Article content

Η εκπαίδευση και ο εκπαιδευτικός τον 21ο αιώνα

Κατηγορία: Επιστημονικά

Η ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΚΑΙ Ο ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟΣ ΣΤΟΝ 21ο ΑΙΩΝΑ[1]

Εισαγωγή

Οι οικονομικές και κοινωνικές εξελίξεις των τελευταίων ετών έχουν δημιουργήσει νέα δεδομένα, τα οποία επηρεάζουν σημαντικά το παρόν και το μέλλον του ανθρώπου σε παγκόσμιο επίπεδο.  Μια νέα εποχή έχει ήδη διαμορφωθεί, με κύρια χαρακτηριστικά: (i) τις κοινωνικοοικονομικές ανακατατάξεις, (ii) την δραστική αλλαγή στη δημιουργία, την πρόσβαση και την κατάκτηση της γνώσης, (iii) τις καινοτομίες και (iv) την αλλαγή των όρων, των συνθηκών και των απαιτήσεων που προκύπτουν για τον σχεδιασμό, την οργάνωση και τη λειτουργία της προσωπικής, της κοινωνικής και της επαγγελματικής ζωής του ανθρώπου.

Στον παγκοσμοποιημένο κόσμο μας οι κοινωνίες και τα εκπαιδευτικά συστήματα είναι αλληλοεξαρτώμενα. Ο σημερινός άνθρωπος είναι αναγκασμέ-νος να ζει σε ένα παγκοσιμοποιημένο οικονομικό και κοινωνικό περιβάλλον, με κύρια χαρακτηριστικά: τη διεθνοποίηση, την πολυπολιτισμικότητα, τη γρήγορη παραγωγή γνώσης, την καινοτομία και την ανταλλαγή ιδεών, αλλά και το φόβο και την ανασφάλεια που οι κοινωνικές ανακατατάξεις, οι οικονομικές εξελίξεις και ο βάναυσος ανταγωνισμός προκαλούν. Συνεπώς, η σημερινή πραγματικότητα δημιουργεί νέες απαιτήσεις και νέες συνθήκες για τον σύγχρονο άνθρωπο. Η αναγνώριση των διαπολιτισμικών δεξιοτήτων, της παγκόσμιας ταυτότητας του πολίτη και της διακρατικής εκπαίδευσης είναι κλειδιά για το κοινό μας μέλλον. Αυτά σημαίνουν, ότι για την ομαλή πορεία του, ως ατόμου και ως παγκόσμιου πολίτη, χρειάζονται σοβαρές αλλαγές στην εκπαίδευση.

Για την αποφυγή παρερμηνειών διευκρινίζεται, ότι οι όροι εκπαίδευση και παιδεία δεν είναι ταυτόσημοι. Η εκπαίδευση με τη στενή έννοια του όρου, όπως αυτός χρησιμοποιείται σήμερα στην παιδαγωγική επιστήμη, σημαίνει τη συστηματική και οργανωμένη διαδικασία της αγωγής και της μάθησης, που σχεδιάζεται από την πολιτεία και υλοποιείται από την ίδια ή και από άλλους φορείς (Ξωχέλης, 1986, 1997  Παπάς, 1999, 2000). Θεσμοθετείται από την πολιτεία, έχει συγκεκριμένους σκοπούς και στόχους, συγκεκριμένο περιεχόμενο, καθορισμένη χρονική διάρκεια και συγκεκριμένα ηλικιακά όρια.

Η παιδεία δεν έχει περιορισμένα χρονικά και ηλικιακά όρια. Επεκτείνεται σε όλη τη διάρκεια της ζωής του ανθρώπου. Δέχεται επιδράσεις και ερεθίσματα από το περιβάλλον που ζει και είναι ως έννοια ευρύτερη από την έννοια εκπαίδευση.

Σκοπός του άρθρου αυτού είναι να επισημανθούν οι αλλαγές που έχουν επέλθει σε ό,τι αφορά την απασχόληση και την προσαρμογή του ανθρώπου στο νέο παγκοσμοποιημένο περιβάλλον που καλείται να ζήσει και να συζητηθούν αλλαγές που πρέπει να γίνουν στην εκπαίδευση, προκειμένου να ανταποκριθεί ο άνθρωπος του 21ου αιώνα στα νέα οικονομικά και κοινωνικά  δεδομένα που έχουν προκύψει.

Τα νέα δεδομένα, όπως διαμορφώνονται σήμερα  

Κύριοι παράγοντες που προκάλεσαν τις αλλαγές αυτές είναι κυρίως η ταχεία ανάπτυξη της τεχνολογίας και η αντίληψη της παγκοσμιοποίησης με την οποία προσεγγίζονται και θεωρούνται πλέον τα πράγματα σε όλους τους τομείς της ανθρώπινης δραστηριότητας. Η παραγωγή νέων γνώσεων, η απόκτηση νέων δεξιοτήτων και η αναζήτηση καινοτομιών είναι σήμερα αδιαμφισβήτητα νέα δεδομένα.

