Ενήλικες που κρατάνε σημειώσεις

Η ανάγκη του ανθρώπου να εμπλουτίζει τις γνώσεις του και να ανακαλύπτει νέα πράγματα είναι γνωστή εδώ και πάρα πολλά χρόνια.

Στην εποχή μας, η Παγκοσμιοποίηση έχει ως αποτέλεσμα την αύξηση του ανταγωνισμού και την ανάγκη για την παραγωγή υψηλής ποιότητας αγαθών. Συνδυαστικά, με την ολοένα αυξανόμενη εξέλιξη της τεχνολογίας καθιστούν αναγκαία τη συνεχή ανανέωση των γνώσεων και των δεξιοτήτων των εργαζομένων. Χρειάζονται λοιπόν υψηλά εξειδικευμένοι εργαζόμενοι που θα διαθέτουν την ικανότητα εξεύρεσης και ανάπτυξης καινοτόμων ιδεών. Για το λόγο αυτό κρίνεται πιο απαραίτητη από ποτέ η δια βίου μάθηση. Άλλωστε, όπως θα δούμε στη συνέχεια, υπάρχει μία άμεση σχέση της εκπαίδευσης με την οικονομική ανάπτυξη της χώρας.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση ορίζει τη δια βίου μάθηση ως

«Κάθε μαθησιακή δραστηριότητα η οποία αναλαμβάνεται καθ΄ όλη τη διάρκεια της ζωής με σκοπό τη βελτίωση των γνώσεων, των δεξιοτήτων και των εφοδίων, στο πλαίσιο μιας προσωπικής, κοινωνικής οπτικής και/ή μιας οπτικής που σχετίζεται με την απασχόληση» (European Commission, 2001). Στην Ελλάδα, η δια βίου μάθηση δεν είναι ιδιαίτερα διαδεδομένη. Μάλιστα, συγκριτικά με τις υπόλοιπες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης η Ελλάδα κατέχει την τελευταία θέση όσον αφορά στη συμμετοχή των ενηλίκων ηλικίας 25-64 ετών σε προγράμματα δια βίου εκπαίδευσης. Το γεγονός αυτό ίσως να καταδεικνύει την ύπαρξη περιορισμών στην εκπαίδευση και κατάρτιση ενηλίκων (“Εκπαίδευση και Δια βίου Μάθηση”, 2007).

Άραγε πόσο εύκολο είναι να επιστρέψει κανείς στα θρανία μετά την υποχρεωτική εκπαίδευση;

Για όλα τα πράγματα λέμε πως το βασικό είναι να υπάρχει θέληση. Όμως το γεγονός ότι η εκπαίδευση ενηλίκων και η δια βίου μάθηση αφορούν μια άλλη ηλικιακή ομάδα σημαίνει ότι χρειάζεται και ένας διαφορετικός χειρισμός από αυτόν που χρησιμοποιείται με τα παιδιά και τους εφήβους καθότι οι ενήλικες έχουν διαφορετικά χαρακτηριστικά και πιθανότατα θα εμφανιστούν διαφορετικού είδους δυσκολίες.

Χαρακτηριστικά ενήλικων εκπαιδευομένων

Η εκπαίδευση ενηλίκων ναι μεν έχει αρκετά κοινά σημεία με την τυπική εκπαίδευση, αλλά έχει και αρκετές διαφορές καθότι αναφέρεται σε έναν πληθυσμό με συγκεκριμένες ανάγκες και χαρακτηριστικά. Σύμφωνα με τη Θεωρία της Ανδραγωγικής του Knowles, οι ενήλικοι εκπαιδευόμενοι έχουν τα εξής ειδοποιά χαρακτηριστικά (Κοντάκος & Γκόβερης, 2006):

