Με αφορμή την συνεργασία της Κίνηση Ανάπηρων Καλλιτεχνών στο πλαίσιο του αφιερώματος στον Ελληνικό Queer Κινηματογράφο ένα κείμενο για την σύνδεση μεταξύ κουίρ και αναπηρίας.
Ιστορικά ο όρος “queer” (κουίρ) αποτελούσε μια ετικέτα-στίγμα, η οποία συχνά περιελάμβανε στο εύρος της και τα ανάπηρα άτομα. Για παράδειγμα, πριν από έναν αιώνα μπορεί να χαρακτήριζαν κουίρ κάποιον ακρωτηριασμένο ή κάποιον με νοητική βλάβη. Τις τελευταίες δεκαετίες, οι σεξουαλικές μειονότητες επανοικειοποιήθηκαν τον όρο κουίρ ως υπερήφανο χαρακτηρισμό και ως σύμβολο αντίστασης απέναντι σε κάθε λογής κανονιστικά καθεστώτα, κατ’ αντιστοιχία με τον ενστερνισμό όρων όπως “crip” (σακάτης) και τη διεύρυνση της έννοιας του ίδιου του όρου “disability” (αναπηρία). Όλες αυτές οι λέξεις είναι πολιτικοί όροι που έχουν αμφισβητηθεί ευρέως και αντιτίθενται σθεναρά στην απόδοση μίας και μόνο στοιχειώδους σημασίας. Στα τέλη της δεκαετίας του 1980 και στις αρχές της δεκαετίας του 1990, το σύνθημα της ακτιβιστικής ομάδα Queer Nation “We’re here, we’re queer, get used to it” (Είμαστε εδώ, είμαστε κουίρ, συνηθίστε το) συνέπεσε ιστορικά με το σύνθημα των ανάπηρων ακτιβιστών “Not dead yet” (Δεν πεθάναμε ακόμη).
Το πλέον θεμελιώδες κοινό στοιχείο ανάμεσα στις θεωρίες κουίρ και στις θεωρίες αναπηρίας είναι η κριτική θεώρηση των συνεπειών της κανονικοποίησης ως προς το σώμα (τη σωματικοποίηση), την επιθυμία και την πρόσβαση.
Η θεωρία κουίρ δεν αντιτίθεται στην ετεροσεξουαλικότητα αλλά στην ετεροκανονικότητα, δηλ. τη συχνά σιωπηλή παραδοχή ότι η ετεροσεξουαλικότητα διαμορφώνει το πλαίσιο μέσα στο οποίο νοηματοδοτούνται τα πάντα. Πριν εφεύρει τον όρο «ετεροκανονικότητα» (heteronormativity) ο Michael Warner στις αρχές της δεκαετίας του 1990, οι ακαδημαϊκοί είχαν στη διάθεσή τους την έννοια της «υποχρεωτικής ετεροσεξουαλικότητας» (compulsory heterosexuality) που είχε λανσάρει η λεσβία φεμινίστρια συγγραφέας Adrienne Rich (1983). Δύο δεκατείες αργότερα, ο θεωρητικός της αναπηρίας Robert McRuer προεξέτεινε το αφήγημα της Rich υποστηρίζοντας ότι η υποχρεωτική ετεροσεξουαλικότητα εξαρτάται από τα ικανά σώματα (able-bodiedness), καθώς η ετεροκανονικότητα υποθέτει πρωτίστως ότι τα σεξουαλικά υποκείμενα πρέπει να είναι μη ανάπηρα, υγιή και, επομένως, «φυσιολογικά». Μάλιστα η αρτιμέλεια φαίνεται να είναι ακόμα πιο υποχρεωτική από την ετεροσεξουαλικότητα διότι η δεύτερη προϋποθέτει την πρώτη. Το φυσιολογικό σεξ –σε αντιδιαστολή προς τις αποκκλίνουσες ή στρεβλές μορφές του– απαιτεί ένα «κανονικό» σώμα. Διατυπώνοντας τη θεωρία της αναπηρίας μέσω της κουίρ θεωρίας, ο McRuer (2006) ανέπτυξε μια «crip θεωρία», στην οποία η κριτική της σεξουαλικής κανονικοποίησης συμβαδίζει απόλυτα με την κριτική των ικανοτιστικών/αρτιμελιστικών παραδοχών για το σώμα.
Η κριτική της κανονικοποίησης κατέχει σημαντική θέση τόσο στις θεωρίες αναπηρίας όσο και στις κουίρ θεωρίες.