Πιο συγκεκριμένα, οι νέες τεχνολογίες και η παγκοσμιοποίηση επέφεραν σοβαρές αλλαγές στην κοινωνική ζωή, στην απασχόληση και στην προσαρμογή του ανθρώπου σε νέα εργασιακά, οικονομικά, κοινωνικά και πολιτιστικά περιβάλλοντα. Νέα επαγγέλματα δημιουργούνται. Νέες γνώσεις παράγονται και νέες δεξιότητες αποκτούνται. Νέος τρόπος σκέψης και δραστηριότητας προβάλλεται και νέες απαιτήσεις επιβάλλονται, για να μπορεί ο σημερινός και πολύ περισσότερο ο αυριανός άνθρωπος να προσαρμοστεί και να επιβιώσει στο νέο παγκοσιμοποιημένο οικονομικό και κοινωνικό  περιβάλλον.

Η πιο σημαντική αλλαγή είναι εκείνη που αφορά τις γνώσεις και τις δεξιότητες και τον τρόπο με τον οποίο αποκτούνται. Παλιότερα, οι γνώσεις που αποκτούσε κάποιος από το σχολείο ήταν χρήσιμες για όλη του τη ζωή. Σήμερα, πολλές από τις γνώσεις που αποκτούνται σήμερα μπορεί αύριο να είναι άχρηστες ή θα πρέπει να μετασχηματιστούν και να επικαιροποιηθούν, για να είναι διαχειρίσιμες και χρηστικές.

Τον περασμένο αιώνα πρόσβαση στη γνώση είχαν οι λίγοι. Μοναδικές πηγές γνώσης ήταν η σκέψη των σοφών και το βιβλίο. Σήμερα, η γνώση είναι προσβάσιμη σε όλους. Σήμερα τα παιδιά και οι ενήλικες μπορούν να βρουν ό,τι θέλουν, όποτε το θέλουν, όπου το θέλουν, με τη χρήση των νέων τεχνολογιών (Η/Υ, Google, Face book, YouTube, Twitter κ.λπ) (Δίτσιου, 2013). Ο Αμερικανός συγγραφέας και μελλοντολόγος Alvin Toffler είπε: «Οι αναλφάβητοι του 21ου αιώνα δεν θα είναι εκείνοι που δεν θα μπορούν να διαβάζουν και να γράφουν, αλλά εκείνοι που δεν θα μπορούν να μαθαίνουν, να ξεμαθαίνουν και να ξαναμαθαίνουν» (Ιακώβου, Ελ, 2013)[2]

Ένα πολύ σημαντικό συμπέρασμα που προέκυψε στο συνέδριο του Ιδρύματος Λαμπράκη (Πρακτικά 2013, σ. 68)[3], ήταν το εξής: «Η εκπαίδευση και η κατάρτιση καλούνται να προετοιμάσουν τους ανθρώπους για ταχύτερες αλλαγές από ότι ποτέ στο παρελθόν, για δουλειές που δεν έχουν δημιουργηθεί ακόμη, με την αξιοποίηση τεχνολογιών, που δεν έχουν εφευρεθεί ακόμα και για την επίλυση προβλημάτων, που δεν μπορούμε ακόμη να διανοηθούμε ότι θα προκύψουν. Η εκπαίδευση και η καινοτομία αποτελούν καταλύτη για την ευημερία στο μέλλον».

Μετά το Συμβούλιο Υπουργών Παιδείας της ΕΕ στη Λισσαβόνα (2000), αναγνωρίζεται, ότι για να μπορεί ο πολίτης να συμμετέχει στην κοινωνία και να επιτυγχάνει την προσωπική του ολοκλήρωση, εκτός από τις παραδοσιακές δεξιότητες της ανάγνωσης, της γραφής και της αριθμητικής, απαιτούνται και άλλες δεξιότητες, όπως είναι η πληροφορική, οι ξένες γλώσσες, η τεχνολογία, η επιχειρηματικότητα, καθώς και οι κοινωνικές δεξιότητες.

Σήμερα είναι κοινή παραδοχή ότι: (i) τα νέα δεδομένα συνδέονται με την εκπαίδευση κάθε χώρας, (ii) ) η κινητικότητα που παρατηρείται μεταξύ των ανθρώπων όλων των ηλικιών από χώρα σε χώρα, για λόγους εκπαίδευσης ή εργασίας, είναι αναγκαία συνέπεια των σημερινών οικονομικών και κοινωνικών εξελίξεων και (iii) η βελτίωση και η προσαρμογή στα νέα δεδομένα προϋποθέτει αλλαγές στο εκπαιδευτικό σύστημα.

Τα νέα δεδομένα και ιδιαίτερα το παραπάνω στοιχείο (ii) δεν μπορεί παρά να επηρεάζουν την εκπαίδευση, την οικονομία, την κοινωνική δομή και τη λειτουργία όλων των χωρών. Συνεπώς, οι αλλαγές που πρέπει να γίνουν αφορούν τα εκπαιδευτικά συστήματα όλων των χωρών του πλανήτη.

Με την έννοια αυτή το πρόγραμμα ΕΡΑΣΜΟΣ της Ε.Ε., για την ανταλλαγή φοιτητών και σπουδαστών μεταξύ των χωρών – μελών της, ήταν και εξακολουθεί να είναι μια πολύ καλή πρακτική. Η κινητικότητα των φοιτητών και σπουδαστών μπορεί να διευκολύνει την ανταλλαγή καλών ιδεών και πρακτικών και να λειτουργήσει ως εργαλείο για την αναβάθμιση των συστημάτων εκπαίδευσης και κατάρτισης.

