν το άτομο και πάλι με την ζωή; Αυτό είναι που θα έπρεπε να ιντριγκάρει, να κινητοποιεί τους θεραπευτές τόσο στην διαδικασία της επεξήγησης όσο και στην διαδικασία της παρέμβασης. Σε ένα άνθρωπο δηλαδή , υπάρχει πάντα η πτυχή που συμμορφώνεται με το προβληματικό περιβάλλον και αρρωσταίνει και αυτή, και ευτυχώς, υπάρχει και η πτυχή που επαναστατεί. Η θέση του θεραπευτή πρέπει πάντα να είναι με τον επαναστάτη μέσα στον θεραπευόμενο. Ο θεραπευτής πρέπει να τροφοδοτεί την επαναστατική αλλαγή στο άτομο, και όχι να την κατευνάζει με το να ταυτίζει το άτομο με μια προβληματική ταμπέλα.

Γιατί πολλοί θεραπευτές δεν επιλέγουν να ταχθούν με τον «επαναστάτη» μέσα στο άτομο, ίσως δυστυχώς να συνοψίζεται στο εξής ⇓

Όταν δεν μπορούμε να εντοπίσουμε τον κρυμμένο επαναστάτη μέσα στον θεραπευόμενο, ίσως είναι γιατί δεν μπορούμε για αρχή να τον εντοπίσουμε μέσα μας. Και όταν ο επαναστάτης απουσιάζει από την προσωπικότητα του θεραπευτή, ίσως η καλύτερη ευκαιρία για να τον καλλιεργήσει είναι να χρησιμοποιήσει τους ίδιους τους θεραπευόμενους ως πρότυπο για αυτό.

Σχετικά με τον συντάκτη

Ευαγγελία Τσιμπινού
Πτυχιούχος Κοινωνικής Εργασίας

Αφήστε σχόλιο

ΧΟΡΗΓΟΙ

Επιστροφή στην κορυφή