Δύο ηλικιωμένοι άνδρες που κάθονται σε στάση λεωφορείου. Είναι σε μορφή σκίτσου σαν κινούμενο σχέδιο.

Την αύξηση των οικισμών με γερασμένο πληθυσμό και χωρίς πρόσβαση σε υπηρεσίες καταγράφει έρευνα του LSE

Η στάση του αστικού λεωφορείου στη Γουμένισσα Καλαβρύτων έχει πλέον μετατραπεί σε μια ακόμα γραφική γωνία του χωριού· το δημοφιλές δρομολόγιο του ΚΤΕΛ Καλάβρυτα – Αίγιο μέσω Φτέρης έχει εδώ και χρόνια καταργηθεί. Οι 83 άνθρωποι που ζουν τον χειμώνα εκεί, στη συντριπτική πλειονότητά τους ηλικιωμένοι, αναγκάζονται να σχεδιάζουν προσεκτικά τις μετακινήσεις τους. Απέχουν 8 χιλιόμετρα από τα Καλάβρυτα, όπου λειτουργεί Κέντρο Υγείας με παθολόγο και καρδιολόγο, ενώ εναλλάξ κάποιες ημέρες προσφέρουν τις υπηρεσίες τους ένας οφθαλμίατρος, ένας ορθοπεδικός και ένας γυναικολόγος.

«Μαζεύονται μερικοί χωριανοί μαζί και πληρώνουν τη βενζίνη στον νεότερο που ακόμα οδηγεί, έτσι ώστε ανά 15 μέρες να πηγαίνουν στα Καλάβρυτα για γιατρούς, προμήθειες, τράπεζα και λογαριασμούς», περιγράφει κάτοικος της ευρύτερης περιοχής. «Η άλλη εναλλακτική τους είναι το Αίγιο, που απέχει 45 λεπτά με το λεωφορείο που περνάει από άλλο σημείο, το οποίο απέχει 3 χλμ. από το χωριό μας, ζόρι…». Το μόνο παρήγορο είναι ότι ο ταχυδρόμος εξακολουθεί να τους φέρνει τη σύνταξη στο σπίτι.

“Ο πληθυσμός της Ελλάδας γερνάει ταχύτερα”

Η καθημερινότητα δεκάδων ηλικιωμένων στα 75 συνολικά χωριά του Δήμου Καλαβρύτων συνοψίζει το αδιέξοδο, με το οποίο έρχονται αντιμέτωπα τα άτομα της τρίτης ηλικίας στην ελληνική περιφέρεια. Μακριά από τα νεότερα μέλη της οικογένειάς τους, που έχουν χτίσει τη ζωή τους στα μεγάλα αστικά κέντρα, με ελάχιστες ιατρικές υπηρεσίες στα πέριξ και με προβληματική συγκοινωνιακή σύνδεση, οι Έλληνες ηλικιωμένοι, που μένουν σε αγροτικές και απομακρυσμένες περιοχές, βιώνουν ανυπέρβλητες δυσκολίες, σύμφωνα με μελέτη του Care Policy and Evaluation Centre (CPEC) του London School of Economics. Η θλιβερή αυτή πραγματικότητα επιβεβαιώθηκε, άλλωστε, με βίαιο τρόπο και μετά τις καταστροφικές πλημμύρες στη Θεσσαλία. «Ο πληθυσμός της Ελλάδας γερνάει ταχύτερα σε σχέση με σχεδόν οποιαδήποτε ευρωπαϊκή χώρα και κάποιοι δήμοι της χώρας κατοικούνται κυρίως από ηλικιωμένους· σύμφωνα με τα στοιχεία των Ηνωμένων Εθνών, η Ελλάδα ήταν έκτη στον κόσμο με πληθυσμό άνω των 60 ετών το 2015», αναφέρεται εισαγωγικά στη μελέτη «Χαρτογράφηση/Απεικόνιση και βελτίωση της υπηρεσίας “Βοήθεια στο Σπίτι” για ηλικιωμένους σε απομακρυσμένες περιοχές της Ελλάδας», που πραγματοποιήθηκε το 2022 με χρηματοδότηση από το TIMA Κοινωφελές Ίδρυμα, το οποίο ασχολείται σχεδόν αποκλειστικά με θέματα της τρίτης ηλικίας.

