Ο covid-19 έχει επηρεάσει είτε άμεσα, είτε έμμεσα, πάνω από το 70% – 80% του παγκόσμιου εργατικού δυναμικού
Η πανδημία COVID-19 σε παγκόσμιο επίπεδο, πέρα απ’ το ότι αποτελεί μία πολύ δύσκολη και επικίνδυνη κατάσταση στον χώρο της υγείας, προκάλεσε μια πρωτοφανή επιδείνωση και αναστολή της οικονομικής λειτουργίας (lockdown) σε πολλούς κλάδους της οικονομίας και γενικότερα στην αγορά εργασίας (θέσεις εργασίας, ωράριο, μισθολογική κατάσταση της κλπ).
Σύμφωνα με το Εθνικό Ινστιτούτο εργασίας και ανθρώπινου δυναμικού (ΕΙΕΑΔ) σε παγκόσμιο επίπεδο ο covid-19 επηρέασε και συνεχίζει να επηρεάζει είτε άμεσα, είτε έμμεσα, πάνω από το 70% – 80% του παγκόσμιου εργατικού δυναμικού , ενώ το 40% περίπου του δυναμικού αυτού τελεί υπό τον κίνδυνο να περιέλθει σε καθεστώς μακροχρόνιας ανεργίας .
Στην Ελλάδα, το ΕΙΕΑΔ αναφέρει πως σημειώνεται μεγάλη πτώση του αριθμού νέων προσλήψεων και ότι υπήρξε μια αύξηση στις μετατροπές συμβάσεων εργασίας από πλήρη σε εκ περιτροπής εργασία, υποδηλώνοντας μια σημαντική μείωση των ωρών εργασίας στον ιδιωτικό τομέα, ως μια πρώτη αντίδραση απέναντι στην κρίση . Οι περισσότερες μετατροπές συμβάσεων έγιναν κατά τους μήνες Μάρτιο – Απρίλιο 2020, δηλαδή σχεδόν απ’ την έναρξη της πανδημίας και αφορούσαν κυρίως μετατροπές συμβάσεων εργασίας από πλήρη σε εκ περιτροπής εργασίας τόσο μετά από συμφωνία μεταξύ εργοδότη – εργαζόμενου, όσο και με μονομερή απόφαση του εργοδότη.
Είναι επίσης σημαντικό το συμπέρασμα στο οποίο καταλήγει το ΕΙΕΑΔ λέγοντας ότι είναι σχεδόν βέβαιο πως οι περισσότερο αρνητικές συνέπειες για τους εργαζόμενους λόγω της αναστολής της οικονομικής δραστηριότητας θα επισυμβούν στις πιο ευάλωτες και επισφαλείς εργασιακές ομάδες: χαμηλόμισθους – ανειδίκευτους, νέους και νέες, γυναίκες και κυρίως σε όσους εργάζονται σε επιχειρήσεις και κλάδους που έβαλαν υποχρεωτικό λουκέτο κατά τη διάρκεια της κρίσης ή λειτούργησαν μερικώς (εστίαση, τουρισμός, ψυχαγωγία, εμπόριο πλην τροφίμων,) (ΕΙΕΑΔ).
Με τα παραπάνω δεδομένα, η αύξηση του στρες είναι φυσιολογική κατά τη διάρκεια μιας δύσκολης κατάστασης, πόσο μάλλον παράλληλα με τις πολλές αλλαγές στις οποίες καλείται να προσαρμοστεί ο εργαζόμενος. Με νευροφυσιολογικούς όρους ως στρες ορίζεται «το σύνολο των αλλαγών που συμβαίνουν στον οργανισμό όταν απειλείται ή κινδυνεύει από κάποιο ερέθισμα ή κατάσταση». Τα ερεθίσματα μπορεί να είναι φυσικά, ψυχικά ή συναισθηματικά και πραγματικά. Επίσης μπορεί να προέρχονται είτε από το εξωτερικό είτε από το εσωτερικό περιβάλλον του ατόμου. Το εργασιακό στρες συνήθως εμφανίζεται και γίνεται πιο έντονο όταν υπάρχει ανισορροπία ανάμεσα στις απαιτήσεις του εργασιακού ρόλου και στις ικανότητες/ δυνατότητες του εργαζομένου, αλλά και στις διαθέσιμες πηγές υποστήριξης.
Συγκεκριμένα, κατά τη διάρκεια του Covid-19 ο εργαζόμενος καλείται να:
- προσαρμοστεί και να διαχειριστεί διαφορετικού ή πρόσθετους ρόλους και ευθύνες
- προσαρμοστεί σε διαφορετικό εργασιακό περιβάλλον (εργασία απ’ το σπίτι) ή σε νέο εργασιακό πρόγραμμα
- διαθέτει τον απαραίτητο εξοπλισμό, αλλά και εξοικειωθεί με νέες μεθόδους επικοινωνίας και εργαλεία (skype, zoom κλπ) και με προγράμματα της εργασίας και ηλεκτρονικές διαδικασίες
- να ισορροπήσει τις ευθύνες της δουλειάς και τις ευθύνες της οικογένειας (εργασία απ’ το σπίτι, τηλεκπαίδευση των παιδιών κ.α)
- διαχειριστεί την ανησυχία του για το μέλλον τόσο της επιχείρισης όσο και της δικής του θέσης
- διαχειριστεί οικονομικές δυσκολίες που οφείλονται είτε σε αναστολή εργασίας είτε σε κλείσιμο επιχείρισης, είτε σε μείωση των εργασιακών ωρών
- διαχειριστεί την ανησυχία για τυχόν έκθεση στον ιό κατά τη διάρκεια εργασίας, τόσο του ιδίου όσο και της οικογένειας του
Το θέμα λοιπόν δεν είναι να προσπαθεί κάποιος να μην αγχώνεται, γιατί κάτι τέτοιο δεν είναι εφικτό. Πάντα υπάρχουν παράγοντες σε έναν εργασιακό χώρο που μπορεί να είναι στρεσογόνοι.