  • Την ανάγκη να γνωρίζουν λεπτομέρειες για τα εκπαιδευτικά προγράμματα στα οποία θα εμπλακούν.
  • Την αυτοαντίληψή : Οι ενήλικες λόγω της αυτοαντίληψής τους θεωρούν τους εαυτούς τους υπεύθυνους για τις αποφάσεις τους και αντιμετωπίζονται από τους γύρω τους ως αυτοκαθοδηγούμενα υποκείμενα (Knowles et al, 1998).
  • Τις εμπειρίες: Οι ενήλικες εκπαιδευόμενοι ναι μεν πιθανόν να έχουν αρκετά κοινά μεταξύ τους, αλλά παρουσιάζουν και μεγάλο εύρος ατομικών διαφορών εξαιτίας των διαφορετικών εμπειριών τους, οι οποίες επιδρούν στη μάθηση και στην διαμόρφωση της ταυτότητάς τους.
  • Τη μαθησιακή τους ετοιμότητα: Οι ενήλικες χαρακτηρίζονται από μαθησιακή ετοιμότητα και από την ικανότητα να χρησιμοποιούν όσα απαιτούνται να γνωρίζουν για να αντεπεξέλθουν αποτελεσματικά στη ζωή.
  • Τον προσανατολισμό στη μάθηση: Συνήθως οι ενήλικες επιλέγουν τη συμμετοχή τους σε εκπαιδευτικά προγράμματα και για να αποκτήσουν νέες γνώσεις, αλλά και γιατί πιστεύουν πως αυτές οι νέες γνώσεις θα τους βοηθήσουν στην επίλυση συγκεκριμένων προβλημάτων.
  • Τα κίνητρα: Οι ενήλικες ανταποκρίνονται θετικά σε εξωτερικά κίνητρα, όπως καλύτερες θέσεις εργασίας, προαγωγή, αύξηση στον μισθό, αλλά και σε εσωτερικά όπως εργασιακή ικανοποίηση, αναγνώριση, αυτοεκτίμηση. Μάλιστα τα εσωτερικά κίνητρα φαίνεται να είναι και τα πιο ισχυρά.

Μια άλλη κατηγοριοποίηση είναι αυτή του Alan Rogers (1999, σελ. 92), σύμφωνα με την οποία τα γενικά χαρακτηριστικά των ενήλικων εκπαιδευομένων είναι τα εξής:

  • Οι συμμετέχοντες είναι εξ’ ορισμού ενήλικοι, που σημαίνει ότι χρειάζονται διαφορετικό τρόπο προσέγγισης απ’ ότι οι ανήλικοι μαθητές.
  • Έχουν συγκεκριμένες απαιτήσεις από την εκπαιδευτική διαδικασία και συγκεκριμένα κίνητρα που τους ώθησαν στη συνέχιση των σπουδών τους.
  • Βρίσκονται σε μία εξελισσόμενη διεργασία ανάπτυξης. Η ανάπτυξη δε σταματά με την ενηλικίωση, αντίθετα συμβαίνουν διαρκώς αλλαγές στη ζωή των ενηλίκων που έχουν ως αποτέλεσμα να επηρεάζεται και η εκπαιδευτική διαδικασία.
  • Είναι φορείς ενός συνόλου εμπειριών και αξιών. Οι εμπειρίες και οι γνώσεις που έχουν αποκομίσει οι ενήλικες επηρεάζουν και τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνονται τα πράγματα, καθώς υπάρχουν ήδη διαμορφωμένες αντιλήψεις. Η προϋπάρχουσα εμπειρία μπορεί να αποτελέσει τη βάση για την απόκτηση νέων γνώσεων, θέλει όμως ιδιαίτερη προσοχή από μέρους του εκπαιδευτή έτσι ώστε να μην αισθανθεί ο εκπαιδευόμενος ότι αμφισβητείται και δημιουργηθούν έτσι εμπόδια στη μαθησιακή διαδικασία.
  • Εμπλέκονται στην εκπαιδευτική διαδικασία έχοντας συγκεκριμένες προσδοκίες από το πρόγραμμα σπουδών, ανάλογα με τις υπάρχουσες αντιλήψεις τους.
  • Έχουν ανταγωνιστικά ενδιαφέροντα και καθήκοντα. Ένας ενήλικος εκπαιδευόμενος μπορεί παράλληλα να έχει και άλλους ρόλους (εργαζόμενος, γονιός, σύζυγος κλπ), και κατά συνέπεια διαφορετικές υποχρεώσεις. Οι ρόλοι αυτοί μπορεί να λειτουργούν υποστηρικτικά, για παράδειγμα το να είναι κάποιος φοιτητής και εργαζόμενος θα τον βοηθήσει στο να ανταπεξέρχεται οικονομικά στις σπουδές του ή ένα υποστηρικτικό οικογενειακό περιβάλλον θα είναι βοηθητικό για τον φοιτητή. Από την άλλη όμως, επειδή οι διάφοροι ρόλοι αρκετές φορές συγκρούονται μεταξύ τους, μπορεί να αποτελέσουν ανασταλτικό παράγοντα στην εκπαιδευτική διαδικασία.
  • Έχουν διαμορφώσει ήδη τα δικά τους μοντέλα μάθησης, ανάλογα με τις ικανότητες τους και γνωρίζουν τον τρόπο και τις στρατηγικές μάθησης που τους διευκολύνουν για να έχουν πιο γρήγορα αποτελέσματα. Γι’ αυτό και πολλές φορές θέλουν να έχουν ενεργό ρόλο και στο σχεδιασμό της εκπαιδευτικής διαδικασίας.