«Βάσει των πιο πρόσφατων δεδομένων, η Ελλάδα έχει ένα από τα υψηλότερα ποσοστά ηλικιωμένων κατοίκων σε αγροτικές και απομακρυσμένες περιοχές στην Ευρωπαϊκή Ένωση», αναφέρεται στη μελέτη των κ. Μαρία Καραγιαννίδου, κ. Ράφαελ Γουίτενμπεργκ και δρ Τζάκι Ντάμαντ από το LSE σε συνεργασία με τη Θάλεια Ρίζου από την Among, που χαρτογραφεί τις υπηρεσίες που διατίθενται για την εν λόγω πληθυσμιακή ομάδα. Οι μελετητές συνδύασαν βιβλιογραφική ανασκόπηση και έρευνα πεδίου σε απομακρυσμένους δήμους της χώρας, όπου πραγματοποίησαν μεταξύ άλλων συνεντεύξεις με ηλικιωμένους και εργαζομένους στο πρόγραμμα.

«Στην Ελλάδα παρατηρείται πλήρης απουσία στοιχείων αναφορικά με τα άτομα τρίτης ηλικίας και τις ανάγκες τους· χωρίς αυτά δεν μπορεί να γίνει ρεαλιστική χάραξη πολιτικής».

«Σε συνδυασμό με την οικονομική κρίση των ετών 2008-2016, ο πληθυσμός στις αγροτικές περιοχές στην Ελλάδα είχε μειωμένη πρόσβαση σε υπηρεσίες και δραστηριότητες και οι ηλικιωμένοι κάτοικοι απομακρυσμένων περιοχών ήρθαν αντιμέτωποι με το ρίσκο κοινωνικού αποκλεισμού, της μοναξιάς, της μειωμένης κινητικότητας και της έλλειψης πρόσβασης σε φροντίδες υπηρεσίας», διαπιστώνουν οι συντάκτες της μελέτης. «Επισκεφθήκαμε πολλές περιοχές στη Βόρεια Ελλάδα», λέει στην «Κ» εκ μέρους της ερευνητικής ομάδας η κ. Μαρία Καραγιαννίδου, ερευνήτρια στο Care Policy and Evaluation Centre στο LSE και λέκτορας στο τμήμα Κοινωνικής Πολιτικής του LSE. Οι ερευνητές βρέθηκαν σε χωριά χωρίς λεωφορειακή σύνδεση με την πόλη, σε μέρη χωρίς καν ασφαλτοστρωμένους δρόμους. Ακόμα και οι υπάρχουσες υπηρεσίες υγείας σε κωμοπόλεις, στις οποίες μπορούν να φτάσουν ηλικιωμένοι από ορεινά χωριά, είναι υποστελεχωμένες. Ενδεικτικά, στο Κέντρο Υγείας Στυλίδας (το οποίο εξυπηρετεί εξίσου κατοίκους ορεινών χωριών) εργάζονται μόνο παθολόγος και μικροβιολόγος, ενώ έχει στο παρελθόν διατυπωθεί πρόταση για τη διακοπή λειτουργίας του. Δύσκολη είναι και η πρόσβαση στις τράπεζες: η απουσία ΑΤΜ από χωριά και η παύση λειτουργίας τραπεζών σε κεφαλοχώρια και κωμοπόλεις, «δένει» τα χέρια των κατοίκων. Όταν πλέον οι ηλικιωμένοι δεν είναι σε θέση να αυτοεξυπηρετηθούν, η κατάσταση δυσκολεύει ακόμη περισσότερο.

Μόνο στην οικογένεια

Στην Ελλάδα, ο τομέας της μακροχρόνιας φροντίδας έχει αναπτυχθεί με αργό, ασύνδετο και αποσπασματικό τρόπο και απουσιάζει απόλυτα η θεσμοθετημένη ενιαία παροχή υπηρεσιών προς τους ηλικιωμένους. Στη φροντίδα των ηλικιωμένων εμπλέκονταν έως τώρα τρία τουλάχιστον υπουργεία (Εσωτερικών, Υγείας και Εργασίας/Κοινωνικής Αλληλεγγύης), κάτι που σε διεθνές επίπεδο θεωρείται παρωχημένο. «Σε αυτό το μεικτό σχήμα οφείλονται πολλές καθυστερήσεις στις εκταμιεύσεις χρηματοδοτήσεων, λόγω των χρονοβόρων διαδικασιών, αλλά και η ουσιαστική απουσία πρωτοκόλλου λειτουργίας προγραμμάτων και δράσεων στην Ελλάδα», προσθέτει η κ. Καραγιαννίδου.

Την πρωταρχική ευθύνη για τη φροντίδα των ηλικιωμένων στη χώρα μας εξακολουθεί να τη φέρει η οικογένεια, τα μέλη της οποίας σηκώνουν αμισθί το βάρος της φροντίδας· αυτό μας διαφοροποιεί από τις περισσότερες χώρες της Δύσης. Δημόσιοι ή δημοτικοί οίκοι ευγηρίας υφίστανται λίγοι και μόνο στις μεγάλες πόλεις, όπου αντίστοιχα ανάλογα με τις προτεραιότητες κάθε δήμου υφίσταται ή όχι ΚΑΠΗ. Υπενθυμίζεται ότι τα ΚΑΠΗ, πέρα από σημείο συνάντησης και κοινωνικοποίησης για τους ανθρώπους άνω των 65 ετών, αποτελούν και κόμβο ενημέρωσης, τόπο διεξαγωγής προληπτικών ιατρικών εξετάσεων και καταγραφής των αναγκών των ηλικιωμένων.