Αυτό που πρέπει να παρατηρούμε είναι να μην γίνει αυτό το άγχος δυσλειτουργικό. Υπάρχουν κάποια σημάδια και συμπτώματα που είναι θα λέγαμε προειδοποιητικά:
◊ Ψυχολογικά συμπτώματα: ευερεθιστότητα, αισθήματα αβεβαιότητας και ανασφάλειας, διαρκής ανησυχία, έλλειψη διάθεσης και κινήτρου, μειωμένη αυτοπεποίθηση, θυμός, αισθήματα ενοχής
◊ Σωματικά συμπτώματα: κούραση ή εξουθένωση, αλλαγές στην όρεξη, πονοκέφαλοι, δυσκολίες στον ύπνο, ναυτία, αυξημένοι καρδιακοί παλμοί
◊ Συμπεριφορικά συμπτώματα: δυσκολία στη λήψη αποφάσεων και στη συγκέντρωση, μειωμένη επίδοση και κριτική ικανότητα, δυσκολία ακόμη και σε εργασίες που θεωρούμε απλές
Δε σημαίνει πως αν έχουμε κάποια απ’ τα συμπτώματα αυτά έχουμε μόνιμο εργασιακό στρες, καθώς όλοι έχουμε καταστάσεις που μας έχουν αγχώσει στο οικογενειακό, εργασιακό αλλά και ευρύτερο περιβάλλον μας. Όταν κάτι μας βγάζει απ’ τη ρουτίνα μας ή μας αναγκάζει να κάνουμε κάποιες αλλαγές (θετικές ή αρνητικές) προκαλεί στρες σε κάποιο βαθμό. Όμως όταν κάποια απ’ τα παραπάνω συμπτώματα επιμένουν και μας προβληματίζουν ή μας κάνουν να μην μπορούμε να ολοκληρώσουμε δραστηριότητες ή να ξεκουραστούμε, τότε σημαίνει πως το στρες έχει αρχίσει και γίνεται δυσλειτουργικό και μπορεί να αποτέλεσει σοβαρό πρόβλημα στην καθημερινότητα μας. Πέρα από αυτό όμως, είναι γνωστό πως εκτεταμένες περίοδοι στρες και άγχους μπορούν να βλάψουν τη σωματική και ψυχική μας υγεία.
Παρά τις δύσκολες συνθήκες και την ανασφάλεια, ως εργαζόμενοι μπορούμε να κάνουμε κάποια πράγματα που θα βοηθήσουν στη διαχείριση του στρες και τη μείωση του. Ακόμα και αν δουλεύει κάποιος απ’ το σπίτι, θα πρέπει να έχει μία ξεκάθαρα διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στις ώρες εργασίες και στις ώρες για τον εαυτό του και την οικογένεια. Να προσπαθήσει δηλαδή να βρει μια ισορροπία με σκοπό να αποφευχθεί η επαγγελματική εξουθένωση και το να μη βρίσκεται συνεχώς ο εργαζόμενος κάτω απ’ την πίεση της εργασίας.
Εκτός λοιπόν από τα μέτρα προστασίας από τον κορονοιό, υπάρχουν και κάποια μέτρα προστασίας για την ψυχική μας υγεία. Συγκεκριμένα:
- Θέτουμε ρεαλιστικούς στόχους και δεν κυνηγάμε το ανέφικτο
- Δεν χάνουμε την επαφή με την οικογένεια και τους φίλους μας (έστω και μέσω τηλεφώνου ή υπολογιστή)
- Φροντίζουμε τη διατροφή και τον ύπνο μας
- Ενημερωνόμαστε για το τι συμβαίνει, αλλά από έγκυρες πηγές και όχι συνεχώς
- Προσπαθούμε να κρατήσουμε μία ρουτίνα, που να περιλαμβάνει και ευχάριστες- χαλαρωτικές δραστηριότητες
Αν όμως όλα αυτά βλέπουμε ότι και πάλι δεν μας κάνουν να αισθανθούμε καλύτερα, τότε είναι καλό να ζητήσουμε τη βοήθεια κάποιου ειδικού που θα μας βοηθήσει να διαχειριστούμε την όλη κατάσταση.
Κλείνοντας, είναι βασικό να αναφέρουμε πως δεν αρκεί μόνο η προσπάθεια των εργαζομένων για τη μείωση του εργασιακού στρες. Χρειάζεται και η θέληση των εργοδοτών και των προϊσταμένων. Θα πρέπει λοιπόν να γίνει ειλικρινής προσπάθεια έτσι ώστε να ενισχυθούν ή να δημιουργηθούν δίαυλοι επικοινωνίας μεταξύ εργαζομένων και εργοδοτών. Είναι μία κατάσταση δύσκολη για όλους, θα πρέπει να στηριχτούν οι επιχειρήσεις όμως θα πρέπει και οι εργαζόμενοι να μην αντιμετωπίζονται ως “αναλώσιμα” που με την πρώτη δυσκολία θα χάσουν την εργασία τους ή να βρίσκονται συνεχώς υπό το βάρος ψυχολογικού εκβιασμού. Να βρεθεί δηλαδή η χρυσή τομή. Ένα καλό και αρμονικό κλίμα στο εργασιακό περιβάλλον είναι βασικό τόσο για την ψυχική μας υγεία όσο και για την πρόοδο της κάθε επιχείρησης.



Συγχαρητήρια για το άρθρο.