Μια πιο πλήρη εικόνα των χαρακτηριστικών των ενήλικων εκπαιδευόμενων μας δίνουν δύο σημαντικοί εκπαιδευτές ενηλίκων, οι Hiemstra & Sisco (1990). Συγκεκριμένα διακρίνουν ότι οι ενήλικες εκπαιδευόμενοι έχουν τα εξής χαρακτηριστικά:

  • Διακόπτουν την εκπαίδευσή τους, όταν νιώσουν ότι δεν έχουν να κερδίσουν κάτι από αυτή και ότι χάνουν το χρόνο τους.
  • Η εκπαίδευση τούς ενδιαφέρει μόνο ως παράπλευρη απασχόληση, καθώς έχουν και πολλές άλλες υποχρεώσεις.
  • Κάποια επείγουσα ανάγκη ή κίνητρο τους έκανε να ξεκινήσουν μία καινούργια εκπαίδευση.
  • Δεν αποκαλύπτουν πάντα τους πραγματικούς λόγους για τους οποίους έχουν έρθει στην εκπαίδευση. Τα κίνητρα κάποιου που ξεκινάει εκπαίδευση μπορεί να διαφέρουν από αυτά των υπολοίπων. Άλλοι μπορεί να έχουν έρθει γιατί θέλουν να κάνουν φίλους, να γίνουν μέρος μιας ομάδας ή για να αποκτήσουν γνώσεις.
  • Θέλουν να νιώθουν άνετα.
  • Θέλουν να κάνουν κοινωνικές σχέσεις.
  • Συνήθως έχουν ελάχιστο έως καθόλου χρόνο για εργασίες στο σπίτι, παρόλ’ αυτά όμως βρίσκουν τον χρόνο να τις κάνουν.
  • Θέλουν να αντιμετωπίζονται ως ώριμοι άνθρωποι.
  • Εκτιμούν το φιλικό ενδιαφέρον που δείχνει ο εκπαιδευτής.
  • Θέλουν επιβεβαίωση ότι μπορούν να τα καταφέρουν σε ό,τι θελήσουν να κάνουν ή να μάθουν.
  • Χρειάζονται επιβράβευση και ενίσχυση.
  • Θέλουν να αισθάνονται την ικανοποίηση της επίτευξης των στόχων.
  • Τους κινητοποιεί μία έντονη ανάγκη για μάθηση.
  • Είναι ανυπόμονοι και πιέζονται από το χρόνο και τη βιασύνη να εφαρμόσουν όσα έμαθαν και να δοκιμάσουν τις δεξιότητες που απέκτησαν.
  • Έχουν πλούσια εμπειρία την οποία μοιράζονται με την υπόλοιπη ομάδα.
  • Μπορούν να επιλύουν προβλήματα.
  • Εκτιμούν μία σαφή, καλά σχεδιασμένη μαθησιακή εμπειρία.
  • Είναι γρήγοροι στην αξιολόγηση και εκτίμηση της καλής διδασκαλίας.