Μάλιστα, οι κριτικές που διατυπώθηκαν σε αυτά τα πλαίσια παρήγαγαν τη δική τους κριτική ορολογία στους αντίστοιχους κλάδους των ανθρωπιστικών επιστημών κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1990. Εκτός από τον όρο «ετεροκανονικότητα» που εφηύρε ο Warner, η Rosemarie Garland-Thomson στο επιδραστικό βιβλίο της Extraordinary Bodies (Εξωκανονικά Σώματα) εισήγαγε την έννοια “normate” (κανονικεύoν) ορίζοντάς την ως «η κοινωνική μορφή, μέσω της οποίας οι άνθρωποι μπορούν να αυτοαναπαρασταθούν προσδιοριστικά ως ανθρώπινα όντα» (1997, 8). Ομοίως, το Enforcing Normalcy του Lennard Davis (1995) (Επιβάλλοντας την κανονικότητα) περιέγραψε τις πολιτισμικές διεργασίες που διαιωνίζουν τα σωματικά πρότυπα και ιδανικά του αποκλεισμού. Όπως και με την κριτική της ετεροκανονικότητας του Warner, κεντρικός ισχυρισμός αυτού του ακαδημαϊκού κλάδου είναι πως, πέρα από την εξέταση των σωματικών συνθηκών ή του εκάστοτε φυσικού περιβάλλοντος που παράγει την αναπηρία, η θεωρία της αναπηρίας θα πρέπει να εξετάζει και τις λιγότερο απτές αλλά βαθιά διαστρεβλωμένες κοινωνικές προσδοκίες που προεικάζουν την εικόνα που θα έπρεπε να έχουν τα σώματα και το τι θα έπρεπε να είναι ικανά να κάνουν.
Οι κουίρ προσεγγίσεις στον στοχασμό περί αναπηρίας και σεξουαλικότητας υποστηρίζουν πως ούτε το ανθρώπινο σώμα ούτε οι ικανότητές του δεν προσδιορίζονται βιολογικά· αντίθετα, τόσο η αναπηρία όσο και η σεξουαλικότητα συγκροτούνται μέσω κοινωνικοπολιτισμικών διεργασιών κανονικοποίησης. Το βιβλίο του κοινωνιολόγου Erving Goffman Stigma (1963), για παράδειγμα, επηρέασε τόσο τις θεωρίες της αναπηρίας όσο και τις κουίρ θεωρίες, εν μέρει επειδή ο Goffman αναφέρει συστηματικά “cripples” (σακάτηδες) και “homosexuals” (ομοφυλόφιλους) στην ίδια πρόταση, ως παράλληλα παραδείγματα στιγματισμένων ταυτοτήτων. Αυτό που παραμένει κρίσιμο στο αφήγημα του Goffman είναι η εύστοχη διαπίστωσή του ότι κάθε άνθρωπος υπολείπεται των προτύπων ταυτότητας· ως εκ τούτου, είμαστε όλοι δυνητικά ευάλωτοι στις ζημιογόνες επιπτώσεις του κοινωνικού στιγματισμού. Με άλλα λόγια, η κανονικοποίηση δεν είναι αποκλειστικά προς το συμφέρον των λεγόμενων φυσιολογικών, διότι θέτει και αυτούς σε κίνδυνο. Στον βαθμό που οι όροι «κουίρ» και «ανάπηρος» ορίζουν συναφείς ταυτότητες, οποιοσδήποτε μπορεί να χαρακτηριστεί κουίρ ή να καταστεί ανάπηρος αν δεν αντεπεξέρχεται σε συγκεκριμένα πρότυπα ή ιδανικά.