Αναγκαίες αλλαγές στην εκπαίδευση

Μια όχι ευχάριστη διαπίστωση είναι ότι σήμερα, στην παγκοσμιοποιημένη οικονομία και παραγωγή γνώσης, η προσέγγιση στη μάθηση έχει παραμείνει παραδοσιακή. Το μαθησιακό μοντέλο πρέπει να ανανεωθεί και να προσαρμοστεί στις απαιτήσεις του 21ου αιώνα.

Τα τελευταία χρόνια η Ευρωπαϊκή Ένωση και μεγάλοι διεθνείς οργανισμοί, όπως είναι ο Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών (ΟΗΕ) και ο Οργανισμός Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ),  απευθύνουν συ-στάσεις προς όλες τις κυβερνήσεις, για αναθεώρηση των εκπαιδευτικών συστημάτων, με έμφαση κυρίως στους ακόλουθους τομείς:

  • Το σκοπό και τους στόχους της εκπαίδευσης.
  • Το περιεχόμενο και τη δομή των εκπαιδευτικών προγραμμάτων και των βιβλίων.
  • Τις στρατηγικές και τις μεθόδους της διδασκαλίας.

Οι συνθήκες και οι αλλαγές αυτές πρέπει να υπηρετούν τις ακόλουθες προτεραιότητες (Καραντζόλα, Τσαούση, 2005):

  • Την απασχολησιμότητα.
  • Την ατομική καταξίωση.
  • Την ενεργό συμμετοχή του πολίτη.
  • Την κοινωνική συνοχή.

Παρακάτω σχολιάζουμε πολύ συνοπτικά κάθε ένα από τους τομείς αυτούς.

α. Σκοποί και στόχοι της εκπαίδευσης. Οι σκοποί και οι στόχοι της εκπαίδευσης συνδέονται άμεσα με την πολιτιστική, την οικονομική, την κοινωνική κατάσταση και την ιστορική πορεία κάθε χώρας και αντανακλούν την εικόνα του ανθρώπου που θέλει να διαμορφώσει η κοινωνία (Κουκούλα, Ε., 2012). Ιεραρχούνται δε με βάση τις ανάγκες του ανθρώπου και αποβλέπουν στην ικανοποίησή τους. Ο άνθρωπος, που θέλει η κοινωνία να διαμορφώσει και οι ανάγκες του, είναι οι δύο παράγοντες που καθορίζουν τη δομή και το περιεχόμενο του εκπαιδευτικού συστήματος. Με βάση αυτά διαμορφώνεται η εκπαιδευτική πολιτική μιας χώρας, η οποία πρέπει να είναι σύμφωνη με ένα αποδεκτό σύστημα αξιών (Παπάς, 1995: 110).

Με την έννοια αυτή οι σκοποί και οι στόχοι της εκπαίδευσης είναι σε  άμεση σχέση με τη φιλοσοφία της παιδείας και την πολιτιστική και κοινωνική ζωή κάθε χώρας. Γι’ αυτό παρουσιάζουν ιδιάζουσα περιπλοκότητα και διαφοροποιούνται από χώρα σε χώρα και από εποχή σε εποχή. Για παράδειγμα, τον περασμένο  αιώνα το πιο σημαντικό στοιχείο στο πλαίσιο των σκοπών και των στόχων της εκπαίδευσης ήταν το γνωστικό. Σήμερα, το πλαίσιο αυτό διευρύνεται και προστίθενται η διανοητική, η ηθική, η κοινωνική, η αισθητική κ.λπ. ανάπτυξη, ως μια αναγκαιότητα, προκειμένου ο σημερινός άνθρωπος να ικανοποιεί τις επιπλέον ανάγκες που έχουν προκύψει.

Είναι γνωστό, ότι οι σημερινές εξελίξεις είναι τόσο γρήγορες, ώστε άλλες από τις σημερινές χρήσιμες γνώσεις ίσως θα είναι άχρηστες αύριο, ενώ άλλες πρέπει να μετασχηματιστούν και να επικαιροποιηθούν, για να καταστούν διαχειρίσιμες και χρηστικές. Βασικός στόχος, λοιπόν, πρέπει να είναι η απόκτηση βασικών δεξιοτήτων, με τις οποίες το άτομο θα μπορεί αφενός να δημιουργεί νέες γνώσεις και να αποκτά νέες δεξιότητες και αφετέρου να επικαιροποιεί και να μετασχηματίζει κάθε φορά τις γνώσεις και τις δεξιότητες που έχει. Έτσι θα μπορεί να προσαρμόζεται στις εκάστοτε εξελίξεις και να επαναπροσδιορίζει την προσωπική του ζωή και την επαγγελματική του δραστηριότητα,  ανάλογα  με  τις ανάγκες και τις συνθήκες που διαμορφώνονται κάθε φορά.

Συνεπώς, κύριο χαρακτηριστικό της εκπαίδευσης πρέπει να είναι η μετακίνηση από την στείρα απομνημόνευση γνώσεων και δεξιοτήτων σε πιο ουσιαστικές επιδιώξεις. Ο μαθητής πρέπει να εκπαιδεύεται έτσι, ώστε να αποκτά τις απαραίτητες γνώσεις και δεξιότητες που θα είναι χρήσιμες για τη ζωή και την εργασία του αργότερα, αλλά όχι με στατικό τρόπο.  Κυρίως πρέπει να μάθει πώς να μαθαίνει.

Η UNESCO προτείνει τους ακόλουθους σκοπούς και στόχους της εκπαίδευσης για τον 21ο αιώνα (UNESCO, 2012).