Πέρα από τις παραπάνω κατηγοριοποιήσεις, πιο διεξοδικά αναλύονται τα χαρακτηριστικά των ενηλίκων εκπαιδευομένων με το μοντέλο της Cross, το οποίο αποτελεί μια προσπάθεια να ενισχυθεί η Ανδραγωγική αναδεικνύοντας ακόμα περισσότερο τις ηλικιακές και μαθησιακές διαφορές. Το μοντέλο της Cross είχε ως στόχο να προσδιορίσει τα σημεία, ως προς τα οποία διαφέρουν οι ενήλικες εκπαιδευόμενοι από τα παιδιά, και να λειτουργήσει ως ένα εναλλακτικό μοντέλο διδασκαλίας για ενήλικες. Ουσιαστικά, ο στόχος του μοντέλου είναι διττός:

  • Να «διασαφηνίσει τις διαφορές ανάμεσα στους ενήλικες και τα παιδιά ως εκπαιδευόμενους και μαθητές» και
  • Να «κάνει προτάσεις σχετικά με το πώς η διδασκαλία των ενηλίκων θα πρέπει να διαφοροποιείται από την διδασκαλία των παιδιών» (Cross, 1981).

Το μοντέλο αυτό συγκροτείται από δύο διακριτές ομάδες μεταβλητών.

Η πρώτη ομάδα μεταβλητών περιγράφει τον ενήλικα και περιλαμβάνει μεταβλητές που αφορούν στα «προσωπικά χαρακτηριστικά», ενώ η δεύτερη ομάδα περιγράφει τις συνθήκες της μάθησης και περιλαμβάνει μεταβλητές που συνθέτουν τα «περιστασιακά χαρακτηριστικά».

Ως προσωπικά χαρακτηριστικά θεωρούνται:

1) Τα βιολογικά χαρακτηριστικά που έχουν σχέση με την ηλικία του ατόμου.

2) Τα κοινωνικοπολιτιστικά χαρακτηριστικά που αφορούν στις διάφορες φάσεις της ζωής του ενήλικα. Στην κατηγορία αυτών των χαρακτηριστικών θα μπορούσε να συμπεριληφθεί και η αρχή της «μαθησιακής ετοιμότητας» του Knowles (Cross, 1981).

3) Τα ψυχολογικά χαρακτηριστικά τα οποία αφορούν στα διαδοχικά αναπτυξιακά στάδια της προσωπικότητάς του ατόμου και κάθε στάδιο συμβολίζει την απόκτηση ενός ολοένα μεγαλύτερου βαθμού ωριμότητας. Το σημείο αυτό ενσωματώνεται και η αρχή της Ανδραγωγικής για την αυτοαντίληψη, καθώς οι ενήλικες, που βρίσκονται στα ανώτερα στάδια της ανάπτυξης του «εγώ» και της γνωστικής και ηθικής ανάπτυξης γενικότερα, μπορούν να κατευθύνουν με υπευθυνότητα τις εκπαιδευτικές τους δραστηριότητες, εφόσον έχουν υψηλό επίπεδο ωριμότητας.

Βάσει των δεδομένων των μέχρι τότε ερευνών για την αναπτυξιακή διαδικασία του ατόμου η Cross (1981) θεωρεί ότι υπάρχει ένα είδος «προκαθορισμένου κώδικα», ο οποίος παραμένει σχετικά ανεπηρέαστος από εξωτερικές επιρροές και διέπει όλο το φάσμα της αναπτυξιακής διαδικασίας του ατόμου. Αναφέρει το παράδειγμα της κρυσταλλοποιημένης ευφυΐας η οποία ενισχύεται με την πάροδο της ηλικίας, σε αντίθεση με τη ρευστή ευφυΐα. Οι εκπαιδευτές ενηλίκων γνωρίζοντας την εξελικτική διαδικασία θα πρέπει να ξέρουν πότε και πώς θα παρέμβουν, ώστε να επιτύχουν τα επιθυμητά αποτελέσματα.