«Στην Ελλάδα παρατηρείται πλήρης απουσία στοιχείων αναφορικά με τα άτομα τρίτης ηλικίας και τις ανάγκες τους· χωρίς αυτά δεν μπορεί να γίνει ρεαλιστική χάραξη πολιτικής», σχολιάζει η κ. Καραγιαννίδου, που θεωρεί επείγουσα προτεραιότητα τη θέσπιση πρωτοκόλλων λειτουργίας για τους οίκους ευγηρίας αλλά και μητρώου για όσους φροντιστές αναλαμβάνουν κατ’ οίκον ανθρώπους τρίτης ηλικίας (κατά το πρότυπο της «Νταντάς της Γειτονιάς»). «Αυτό που γνωρίζουμε, ωστόσο, είναι ότι αναμένεται να αυξηθεί η ζήτηση για υπηρεσίες μακροχρόνιας φροντίδας ηλικιωμένων στην Ελλάδα, δεδομένου ότι ο δείκτης ετών υγιούς ζωής στα 65 έτη έχει δείξει πτωτική τάση και για τους άνδρες και για τις γυναίκες από το 2010 έως το 2018». Συγκεκριμένα, το 2018 οι άνδρες 65 ετών θα μπορούσαν να ζήσουν 7,4 χρόνια χωρίς σοβαρά προβλήματα υγείας, όταν το 2010 είχαν μπροστά τους 8,7 έτη υγιούς ζωής· αντίστοιχα οι γυναίκες αυτής της ηλικίας από 8,2 χρόνια υγιούς ζωής εκτιμήθηκε το 2018 ότι έχουν μπροστά τους 7,2 χρόνια.

«Τα εξαρτώμενα άτομα στο σύνολο του ελληνικού πληθυσμού υπολογίζονταν το 2019 σε 9,7%, δηλαδή πάνω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο που είναι 7%, ενώ προβλέπεται ότι έως το 2030 θα φτάσουν το 10,6% του γενικού πληθυσμού και έως το 2050 το 12,6%», λέει η κ. Καραγιαννίδου. Παρά τις ραγδαίες εξελίξεις στο δημογραφικό, η προετοιμασία της χώρας για τη φροντίδα και περίθαλψη όλων αυτών των πολιτών μοιάζει μηδαμινή. Ενδεικτικά, μόνο το 0,3% του ΑΕΠ της χώρας μας διατίθεται στη μακροχρόνια φροντίδα, κατατάσσοντας την Ελλάδα στην προτελευταία θέση μεταξύ των χωρών του ΟΟΣΑ, τη στιγμή που η Τουρκία, η Πολωνία, η Σλοβακία και η Ουγγαρία επιφυλάσσουν πολύ υψηλότερη ποιότητα ζωής στους πολίτες τους. Μάλιστα, η Ελλάδα βρίσκεται στην τελευταία θέση ως προς τον αριθμό των διαθέσιμων κρεβατιών μακροχρόνιας φροντίδας ηλικιωμένων ανά 1.000 κατοίκους άνω των 65 ετών, με αναλογία 1,8 κρεβάτια.