  1. Να μάθουμε πώς να μαθαίνουμε.
  • Μαθαίνω πώς να αποκτώ τη γνώση.
  • Μαθαίνω πώς να μαθαίνω, ώστε να επωφεληθώ από τις ευκαιρίες που προσφέρει η εκπαίδευση σε όλη μου τη ζωή.
  1.  Να μάθουμε πώς να ενεργούμε.
  • Αποκτώ δεξιότητες που καθιστούν τον άνθρωπο ικανό να αντιμετωπίζει ποικιλία καταστάσεων και να εργάζεται ομαδικά.
  1.  Να μάθουμε πώς να συμβιώνουμε με τους άλλους.
  • Ικανότητα κατανόησης των άλλων.
  • Σεβασμός τις ιστορίας, των παραδόσεων και των πνευματικών αξιών.
  • Αναγνώριση της αλληλεξάρτησής μας από τους άλλους.
  1.  Να μάθουμε πώς να υπάρχουμε.
  • Πνευματική ανεξαρτησία και κριτική ικανότητα, εναρμονισμένη με ισχυρή προσωπική αίσθηση ευθύνης, για την επίτευξη κοινών στόχων.

β. Περιεχόμενο των εκπαιδευτικών προγραμμάτων. Για την επίτευξη των παραπάνω σκοπών και στόχων, η εκλογή της ύλης και η δομή του περιεχομένου των εκπαιδευτικών προγραμμάτων πρέπει να γίνεται με τρόπο, ώστε να ευνοεί την ανάπτυξη κριτικής και δημιουργικής σκέψης και τη χρήση και εφαρμογή των γνώσεων και των δεξιοτήτων του μαθητή σε νέα δεδομένα, ιδίως κατά την ενηλικίωσή του.

Μια πρόσφατη έρευνα του Tony Bagner[4] με επαγγελματίες, καθηγητές πανεπιστημίου και εκπαιδευτικούς σχολείων, με το ερώτημα: «Ποιες δεξιότητες μετράνε σήμερα περισσότερο;», κατέληξε στο συμπέρασμα, ότι  για να βρει ο σημερινός νέος δουλειά, αλλά και να είναι ενήμερος και ενεργός πολίτης τον 21ο αιώνα, πρέπει να διαθέτει:

  • Κριτική σκέψη
  • Δυνατότητα επικοινωνίας και συνεργασίας μέσω του διαδικτύου
  • Ικανότητα για παραγωγή γνώσης
  • Ικανότητα για καινοτομία
  • Ευελιξία και προσαρμοστικότητα
  • Ικανότητα λύσης προβλημάτων
  • Πρωτοβουλία και επιχειρηματικότητα
  • Περιέργεια και φαντασία

Η σύγκριση των παραπάνω επιδιώξεων με τη σημερινή πραγματικότητα δείχνει, ότι η εκπαίδευση περνά κρίση. Το εκπαιδευτικό μας σύστημα, όπως είναι δομημένο, δεν είναι σε θέση να δημιουργήσει πολίτες και εργαζόμενους ικανούς, ώστε (i) να απασχολούνται και να ικανοποιούν τις προσωπικές τους ανάγκες, (ii) να συμβάλουν στην καλύτερη ανάπτυξη, (iii) να ελαχιστοποιούν τον αριθμό των ανέργων, (iv) να ζουν ανάμεσα στους άλλους ανθρώπους με αλληλοκατανόηση, αλληλεγγύη, αμοιβαίο σεβασμό των δικαιωμάτων τους και (v) να προσαρμόζονται στις αλλαγές που συμβαίνουν καθημερινά στον οικονομικό και κοινωνικό τομέα, διατηρώντας τις ηθικές και κοινωνικές αξίες. Και, βέβαια, είναι γνωστό, ότι η εκπαιδευτική κρίση αντανακλά την κοινωνική κρίση και αντίστροφα. Με την έννοια αυτή, οι δυο αυτοί  θεσμοί, η εκπαίδευση και η κοινωνία, είναι αλληλοεξαρτώμενοι.

Ένα στοιχείο που θεωρείται κομβικό για τη σωστή εκπαίδευση και κατάρτιση είναι η σύνδεση της εκπαίδευσης με την εργασία. Είναι γνωστό, για παράδειγμα, ότι οι απόφοιτοι των πανεπιστημίων μας, έχουν θεωρητική γνώση του αντικειμένου που σπουδάζουν, αλλά δεν είναι έτοιμοι να εργαστούν. Η αδυναμία αυτή μπορεί να ξεπεραστεί αν, η θεωρητική εκπαίδευση συμπληρώνεται με μαθητεία (Χρηστάκης, 2006: 283-286). Ο θεσμός της μαθητείας εξοπλίζει τον μαθητευόμενο με γνώσεις και δεξιότητες, που δεν μπορεί να αποκτήσει μόνο με τη θεωρητική μάθηση, και ενισχύει την απασχολησιμότητα του.

Τα σχολεία και ιδιαίτερα οι σχολές επαγγελματικής εκπαίδευσης και κατάρτισης και τα πανεπιστήμια πρέπει να αναπροσαρμόσουν τα προγράμματά τους έτσι, ώστε να ικανοποιούν την ανάγκη αυτή.