Όσον αφορά στα περιστασιακά χαρακτηριστικά της εκπαίδευσης ενηλίκων αυτά είναι:

α) Η διάρκεια της εκπαίδευσης (μερικής ή πλήρους απασχόλησης) και

β) Ο βαθμός δέσμευσης της εκπαίδευσης (προαιρετική ή υποχρεωτική εκπαίδευση).

Τα προσωπικά χαρακτηριστικά παρουσιάζονται ως μία συνεχής εξελικτική διαδικασία από την παιδική ηλικία ως την ενήλικη ζωή, ενώ τα περιστασιακά ως ζεύγη αντιθέτων. Η Cross θεωρεί ως βασικό σημείο διαφοροποίησης των ενηλίκων από τα παιδιά το γεγονός ότι οι ενήλικες επιλέγουν κυρίως εκπαίδευση μερικής παρακολούθησης σε προαιρετική βάση. Υποστηρίζει επίσης ότι καθένας από τους τρεις άξονες που απαρτίζουν τα προσωπικά χαρακτηριστικά θα πρέπει να αντιμετωπιστεί με διαφορετικό τρόπο από τον εκπαιδευτικό. Αναφορικά με τους δύο πρώτους άξονες, ο εκπαιδευτικός θα πρέπει να υιοθετήσει προσαρμοστική και ευέλικτη στάση και να αντιμετωπίσει δημιουργικά τις προκλήσεις της μαθησιακής διαδικασίας. Επισημαίνει τη σημασία της εμπειρίας των ενήλικων εκπαιδευομένων η οποία θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη στον σχεδιασμό εκπαιδευτικών δραστηριοτήτων και τονίζει τον ρόλο του εκπαιδευτικού σχετικά με τον άξονα των κοινωνικοπολιτισμικών χαρακτηριστικών των ενηλίκων. Με άλλα λόγια, η Cross θεωρεί ότι ο κύριος ρόλος του εκπαιδευτή ενηλίκων είναι να βοηθήσει τον ενήλικα εκπαιδευόμενο να οδηγηθεί σε υψηλότερο επίπεδο ατομικής ανάπτυξης. Βέβαια, ο ενήλικας εκπαιδευόμενος θα πρέπει να αντιμετωπίζεται με διαφορετικό τρόπο από ένα παιδί ή έφηβο μαθητή, εφόσον βρίσκεται σε εντελώς διαφορετική θέση στον άξονα των προσωπικών χαρακτηριστικών (Κοντάκος & Γκόβερης, 2006).

Το μοντέλο της Cross παραθέτει τα χαρακτηριστικά των ενήλικων μαθητών, δεν αναφέρει όμως ρητά τις μεθόδους με τις οποίες μαθαίνουν οι ενήλικες και δεν εξετάζει αν τελικά οι ενήλικες μαθαίνουν με διαφορετικό τρόπο, απλώς το υπαινίσσεται.

Εμπόδια που συναντούν οι ενήλικοι εκπαιδευόμενοι

Οι ενήλικοι εκπαιδευόμενοι έχουν τα δικά τους ιδιαίτερα χαρακτηριστικά όμως και αυτοί μπορεί να αντιμετωπίζουν αρκετά εμπόδια κατά τη μαθησιακή διαδικασία. Τα εμπόδια αυτά μπορεί να είναι είτε εξωτερικά, που δυσκολεύουν την πρόσβαση στα προγράμματα εκπαίδευσης, είτε εσωτερικά, όπως είναι προηγούμενες εμπειρίες, γνώσεις και αξίες (Κόκκος, 2005, σελ. 90-91).