To «Βοήθεια στο σπίτι» και το γερμανικό μοντέλο

Το μόνο πρόγραμμα, το οποίο, σε πείσμα πολλών εμποδίων στην 20ετή και πλέον διαδρομή του, βρίσκεται σε ισχύ στη χώρα μας είναι το «Βοήθεια στο σπίτι»· ξεκίνησε πιλοτικά το 1997 σε 112 δήμους της χώρας ως εθνική δράση και σταδιακά επεκτάθηκε σε όλη την επικράτεια. Σήμερα, αποτελεί τον κορμό της μακροχρόνιας φροντίδας ηλικιωμένων στην κοινότητα. Το μικρό βαν, στο οποίο επιβαίνουν ο κοινωνικός λειτουργός, ο νοσηλευτής, ο ψυχολόγος και ένας φροντιστής γενικών καθηκόντων, όταν ξεπροβάλλει στην άκρη του δρόμου, φέρνει ανακούφιση σε πολλά νοικοκυριά ηλικιωμένων. Είναι οι άνθρωποι που προμηθεύουν τους δικαιούχους κατόπιν σχετικής συνεννόησης με τρόφιμα και φάρμακα, τους καθαρίζουν το σπίτι, τους μετράνε την πίεση, τους κλείνουν ραντεβού σε δημόσιες δομές υγείας ή τους συνοδεύουν και στον γιατρό, είναι οι επαγγελματίες που ουκ ολίγες φορές υπερβαίνουν εαυτόν. «Έχει αποδειχθεί ερευνητικά ότι το καλύτερο τόσο για την υγεία του ανθρώπου όσο και για την εθνική οικονομία κάθε χώρας είναι να υποστηρίζεται όσο το δυνατόν περισσότερο η παραμονή του ηλικιωμένου στο δικό του σπίτι», επισημαίνεται στη μελέτη. Συνεπώς, διεθνώς σχεδιάζονται προγράμματα με αυτή τη στόχευση, όπως το SUSTAIN, που λειτουργεί σε πολλές χώρες της Ε.Ε. Το «Βοήθεια στο σπίτι», πάντως, θα μπορούσε να γίνει ακόμη πιο αποτελεσματικό.

«Αρχικά, στην Ελλάδα, το πρόγραμμα εξυπηρετεί εξίσου ηλικιωμένους και άτομα με αναπηρία, καθώς όμως δεν υπάρχει άλλο πρόγραμμα για τους ανάπηρους, εκείνοι έχουν προτεραιότητα, με συνέπεια συχνά τα άτομα τρίτης ηλικίας να αδικούνται αριθμητικά». Κάθε ομάδα «Βοήθεια στο σπίτι» μπορεί να καλύπτει πέντε περιστατικά, ωστόσο, σχεδόν πάντοτε ο αριθμός των πραγματικά ωφελουμένων είναι πολύ μεγαλύτερος. «Οι ανάγκες είναι περισσότερες και στα μικρά μέρη όλοι γνωρίζονται, επομένως δεν θέλουν να αφήσουν κάποιον απ’ έξω», επισημαίνει η κ. Καραγιαννίδου, «όμως, καταγράφονται και παρεμβάσεις τοπικών αρχόντων που προσθέτουν επιπλέον άτομα στο πρόγραμμα, χωρίς απαραιτήτως να έχουν πρόβλημα αυτοεξυπηρέτησης». Το ζήτημα, σύμφωνα με τη μελέτη, είναι ότι «δεν υπάρχουν σαφή και αυστηρά κριτήρια υπαγωγής στο πρόγραμμα, ενώ δεν έχουμε καταγεγραμμένες τις ανάγκες των ανθρώπων ανά νομό». Λόγω της γεωμορφολογίας της χώρας, οι ομάδες συχνά επισκέπτονται τα σπίτια ηλικιωμένων σε απομακρυσμένες περιοχές μία ή δύο φορές την εβδομάδα.

Υπάρχουν επιτυχημένα μοντέλα κοινωνικής ασφάλειας που να διασφαλίζουν τη μακροχρόνια φροντίδα των ηλικιωμένων στο εξωτερικό;

«Το πιο λειτουργικό τη δεδομένη στιγμή μοιάζει να είναι το γερμανικό σύστημα», απαντά η Ελληνίδα ερευνήτρια, «καθώς οι Γερμανοί πληρώνουν κάθε μήνα ένα ποσοστό στη φορολογία τους που αφορά τις παροχές που θα απολαμβάνουν ως ηλικιωμένοι». Εάν κάποιο άτομο τρίτης ηλικίας δεν είναι σε θέση για έξι μήνες να αυτοεξυπηρετηθεί λόγω σωματικής ή ψυχικής ασθένειας, είναι αυτομάτως δικαιούχος επιδόματος μακροχρόνιας φροντίδας. Μεταξύ άλλων, οι φροντιστές/συγγενείς έχουν το δικαίωμα σε μερική απασχόληση ή εργασία ορισμένων ωρών για τουλάχιστον δύο χρόνια και εν συνεχεία επιστροφή σε πλήρες ωράριο. «Το “Βοήθεια στο σπίτι” είναι ένα πρωτοποριακό στη σύλληψή του πρόγραμμα, που δεν έχει να ζηλέψει τίποτε από ανάλογα προγράμματα στο εξωτερικό», καταλήγει η κ. Καραγιαννίδου, «γι’ αυτό οφείλουμε να το αναβαθμίσουμε».

Πηγή: www.kathimerini.gr

Σχετικά με τον συντάκτη

Η μοναδική, πλήρως προσβάσιμη για κάθε χρήστη, διαδραστική, κοινωνική πύλη ενημέρωσης στην Ελλάδα!

Αφήστε σχόλιο

ΧΟΡΗΓΟΙ

Επιστροφή στην κορυφή