γ. Διδακτική μεθοδολογία. Οι εξελίξεις και οι απαιτήσεις αυτές επιβάλλουν νέες προσεγγίσεις στη μάθηση, οι οποίες καθιστούν απαραίτητη τη χρήση διδακτικών μεθόδων και τεχνικών, που δίδουν έμφαση: στην ανάπτυξη νοητικών ικανοτήτων, στην κριτική και δημιουργική σκέψη, στις ομαδοσυνεργατικές στρατηγικές, στη μεταγνώση[5], στη βιωματική και επικοινωνιακή διάσταση της διδασκαλίας και στις στρατηγικές που στηρίζονται στη χρήση των νέων τεχνολογιών και της πληροφορικής (Τριλιανός, 2004 σ. 269,280), χωρίς να παραγνωρίζεται η ανθρωπιστική διάσταση της διδακτικής εργασίας.

Η διδασκαλία, σύμφωνα με τα παραπάνω, πρέπει να είναι μαθητοκεντρική: Nα οδηγεί σε αναστοχασμό και αναδόμηση των γνώσεων που έχει κατακτήσει ο μαθητής. Να ευνοεί την ατομική και συλλογική προσπάθεια. Να αναπτύσσει το ενδιαφέρον για αυτομάθηση, ώστε αφενός  ο μαθητής να αποκτά νέες γνώσεις και αφετέρου να μετασχηματίζει και να επικαιροποιεί αυτές που έχει και να τις κάνει διαχειρίσιμες και χρήσιμες. Μόνο έτσι οι γνώσεις και οι εμπειρίες που παράγονται ή αποκτούνται και οι δεξιότητες που αναπτύσσονται θα ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις και στις προκλήσεις του αιώνα που διανύουμε.

Η αρχή της αυτενέργειας και της μάθησης δια της πράξης (Dewey, 1916, “Learning by doing”), πρέπει να επανέλθει στο προσκήνιο της διδακτικής πρακτικής.

δ. Τα βιβλία. Από τα παραπάνω προκύπτει, ότι πρέπει να γίνουν σοβαρές προσαρμογές και αλλαγές στο περιεχόμενο και τη δομή των διδακτικών βιβλίων. Από αποθήκη γνώσεων πρέπει να μετατραπούν σε παιδαγωγικό υλικό δημιουργίας γνώσεων και δεξιοτήτων από τα ίδια τα παιδιά. Το περιεχόμενο και η δομή των βιβλίων πρέπει να επιτρέπουν τη διαθεματική προσέγγιση της ύλης και τη διδασκαλία σε ομάδες (ομαδοσυνεργατική διδασκαλία), για να αναπτύξουν οι μαθητές έγκαιρα τη δεξιότητα της συνεργασίας, της ανταλλαγής ιδεών, της υπευθυνότητας και κυρίως τη δεξιότητα να ερευνούν και να μαθαίνουν ατομικά και ομαδικά.

Θα ήταν ευχής έργο, αν το περιεχόμενο των διδακτικών βιβλίων δομείτο με μορφή σεναρίων, τα οποία θα είχαν ως αφετηρία τις εμπειρίες των παιδιών και με κατάλληλες προεκτάσεις προσέγγιζαν τις νέες γνώσεις και τις δεξιότητες[6] που πρέπει να διδαχθούν.

Ο ρόλος του εκπαιδευτικού

Είναι σαφές, ότι οι αλλαγές και ο εκσυγχρονισμός της εκπαίδευσης είναι σήμερα αναγκαίος περισσότερο παρά ποτέ. Αλλά οι αλλαγές αυτές δεν μπορούν να γίνουν με Νόμους και Υπουργικές αποφάσεις. Πρέπει να προκύψουν μέσα από σοβαρή συζήτηση και διάλογο με τους εκπαιδευτικούς. Κάθε αλλαγή στην εκπαίδευση πρέπει να ξεκινά από το σχολείο και τους εκπαιδευτικούς. Είναι λανθασμένη η τακτική που ακολουθείται μέχρι και σήμερα στον τόπο μας, οι εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις να γίνονται με πρόσωπα, τα οποία μπορεί να έχουν κάμει καλές σπουδές και να έχουν καλή θεωρητική γνώση, αλλά δεν έχουν μπει ποτέ σε τάξη και δεν διαθέτουν την αναγκαία εμπειρία.

Συνεπώς, για να γίνουν οι αλλαγές αυτές και να ανταποκριθεί η εκπαίδευση στις νέες απαιτήσεις, εκτός από τα προγράμματα, τα βιβλία και τις στρατηγικές διδασκαλίας, απαιτείται αναθεώρηση, αναβάθμιση και εκσυγχρονισμός και του ρόλου του εκπαιδευτικού, καθώς και των προγραμμάτων σπουδών, με τα οποία εκπαιδεύονται.

Σε παλιότερες εποχές οι εκπαιδευτικοί ήξεραν, ότι οι γνώσεις και οι δεξιότητες που δίδασκαν, θα ήταν χρήσιμες και αρκετές για όλη τη ζωή των μαθητών τους. Σήμερα η εκπαίδευση και κατάρτιση οφείλουν να προετοιμάζουν τους μαθητές για πολύ γρήγορες αλλαγές, με ευελιξία και προσαρμοστικότητα.