Επίσης, μπορεί τα εμπόδια να οφείλονται σε ψυχολογικούς παράγοντες και να σχετίζονται με:

1. Tην έλλειψη αυτοπεποίθησης,
2. τo φόβο της αποτυχίας και
3. τo άγχος που βιώνουν αρκετοί ενήλικοι εκπαιδευόμενοι στη διεργασία της μάθησης (Rogers, 2002).

Με τα εμπόδια που είναι δυνατόν να συναντήσουν οι ενήλικοι εκπαιδευόμενοι κατά την εκπαιδευτική διαδικασία ασχολήθηκαν και οι Carp, Peterson & Roelfs, 1974 στο Cross, 1981, p. 99), οι οποίοι κατατάσσουν τα εμπόδια σε τρεις κατηγορίες:

  • Στα εμπόδια που αφορούν στις καταστάσεις ζωής του ενήλικου εκπαιδευομένου τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή κατά την οποία πραγματοποιείται η μάθηση.
  • Στα εμπόδια του εκπαιδευτικού πλαισίου τα οποία περιλαμβάνουν τις πρακτικές και τις διαδικασίες εκείνες που αποθαρρύνουν τον εργαζόμενο ενήλικο από τη συμμετοχή του σε εκπαιδευτικές δραστηριότητες.
  • Στα εμπόδια της προδιάθεσης, δηλαδή εμπόδια που σχετίζονται με τις στάσεις και τις αντιλήψεις τις οποίες έχει το άτομο για τον εαυτό του ως εκπαιδευόμενο.

Προϋποθέσεις Αποτελεσματικής Μάθησης

Όσον αφορά στις προϋποθέσεις που χρειάζονται για να είναι αποτελεσματική η μαθησιακή διαδικασία που απευθύνεται σε ενηλίκους πρώτα απ’ όλα πρέπει ο εκπαιδευτής να διερευνά τα εμπόδια που αντιμετωπίζουν οι εκπαιδευόμενοι και να βρίσκονται τρόποι για την υπέρβασή τους. Ο εκπαιδευτής πρέπει, σεβόμενος τις ανάγκες του κάθε εκπαιδευόμενου ξεχωριστά, να εντοπίσει τους παράγοντες που ενδεχομένως εμποδίζουν τη μάθηση και ενυπάρχουν στο πλαίσιο της ομάδας της οποίας έχει την ευθύνη. Επίσης, είναι βασικό το ότι η εκπαίδευση πρέπει να έχει εθελοντικό χαρακτήρα. Οι ενήλικες έχουν περάσει πλέον το στάδια της υποχρεωτικής εκπαίδευσης και οποιαδήποτε πίεση να συμμετάσχουν σε μία εκπαιδευτική διαδικασία έχει σχεδόν πάντοτε αρνητικό αποτέλεσμα.

Ακόμη, είναι βασικό το να αποσαφηνίζονται εξ’ αρχής οι εκπαιδευτικοί στόχοι. Οι στόχοι σε ένα εκπαιδευτικό πρόγραμμα ενηλίκων πρέπει να είναι σαφείς, ρεαλιστικοί, συνδεδεμένοι με τις εμπειρίες των εκπαιδευόμενων, καθώς επίσης και με τις αντικειμενικές ανάγκες του επαγγελματικού και κοινωνικού περίγυρου.

Πέρα όμως από τους σαφείς και ρεαλιστικούς εκπαιδευτικούς στόχους, όλο το εκπαιδευτικό πρόγραμμα πρέπει να είναι άρτια οργανωμένο, όσον αφορά στην υποδομή, στο εκπαιδευτικό υλικό, στη γραμματειακή υποστήριξη, στην εκπλήρωση των οικονομικών και άλλων υποχρεώσεων προς τους συμμετέχοντες. Στην περίπτωση που η οργάνωση αυτή απουσιάζει μπορεί τα αποτελέσματα να είναι αρνητικά και να επηρεάσουν τη συμμετοχή των εκπαιδευόμενων.