Ο σημαίνων φιλόσοφος Michel Foucault διευρύνει το πεδίο της κοινωνιολογικής ανάλυσης του Goffman αποδεικνύοντας ότι η εξουσία στη σύγχρονη κοινωνία ασκείται λιγότερο μέσω των κανονισμών και των απαγορεύσεων και περισσότερο μέσω της κανονικοποίησης και της αποκατάστασης (rehabilitation). Η κριτική που ασκεί ο Foucault στην κανονικοποίηση απορρέει, εν μέρει, από το έργο του Γάλλου ιστορικού της ιατρικής Georges Canguilhem, του οποίου η μελέτη The Normal and the Pathological (1978) (Το κανονικό και το παθολογικό) απέδειξε ότι η ασθένεια γίνεται συστηματικά αλλά λανθασμένα κατανοητή με όρους απομάκρυνσης από τα βιοφυσικά πρότυπα. Αντίθετα ο Canguilhem ισχυρίστηκε ότι σημαντικές αποκλίσεις από το στατιστικά κανονικό μέσα σε έναν πληθυσμό δεν συνεπάγονται απαραίτητα παθολογία. Μόνο όταν τα μαθηματικά πρότυπα συγχέονται με αξιολογικά πρότυπα εκλαμβάνονται τέτοιου είδους αποκλίσεις ως ενδείξεις ασθένειας. Αυτή η διάκριση ανάμεσα στα στατιστικά και τα αξιολογικά πρότυπα, άρρηκτα συνδεδεμένη με το σκέλος της κουίρ θεωρίας που ανέπτυξε ο Warner, είναι επίσης εξαιρετικά επίκαιρη για τις θεωρίες της αναπηρίας. Τόσο στις θεωρίες κουίρ όσο και στις θεωρίες αναπηρίας, η αποκωδικοποίηση των κοινωνικών κατηγοριών και των στατιστικών ιατρικών στοιχείων βοηθά στην ανάδειξη των τρόπων με τους οποίους κατασκευάζονται οι έννοιες ασθένεια, υγεία και κανονικότητα.
Σε καμία άλλη περίπτωση δεν αναμείχθηκαν τα κοινωνικά με τα ιατρικά πρότυπα τόσο έντονα όσο στο φαινόμενο του AIDS.
Όπως διατείνεται ο ακαδημαϊκός φιλόλογος Ellis Hanson, «Η ίδια η κουίρ θεωρία μπορεί να θεωρηθεί ότι ξεκίνησε ως θεωρία αναπηρίας, καθώς πυροδοτήθηκε από τις ακτιβιστικές δράσεις γύρω από την κρίση του AIDS» (2011, 113). Οι πολιτικές κουίρ αναδύθηκαν από τον ακτιβισμό για το AIDS της δεκαετίας του 1980, κυρίως προκειμένου να επιμείνουν ότι το AIDS δεν είναι μια ασθένεια ταυτότητας – δηλαδή, μια ασθένεια που αφορά μόνο παθολογικοποιημένες κοινωνικές ομάδες όπως οι ομοφυλόφιλοι άντρες ή οι χρήστες ενδοφλέβιων ναρκωτικών. Ανάμεσα στις πολλές άλλες επιπτώσεις της, η επιδημία του AIDS ευνόησε και μια πολιτική συνασπισμού που υπερέβαινε τα καθιερωμένες όρια της σεξουαλικής, φυλετικής ή αναπηρικής ταυτότητας, με αποτέλεσμα να συγκροτεί μια αυτόνομη κουίρ πολιτική.
Οι θεωρίες αναπηρίας ενδεχομένως έδρασαν καταλυτικά στη γέννηση αυτού που οι σύγχρονοι μελετητές χαρακτηρίζουν κουίρ θεωρία. Μόνο, όμως, αφού διατυπωθούν ρητά οι δύο θεωρίες η μία σε σχέση με την άλλη καθίσταται σαφής η έκταση της μεταξύ τους σύνδεσης. Αυτή η σύνδεση επιτρέπει στην ακαδημαϊκή φιλόλογο Anna Mollow να υπαινιχθεί ότι το ίδιο το φύλο, ως προς τις επιπτώσεις του στη συνεκτική ατομικότητα, μπορεί να θεωρηθεί ως παράγον αναπηρία. Βασιζόμενη σε μια ψυχοαναλυτική πτυχή της κουίρ θεωρίας που σχετίζεται με τον Leo Bersani, η Mollow ισχυρίζεται ότι «αναπηρία» και «φύλο» αποτελούν «δύο ονόματα για την ίδια αυτο-διαρρηγνυόμενη δύναμη» (2012, 287). Εδώ, η σύνδεση μεταξύ κουίρ και αναπηρίας δεν προκύπτει από κοινωνικές διεργασίες κανονικοποίησης, αλλά από τις επιπτώσεις της σεξουαλικής έντασης στη σωματική συνοχή. Η προκλητική θεωρία της Mollow ανοίγει μια μελλοντική προοπτική για τις κουίρ θεωρίες και τις θεωρίες αναπηρίας μέσω της επανεξέτασης του βαθμού αλληλεξάρτησης μεταξύ των δύο.



Φανταστικό άρθρο. Συγχαρητήρια!
Φανταστικό άρθρο. Συγχαρητήρια!