Πολλοί ερευνητές διαπιστώνουν, ότι υπάρχουν και σήμερα φωτισμένοι εκ παιδευτικοί, οι οποίοι είναι ενημερωμένοι και συνδέουν τις τεχνολογίες με ταμ νέες παιδαγωγικές προσεγγίσεις, για να μεταμορφώσουν τη μάθηση και να εμπνεύσουν τους μαθητές τους (Salcito, 2013). Ωστόσο, οι πρωτοβουλίες αυτές παραμένουν σε προσωπικό επίπεδο, χωρίς να διαχέονται και να αξιοποιούνται ευρύτερα.

Αυτό σημαίνει, ότι οι νέοι εκπαιδευτικοί πρέπει να εκπαιδεύονται με προ-γράμματα σπουδών, τα οποία να λαμβάνουν υπόψη τα νέα δεδομένα, δηλαδή, την παραγωγή της γνώσης, τη μάθηση, τις δεξιότητες και τις καινοτομίες που απαιτούνται τον 21ο αιώνα.

Ένα σημείο που πρέπει να συζητηθεί είναι τι θα γίνει με τους παλιούς εκπαιδευτικούς. Είναι γνωστό, ότι πολλοί παλιοί εκπαιδευτικοί καλούνται να χρησιμοποιήσουν διδακτικές μεθόδους και μέσα διδασκαλίας που δεν έχουν διδαχθεί. Στο παρελθόν ο νέος εκπαιδευτικός μπορούσε να διδάξει μιμούμενος τη μέθοδο του δασκάλου του. Σήμερα αυτό δεν ισχύει. Σήμερα η διδασκαλία έχει γίνει ιδιαίτερα περίπλοκη και σύνθετη διαδικασία, με τη χρήση των νέων τεχνολογιών και της πληροφορικής. Οι παλιοί εκπαιδευτικοί πρέπει να επιμορφωθούν, για να καταστούν ικανοί, αξιοποιώντας την εμπειρία τους, να προσαρμόζουν τη διδακτική διαδικασία στις νέες στρατηγικές και στα νέα δεδομένα. Συνεπώς, η δια βίου εκπαίδευση και μάθηση είναι σήμερα αναγκαία περισσότερο παρά ποτέ.

Λογικά θα περίμενε κανείς τα νέα δεδομένα, όπως καταγράφονται προηγούμενα, να επηρεάσουν θετικά την ποιότητα της ζωής και να καταστήσουν εύκολη και αποτελεσματική την επικοινωνία, τη συμβίωση και την άλληλοαποδοχή των ανθρώπων, σε παγκόσμια κλίμακα. Όμως, αντί γι’ αυτά παρατηρείται: αυξανόμενη με γεωμετρική πρόοδο βία, θρησκευτικός φανατισμός και απάνθρωπη, χωρίς όρια και ηθικούς φραγμούς, εκμετάλλευση των αδυνάτων, κατάλυση των ηθικών και κοινωνικών αξιών και αποστασιοποίηση του ανθρώπου από τον άνθρωπο. Συμβόλαια θανάτου υπογράφονται καθημερινά. Τρομοκρατικές επιθέσεις και δολοφονίες αθώων ανθρώπων, σε παγκόσμιο επίπεδο, δεσπόζουν στα ειδησεογραφικά δελτία. Στη Μέση Ανατολή και στην Αφρική καθημερινά σφαγιάζονται άνθρωποι με απάνθρωπο τρόπο και καταστρέφονται ανθρώπινοι πόροι. Τα καραβάνια των ανθρώπων που εγκαταλείπουν τις εστίες τους και περιφέρονται στη Μεσόγειο, στοιβαγμένες ψυχές και σάρκες σε σαπιοκάραβα, αντικείμενο εκμετάλλευσης και βορά των διακινητών – επιχειρηματιών της λαθρομετανάστευσης, είναι συνηθισμένο φαινόμενο στις μέρες μας. Το δόγμα του Μακιαβέλι «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα» και το δίκαιο του ισχυρότερου είναι σε πλήρη εφαρμογή σήμερα. Παρατηρείται, δηλαδή, αντιφατικότητα ανάμεσα στις δυνατότητες που έχει ο σημερινός άνθρωπος να οργανώσει τη ζωή του, προσαρμοσμένη ομαλά σε τοπικό και παγκόσμιο επίπεδο, και στην πραγματικότητα. Με απλά λόγια, οι τεχνικές δυνατότητες του σημερινού ανθρώπου βελτιώνονται, αλλά ταυτόχρονα διογκώνεται η ανθρωπιστική κρίση.