Όπως έχει αναφερθεί, οι ήδη υπάρχουσες εμπειρίες των ενηλίκων μπορούν να λειτουργήσουν ως βάση για την απόκτηση νέων γνώσεων. Είναι προτιμότερο λοιπόν, το περιεχόμενο των εκπαιδευτικών ενοτήτων να έχει άμεση σχέση με τις ανάγκες και τις εμπειρίες των εκπαιδευομένων. Με αυτό τον τρόπο, δίνονται πολλές ευκαιρίες στους εκπαιδευόμενους να αξιοποιήσουν τις εμπειρίες τους και να μαθαίνουν μέσα από αυτές.

Επιπροσθέτως, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι προτιμώμενοι τρόποι μάθησης. Πρέπει, δηλαδή, να υπάρχει εξατομικευμένη προσέγγιση του τρόπου με τον οποίο κάθε εκπαιδευόμενος μαθαίνει και αποδίδει καλύτερα και η διδασκαλία να οργανώνεται λαμβάνοντας υπόψη τους τρόπους αυτούς. Με αυτόν τον τρόπο, οι εκπαιδευόμενοι αισθάνονται ότι η διδασκαλία είναι προσαρμοσμένη στις ανάγκες τους και ότι έτσι ενθαρρύνεται και η ενεργητική συμμετοχή στην εκπαιδευτική διαδικασία. Ανάλογα με τη διάθεση που δείχνει κάθε ομάδα και ανάλογα με την ατμόσφαιρα που διαμορφώνεται, ο εκπαιδευτής είναι σκόπιμο να αφήνει σταδιακά έδαφος πρωτοβουλίας και να υποκινεί τους εκπαιδευόμενους να συμμετέχουν ενεργητικά στη μαθησιακή διεργασία.

Πάνω απ’ όλα Θετικό Κλίμα

Όλα αυτά που αναφέρθηκαν αποτελούν σημαντικές προϋποθέσεις για να ολοκληρωθεί η εκπαιδευτική διαδικασία όταν απευθυνόμαστε σε ενήλικες και να ξεπεραστούν τα όποια εμπόδια. Υπάρχει όμως κάτι που είναι ακόμη πιο σημαντικό. Βασικό χαρακτηριστικό για να είναι αποτελεσματική η εκπαίδευση, όπως σε κάθε περίπτωση μαθησιακής διαδικασίας, είναι να διαμορφωθεί ένα θετικό κλίμα που θα χαρακτηρίζεται από ουσιαστική επικοινωνία, συνεργατικό πνεύμα και αμοιβαίο σεβασμό. Στο πλαίσιο αυτό ο εκπαιδευτής δεν λειτουργεί ως καθοδηγητής, αλλά είναι περισσότερο ο συντονιστής, ο καταλύτης της μαθησιακής διεργασίας ή αλλιώς ο συνταξιδιώτης των εκπαιδευομένων που θα τους ενθαρρύνει στην πορεία τους προς την απόκτηση νέων γνώσεων και δεξιοτήτων και θα βρίσκεται σε αλληλεπίδραση μαζί τους (Κόκκος, 2005).

 

Σχετικά με τον συντάκτη

Νίκη Δαλιανά
Σύμβουλος Επαγγελματικού Προσανατολισμού

Αφήστε σχόλιο

ΧΟΡΗΓΟΙ

Επιστροφή στην κορυφή

Συνεχίζοντας να χρησιμοποιείτε την ιστοσελίδα, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Περισσότερες πληροφορίες.

Οι ρυθμίσεις των cookies σε αυτή την ιστοσελίδα έχουν οριστεί σε "αποδοχή cookies" για να σας δώσουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία περιήγησης. Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε αυτή την ιστοσελίδα χωρίς να αλλάξετε τις ρυθμίσεις των cookies σας ή κάνετε κλικ στο κουμπί "Κλείσιμο" παρακάτω τότε συναινείτε σε αυτό.

Κλείσιμο