3 Δεκεμβρίου – Παγκόσμια Ημέρα Αναπηρίας: Ένα ταξίδι στη φανταστική χώρα της αρτιμέλειας
του Απόστολου Μιχαλόπουλου, ειδικού παιδαγωγού, δ/ντή του Ειδικού Δημοτικού Σχολείου Αγριάς – Παίδων Πόλις
Κάθε φορά που πλησιάζει η 3η Δεκεμβρίου, η σκέψη γυρίζει αναπόφευκτα στην αναπηρία, όχι σαν μια έννοια μακρινή, αλλά σαν μια πραγματικότητα που αφορά όλους μας. Δεν είναι μέρα για να θυμηθούμε όσους «διαφέρουν», αλλά μια στιγμή που μας καλεί να σταθούμε μπροστά στον καθρέφτη και να δούμε με ειλικρίνεια πόσο χώρο επιτρέπουμε στον άνθρωπο που βρίσκεται δίπλα μας. Μας καλεί να αναρωτηθούμε αν η δική μας αρτιμέλεια είναι αληθινή ή αν κρύβει μια κούραση, μια αποστασιοποίηση, μια απώλεια ενσυναίσθησης που μας απομακρύνει από το ουσιαστικό. Γιατί η αναπηρία δεν είναι έλλειμμα. Είναι ένας διαφορετικός τρόπος να προχωράς στον κόσμο, ένας ρυθμός που ζητά σεβασμό και αποδοχή, όχι οίκτο.
Όσοι υπηρετούμε καθημερινά στην Ειδική Αγωγή γνωρίζουμε καλά πως οι δυσκολίες δεν ξεκινούν από την αναπηρία. Ξεκινούν από το ίδιο το σύστημα, που συχνά παλεύει με τη γραφειοκρατία περισσότερο απ’ ό,τι με τις πραγματικές ανάγκες. Πρωτόκολλα, έγγραφα, διαδικασίες που απορροφούν χρόνο και ενέργεια, ξεχνώντας ότι πίσω από κάθε χαρτί υπάρχει μια ζωή που περιμένει, και ένας εκπαιδευτικός που προσπαθεί να σταθεί αντάξιος του ρόλου του. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η ανθρωπιά μοιάζει να κινδυνεύει, κι οι άνθρωποι που σηκώνουν στις πλάτες τους τις ιστορίες των παιδιών συχνά βρίσκονται να εργάζονται σε συνθήκες που τους μικραίνουν άδικα, ενώ θα έπρεπε να τους στηρίζουν και να τους αφήνουν να ανθίσουν.
Κάθε Σεπτέμβρη οι πληγές φαίνονται ακόμη πιο καθαρά.
Τα σχολεία ξεκινούν με ελλείψεις, με προσωπικό που δεν ξέρει αν θα μείνει, με παιδιά που αναγκάζονται να προσαρμόζονται ξανά και ξανά σε πρόσωπα και συνθήκες που αλλάζουν, ενώ αυτό που χρειάζονται περισσότερο είναι η σταθερότητα. Κι έτσι, πολλές φορές, η Ειδική Αγωγή λειτουργεί, όχι επειδή την στηρίζει η πολιτεία, αλλά επειδή οι άνθρωποί της επιμένουν να μην εγκαταλείπουν. Όμως αυτό, όσο κι αν μας τιμά, δεν παύει να είναι επικίνδυνο και βαθιά άδικο.
Ένας βασικός τομέας στις μονάδες Ειδικής Αγωγής, που πιέζει καθημερινά είναι η λειτουργία χώρων που θεωρητικά θα έπρεπε να είναι δεδομένοι, όπως για παράδειγμα, οι αίθουσες αισθητηριακής ολοκλήρωσης, ο βασικός εξοπλισμός, τα μέσα για να μπορεί ένα παιδί να μάθει χωρίς να αγωνίζεται απέναντι σε φώτα, σε θορύβους και γενικά σε ακατάλληλα ερεθίσματα. Η αισθητηριακή ρύθμιση δεν είναι μια τεχνική πολυτέλεια. Είναι προϋπόθεση για μάθηση και ηρεμία. Κι όμως, συχνά αφήνεται στην καλή διάθεση των χορηγών, σαν κάτι που μπορεί να περιμένει.
Μιλώντας για την καθημερινότητα των μαθητών στα Ειδικά Σχολεία, εκεί όπου δουλεύουμε για να αναπτυχθούν γνωστικά, είναι εύκολο καμιά φορά να παραβλέψουμε πως δίπλα στη γνώση υπάρχει ένας εξίσου σημαντικός κόσμος: οι κοινωνικές δεξιότητες. Δεν είναι κάτι που λείπει από τα σχολεία μας – κάθε άλλο. Είναι κάτι που καλλιεργείται καθημερινά, μέσα από κάθε μικρή συνάντηση, κάθε παιχνίδι, κάθε προσπάθεια που κάνει το παιδί να σταθεί μέσα στην ομάδα. Το να περιμένει κανείς τη σειρά του, να συνεργάζεται, να αναγνωρίζει τα συναισθήματά του, να καταλαβαίνει το βλέμμα του άλλου, να ζητά βοήθεια, να διαβάζει τα σιωπηλά σήματα της επικοινωνίας, είναι κομμάτια μιας πορείας που βαθαίνει με τον χρόνο και με ανθρώπους που έχουν χώρο και σταθερότητα να στηρίξουν αυτή τη διαδρομή.
Κι αν το γνωστικό μέρος παραμένει πάντα σημαντικό, άλλο τόσο σημαντικό είναι και αυτό που χτίζεται έξω από τα βιβλία. Γιατί η γνώση δεν βρίσκεται μόνο μέσα στα χαρτιά ή στο διαδίκτυο, βρίσκεται εκεί έξω, στον κόσμο που περιμένει να τον ανακαλύψουν τα παιδιά μέσα από την τριβή τους με πρόσωπα, καταστάσεις και πράγματα. Κι εκεί η κοινωνική δεξιότητα δεν λειτουργεί σαν συμπλήρωμα, αλλά σαν κλειδί που ανοίγει πόρτες. Γιατί μόνο όταν το παιδί μάθει πως να σταθεί, να επικοινωνεί, να εμπιστεύεται, καταφέρνει στο τέλος να εμπιστεύεται τον εαυτό του, μπορεί να βγει στον κόσμο και να κάνει δική του τη γνώση. Κι αυτό είναι το ζητούμενο.
Μέσα σε όλα αυτά, η συμπερίληψη παραμένει το ζητούμενο.
Δεν είναι σύνθημα. Είναι η στιγμή που τα παιδιά από διαφορετικούς κόσμους παίζουν πλάι-πλάι και το θεωρούν αυτονόητο. Είναι τα σχολεία που ανοίγουν το ένα στο άλλο, οι αυλές που γεμίζουν κοινές εικόνες και κοινές φωνές. Εκεί γεννιούνται οι αυριανοί πολίτες που δεν θα κοιτούν το παιδί με αναπηρία σαν κάτι ξέχωρο από τον δικό τους κόσμο, αλλά σαν κομμάτι του.
Κι όμως, όσο μιλάμε για συμπερίληψη, η πραγματικότητα δείχνει τα εμπόδιά της. Πόσο συμπεριληπτική μπορεί να είναι μια κοινωνία όταν δεν ενοχλείται που ένα αμαξίδιο δεν χωρά να περάσει την πόρτα ενός γραφείου ή ενός καταστήματος; Όταν ένα παιδί με προβλήματα όρασης δεν μπορεί να ακολουθήσει μια ασφαλή διαδρομή; Η προσβασιμότητα δεν είναι μηχανικό ζήτημα. Είναι ζήτημα σεβασμού. Αν δεν μπορείς να μπεις κάπου, δεν μπορείς να ανήκεις εκεί.
Φυσικά, όσο τα παιδιά με αναπηρία μεγαλώνουν, τόσο τα ερωτήματα γίνονται πιο βαριά.
Πόσο έτοιμη είναι η κοινωνία να στηρίξει την επαγγελματική τους πορεία;
Πόσο έτοιμη είναι να δώσει ευκαιρίες σε ανθρώπους που μπορούν να εργαστούν, που έχουν θέληση, αλλά χρειάζονται ένα πλαίσιο προσαρμοσμένο στις ανάγκες τους;
Η ένταξη στην εργασία δεν είναι χάρη. Είναι προϋπόθεση αξιοπρέπειας.
Και για όσους δεν μπορούν να εργαστούν ή να ζήσουν ανεξάρτητα, η ανάγκη είναι ακόμη πιο βαθιά. Χρειάζονται μόνιμες δομές φροντίδας, ασφαλείς ξενώνες, καθημερινή υποστήριξη, οικονομική ενίσχυση που να μην αφήνει τις οικογένειες να βουλιάζουν στον φόβο. Χρειάζονται πολιτεία, όχι συμπάθεια.
Κλείνοντας, θέλω να καταθέσω εκείνη τη μία ερώτηση, που μπορεί να κάνει κάθε εκπαιδευτικό να σωπάσει μπροστά στο γονιό και να χαμηλώσει το βλέμμα: «Τι θα γίνει το παιδί μου όταν εγώ φύγω;». Αν μπορούσαμε να απαντήσουμε στους γονείς ειλικρινά, πως το παιδί τους με αναπηρία θα ζήσει με ασφάλεια και αγάπη, ότι δεν θα μείνει μόνο, ότι η κοινωνία θα το κρατήσει όπως θα το κρατούσαν οι δικοί του άνθρωποι, τότε ίσως να νιώθαμε μέσα μας πραγματική γαλήνη. Γιατί από την απάντηση αυτής της μίας ερώτησης, κρίνεται ολόκληρη η ποιότητα της πολιτείας.
Αν θέλουμε, λοιπόν, να μιλήσουμε αληθινά για την αναπηρία, πρέπει πρώτα να μιλήσουμε για τη στάση μας απέναντι στον άνθρωπο. Γιατί όλα αρχίζουν από εκεί: από το πώς βλέπουμε, πώς ακούμε και πώς στεκόμαστε δίπλα σε κάποιον που χρειάζεται στήριξη. Από σχολεία που μπορούν να λειτουργούν χωρίς εκκρεμότητες. Από εκπαιδευτικούς που δεν παλεύουν για να επιβιώσουν μέσα στο ίδιο τους το επάγγελμα. Από οικογένειες που δεν ζουν με τον καθημερινό φόβο της επόμενης μέρας. Από υποδομές που δεν είναι χάρη, αλλά δικαίωμα.
Γιατί η πιο επικίνδυνη μορφή αναπηρίας βρίσκεται στην απουσία ενσυναίσθησης. Είμαι σίγουρος ότι η αναπηρία δεν ζητά λύπηση. Ζητά συμμάχους, ζητά μια κοινωνία ανθρώπων που θα πουν: «Είμαστε εδώ και δεν κάνουμε πίσω». Κι όσο υπάρχει αυτή η στάση, η ελπίδα θα μένει ζωντανή και θα θυμίζει πως το δίκαιο δεν είναι ποτέ πολυτέλεια.
Πηγή: e-thessalia.gr