Οι άνθρωποι, που διατηρούν ηθικές και κοινωνικές αξίες ανησυχούν, αγωνιούν και άγχονται, καθώς παρακολουθούν τις εξελίξεις αυτές. Ο επαναπροσδιορισμός του ανθρώπου και του τρόπου ζωής του μέσα στο νέο παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον πρέπει να επανεξεταστεί ως κύρια και επείγουσα προτεραιότητα. Ωστόσο, ενώ καθημερινά σχεδιάζονται και πραγματοποιούνται δεκάδες συνέδρια και γράφονται χιλιάδες άρθρα, στον τύπο και στο διαδίκτυο, με στόχο τη δημιουργία νέων γνώσεων και καινοτομιών, για την βελτίωση της παραγωγικότητας και της οικονομίας, ελάχιστα έως καθόλου ακούγονται προτάσεις που στοχεύουν στη διαμόρφωση του ηθικού και κοινωνικού ανθρώπου. Και διερωτάται κανείς, μήπως είναι καιρός, παράλληλα με την παραγωγικότητα, να στοχεύσουμε και στη βελτίωση του ίδιου του ανθρώπου; Η διαμόρφωση του ανθρώπου ΓΝΩΣΤΗ, αλλά και ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΥ ανθρώπου ταυτόχρονα, πρέπει να αποτελέσει άμεση και βασική προτεραιότητα, πριν είναι αργά. Του ανθρώπου, δηλαδή, που θα μπορεί να παρακολουθεί, να κατανοεί, να αποδέχεται τις εξελίξεις και να προσαρμόζεται στις συνθήκες της νέας εποχής, όπως αυτές διαμορφώνονται κάθε φορά, ώστε να πετυχαίνει την προσωπική του ολοκλήρωση και να συμμετέχει ενεργά στα κοινά. Έτσι θα δημιουργηθεί το ανθρώπινο κεφάλαιο που απαιτείται, για να εξυγιανθεί το συνεχώς μεταβαλλόμενο οικονομικό και κοινωνικό περιβάλλον και ο άνθρωπος να αποκτήσει την ταυτότητα του παγκόσμιου πολίτη, ώστε να βελτιώσει την προσωπική του ζωή και να συμβιώνει αρμονικά με τους άλλους. Του ανθρώπου που θα έχει τις γνώσεις και τις δεξιότητες που απαιτούνται για να επιβιώνει στην ούτως ή άλλως ανταγωνιστική κοινωνία που ζούμε, αλλά παράλληλα θα έχει και τις κοινωνικές δεξιότητες που χρειάζονται, για να αναγνωρίζει τα δικαιώματα των άλλων, και να μπορεί να ζει ανάμεσά τους με αμοιβαίο σεβασμό, με αλληλεγγύη και ειρήνη. Ενός ανθρώπου που θα σκέφτεται και θα πράττει με γνώμονα όχι μόνο το «εγώ», αλλά και το «εμείς», για να θυμηθούμε τον αγνό Έλληνα πατριώτη, τον Μακρυγιάννη.

Πρωταρχικός σκοπός της αγωγής και εκπαίδευσης, λοιπόν, πρέπει να είναι ο άνθρωπος, ο οποίος εξοπλισμένος με κριτική σκέψη, δημιουργική δραστηριότητα και υπευθυνότητα, θα μπορεί να ικανοποιεί τις προσωπικές του ανάγκες μέσα σε ένα εθνικό, αλλά και πολυπολιτισμικό και παγκόσμιο κοινωνικό και οικονομικό περιβάλλον (Ξωχέλης, 1983, σ. 68), σύμφωνα με ένα πλαίσιο αξιών, που χαρακτηρίζουν τον ηθικό και κοινωνικό άνθρωπο.
Άποψή μας είναι, ότι για κάθε αναθεώρηση και αλλαγή στο επίκεντρο πρέπει να είναι ο άνθρωπος. Το ανθρωποκεντρικό μοντέλο είναι αυτό που διασφαλίζει την ορθότητα των αποφάσεων και ευνοεί τις προσαρμογές και τις αλλαγές που πρέπει να γίνουν, ώστε να αποβούν ωφέλιμες και χρηστικές στον αιώνα που διανύουμε, χωρίς να διαταράσσονται οι ανθρώπινες σχέσεις και η ομαλή συμβίωση και πορεία όλων των ανθρώπων και των λαών.

Επίλογος

Οι εξελίξεις της τεχνολογίας από την προηγούμενο αιώνα, έχουν δημιουργήσει σοβαρές οικονομικές δυνατότητες και έχουν προκαλέσει σοβαρές ανακατατάξεις και αλλαγές στην οικονομική και την κοινωνική ζωή του ανθρώπου, σε παγκόσμιο επίπεδο. Ωστόσο, η πραγματικότητα δείχνει, ότι οι εξελίξεις αυτές αντί να οδηγήσουν στην βελτίωση της ζωής του οδήγησαν σε υποβάθμισή της σε εθνικό και παγκόσμιο επίπεδο. Οι ηθικές και κοινωνικές αξίες έχουν καταλυθεί και η αποστασιοποίηση του ανθρώπου από τον άνθρωπο μεγαλώνει όλο και πιο πολύ. Ανησυχητικά φαινόμενα, όπως: η βία, ο θρησκευτικός φανατισμός, και τα άλλα που αναφέρονται παραπάνω, δεσπόζουν καθημερινά στα ειδησεογραφικά δελτία.

Η αλλαγή πλεύσης είναι σήμερα αναγκαία περισσότερο παρά ποτέ. Ο σημερινός άνθρωπος πρέπει να εξοπλιστεί με γνώσεις και δεξιότητες, που θα τον βοηθούν να μάθει πώς να μαθαίνει, ώστε να παράγει νέα γνώση και να ανακαλύπτει καινοτομίες, αλλά ταυτόχρονα να επανακτήσει τις ηθικές και κοινωνικές αξίες που έχουν χαθεί. Μόνο έτσι ο άνθρωπος του 21ου αιώνα, ως άτομο και ως παγκόσμιος πολίτης, μπορεί να ζήσει ευχαριστημένος με τον εαυτό του και αρμονικά με τους άλλους, στο νέο παγκοσμοποιημένο οικονομικό και κοινωνικό περιβάλλον.
Η γη είναι ένα ζεστό και φιλόξενο άστρο. Χωράμε όλοι και μπορούμε να ζούμε αρμονικά σ’ αυτό. Αρκεί να το θελήσουμε εμείς. «Η πιο επαναστατική αλλαγή στον 21ο αιώνα», λέει ο Αμερικανός συγγραφέας και μελλοντολόγος John Naisbite, «δεν θα προέλθει από την τεχνολογία, αλλά από μια καινούρια αντίληψη για το τι σημαίνει να είσαι άνθρωπος».

Επιλεγμένη βιβλιογραφία

Εφημερίδα ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ (2003, Φεβρουάριος, 16). Το ευρωπαϊκό σχολείο του 21ου αιώνα.
Καραντζόλα, Ε. Τσαούση, Α. (2005). Επιμόρφωση εκπαιδευτών ενηλίκων. Πλαίσιο και αρχές. Αθήνα. Μεταίχμιο.
Κουκούλα, Ε. (2012). Εκπαιδευτικοί σκοποί και οι απαιτήσεις της σύγχρονης εποχής. Προκλήσεις, προβλήματα, προοπτικές. (Στα Πρακτικά ΕΛΛ.Ι.Ε.Π.ΕΚ., 6ο πανελλήνιο συνέδριο, 5-7 Οκτωβρίου 2012).
McNamara, S. & Moreton, G. (1999). Changing Behavior. London. Fulton.
Ματσαγγούρας, Ηλ. (2000). Η σχολική τάξη. Αθήνα.
Ματσαγγούρας, Ηλ. (1995). Ομαδοσυνεργατική διδασκαλία. Αθήνα Γρη-γόρης.
Ξωχέλης, Π. (1983). Θεμελιώδη προβλήματα της παιδαγωγικής επιστήμης.
Θεσσαλονίκη. Εκδ. Κυριακίδη.
Παπάς, Αθ. (1990). Μαθητοκεντρική διδασκαλία, Τόμοι Α΄. και Β΄. Αθήνα. Εκδόσεις για όλους.
Παπάς, Αθ. (1995). Σύγχρονη θεωρία και πράξη της παιδείας, τόμος Α΄. Αθήνα. Εκδ. Δελφοί.
Παπάς, Αθ. (2000). Σχολική παιδαγωγική. Αθήνα. Ατραπός.
Πυργιωτάκης, Ι. (1999). Εισαγωγή στην παιδαγωγική επιστήμη. Αθήνα. Ελλη-νικά Γράμματα.
Salcito, A. (2013). Εκπαίδευση – τεχνολογία – επιχειρήσεις: πώς μπορούν να δουλέψουν χέρι-χέρι. (Πρακτικά Συνεδρίου Ιδρύματος Λαμπράκη)
Τριλιανός, Α. (2004). Εκπαιδευτικοί και διδασκαλία στην κοινωνία της γνώσης. (στα πρακτικά του συνεδρίου με θέμα «Μάθηση και Διδασκαλία στην Κοινωνία της Γνώσης» τ. Α΄. Αθήνα.
Χρηστάκης, Κ. (2001). Προβλήματα συμπεριφορά στη σχολική ηλικία. Αθήνα. Ατραπός και (, 2011), Αθήνα. Διάδραση
Χρηστάκης, Κ. (2006). Η εκπαίδευση των παιδιών με δυσκολίες. Εισαγωγή στην ειδική αγωγή, τόμος Β΄. Αθήνα. Ατραπός.
Χρηστάκης, Κ. (2013). Το παιδί και ο έφηβος στην οικογένεια και στο σχο-λείο. Αθήνα. Γρηγόρης.
UNESCO (1996). Έκθεση της διεθνούς επιτροπής για την εκπαίδευση στον 21ο αιώνα, με θέμα: Εκπαίδευση: Ο θησαυρός που κρύβει μέσα της. Εκδόσεις UNESCO, Παρίσι.

______________________________________________

[1] Το άρθρο αυτό δημοσιεύτηκε στο περιοδ. ‘ΘΕΜΑΤΑ ΕΙΔΙΚΗΣ ΑΓΩΓΗΣ’, 2015, τ. 70 και στην εφημερίδα ΙΕΡΑΠΕΤΡΑ 21ος ΑΙΩΝ, 2015,  αριθ. φύλλου 844, σελ. 10, 11

[2] Ο Ιακώβου Ελευθέριος είναι καθηγητής στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και εισηγήθηκε το θέμα «Εισαγωγή και εξαγωγή καινοτομίας και ταλέντων» στο συνέδριο που αναφέρεται παραπάνω.

[3] Το συνέδριο αυτό πραγματοποιήθηκε το 2013 στην Αθήνα (Μέγαρο Μουσικής), υπό την αιγίδα του Υπουργείου Παιδείας, με θέμα «Εκπαίδευση και καινοτομία στον 21ο αιώνα».

[4] O Tony Bagner είναι καθηγητής, ειδικός για θέματα εκπαίδευσης στο Harvard Schoool of Education.

[5] Μεταγνώση είναι η νέα γνώση που προκύπτει από την επεξεργασία προηγούμενης γνώσης, η οποία καθίσταται έτσι διαχειρίσιμη και χρηστική.

[6] Μερικά από τα χαρακτηριστικά αυτά υπάρχουν στα καινούρια βιβλία, αλλά χρειάζονται ακόμη βελτίωση.

 

 

 

Αφήστε ένα σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *