Αναδημοσιεύουμε από το παλιό blog ένα είδος κοινωνικών χρονογραφημάτων, τα οποία συνέγραψε ο νεαρός καθηγητής Αγγλικής Γλώσσας κ. Νίκος Πολύδωρος, θέλοντας να δώσει τη δική του ματιά στο πώς είναι να μεγαλώνεις με έναν άνθρωπο με αναπηρία στο οικογενειακό σου περιβάλλον.
“Είσαι λοιπόν γύρω στα 5 και έχεις φάει το πρώτο σοκ. Θα σκάσει αδερφάκι! Δε μπορείς να βγάλεις άχνα, γιατί όλο τον προηγούμενο καιρό είχες λυσσάξει να το ζητάς. Μέχρι και από το χασάπη του σούπερ-μάρκετ, μιας και –αθώο μου…- από εκεί σου είχαν πει ότι παίρνουν τα παιδιά. Νιώθεις να χάνεις τη μονοκρατορία, σε γενικές γραμμές όμως, είσαι μεσ΄ την τρελή χαρά….
Παιδί θα κάνει και η γυναίκα του ξαδέρφου της μαμάς. Εκείνου του ψηλού, μελαχρινού, που τον φοβάσαι γιατί μιλάει άγρια και δυνατά… αυτού! Πάνω-κάτω τον ίδιο καιρό με τη μαμά, άκουσα να λένε. Ο καιρός περνάει, οι μαμάδες φουσκώνουν -η δικιά μου πιο πολύ- και όλοι είμαστε χαρούμενοι και περιμένουμε τα μωράκια.
Ξαφνικά το τηλέφωνο χτυπάει. Η μάνα μου είναι ξετρελαμένη από τη χαρά της. ‘ΓΕΝΝΗΣΕ!! ΓΕΝΝΗΣΕ!!’. Όσο πιο γρήγορα μπορεί, με την κοιλιά στο στόμα, ντύνεται, με ντύνει και εμένα, κάνει και ζέστη… έρχονται και μας παίρνουν και ξεκινάμε για το μαιευτήριο. Τέτοια χαρά! Φτάνουμε, εγώ περιμένω έξω και η μαμά με τη φίλη της μπαίνουν μέσα.
Βγαίνει κλαμένη! Πρόσωπο κατακόκκινο. Δεν μπορεί καλά-καλά να περπατήσει… Μα τι πάθανε; Πριν λίγο όλοι τους πετούσαν στα σύννεφα! Με τα πολλά, επιστρέφουμε σπίτι. Ατελείωτο κλάμα η μάνα μου. Χαμηλόφωνες συζητήσεις με τον πατέρα μου… εκείνο το βράδυ νομίζω δεν κοιμήθηκε κανείς. Ούτε εγώ, και ας μην το κατάλαβαν. Έσκασα από την περιέργεια.
Οι υπόλοιπες ημέρες πέρασαν έτσι. Θέμα συζήτησης, ένα και μοναδικό. Όλοι στεναχωρημένοι, απελπισμένοι. Συζητήσεις μέχρι το πρωί. Τι πάθανε, ποίος φταίει, τι τιμωρία πληρώνουν, ποιός έδωσε το ‘σκάρτο’ γονίδιο, πού να το πάνε, πού να το τάξουν… ο καθένας το μακρύ του και το κοντό του, όσο του φτάνει το λογικό του… Μου εξήγησαν και μένα! Μάλλον με είδαν έτοιμο να σκάσω από περιέργεια. Το μωράκι, δεν είναι πολύ καλά. Κάτι έχει στα μάτια του… δε βλέπει… δεν είναι τίποτα σίγουρο ακόμα… δε θα πρέπει να το συζητάω, γιατί αυτά τα λένε οι μεγάλοι. Δεν έχω καταλάβει απόλυτα, αλλά κακό είναι αυτό που του συμβαίνει.
Η αδερφή μου γεννήθηκε!! Λίγες μέρες μετά. Όλοι είναι πιο χαρούμενοι και με προσέχουν περισσότερο! Εγώ περιμένω πότε θα έρθει σπίτι. Πήγα και είδα και τη μαμά στο μαιευτήριο! Ολόκληρο παιδί έκανε, ακόμα τεράστια μου φαίνεται… ήρθε σπίτι, όλα καλά. Κλαίει πολύ αλλά εμένα μ’ αρέσει που έχω αδερφάκι…
Πάμε στα βαφτίσια του μικρού που γεννήθηκε. Όλοι είναι χαρούμενοι! Περίεργο… Όλο τον προηγούμενο καιρό κλαίγανε και ήταν μέσα στην απελπισία. Όλοι χαμογελάνε και κάνουν πλάκα, αλλά στα πεταχτά, ρίχνουν και κανένα χαμηλόφωνο σχόλιο μεταξύ τους. Ο ξάδερφος της μαμάς ξετρελαμένος. Μιλάει φωναχτά και γελάει δυνατά. Το μωρό είναι τυλιγμένο σε μια γαλάζια πλεχτή κουβέρτα. Δεν το είδα καθόλου. Κρίμα… και ήμουν πολύ περίεργος να δω τα μάτια του. Να δώ πως είναι. Όλοι για αυτό συζητάνε τόσο καιρό. Έχω τόσες απορίες και δε μπορώ να ρωτήσω γιατί όλοι μου λένε να μη ρωτάω γιατί δεν κάνει. Εγώ πότε θα τα δω…;
Αλήθεια, πόσες διαφορετικές ματιές υπάρχουν πάνω στην ίδια αλήθεια; Πόσες είναι πραγματικές, πόσες πλασματικές, πόσες αντανακλούν ήδη υπάρχουσες και πόσες διαμορφώνουν νέες πεποιθήσεις;
Με το πέρασμα του χρόνου όλα γίνονται πιο ομαλά. Τα βλέμματα είναι λιγότερο γουρλωμένα, οι καρδιές χτυπούν πιο απαλά και τα μυαλά ανοίγουν. Τα δικά μας τουλάχιστον. Η γνώση και η εξοικείωση παίρνουν τη θέση της έκπληξης και της άμυνας απέναντι στο καινούργιο. Έτσι συνέβη και με εμάς. Με τον καιρό αλλάξαμε. Μάθαμε και συνηθίσαμε. Να ξεκινήσω από μένα;
Εγώ λοιπόν, με τον καιρό, έμαθα ότι αυτός ο ξάδερφος δε βλέπει. Τίποτα. Μαύρο. Για αυτό πρέπει όταν ακούω ότι θα έρθουν σπίτι, να μαζεύω τα παιχνίδια που υπάρχουν στο πάτωμα, μην τα πατήσει καταλάθος, πέσει και χτυπήσει. Μπελάς σε πρώτο άκουσμα ο ξάδερφος! Όσο ήμαστε μαζί, δεν πρέπει να τον κοροϊδεύω. Να μην του λέω ψέματα για πράγματα που δε μπορεί να δει. Τότε τα τηρούσα ευλαβικά. Τώρα πέφτει πολύ γέλιο! Αν είμαστε στο δωμάτιό του, δεν πρέπει να μετακινώ τίποτα, για να μην αλλάξει θέση και δεν μπορεί να το βρει μετά. Ξενέρωτη η συνύπαρξη, ε; Γρήγορα συνήθισα και την εικόνα του, αυτή με τα μονίμως κλειστά μάτια με τα υγρά βλέφαρα. Δε μου έκανε εντύπωση πια. Ακόμα, μερικές φορές, είχα κλείσει τα μάτια μου, και προσπαθούσα να μετακινηθώ μέσα στο σπίτι, για να καταλάβω πως είναι να είσαι τυφλός. Γενικά, στα μάτια μου τότε, η συνύπαρξη μαζί του φάνταζε σημαντική. Μεγάλη ευθύνη! Γινόσουν με μιας κάτι ξεχωριστό.
Το σημαντικότερο που έμαθα ήταν να μην του συμπεριφέρομαι σα να είναι κάτι ξεχωριστό. Σα να διαφέρει από μένα, την αδερφή μου και τα άλλα παιδιά του κοινωνικού μας περίγυρου. Σίγουρα ήθελε κάποια παραπάνω προσοχή, κάποια βοήθεια ίσως, αλλά δε θα υπάρξουν τρελές αλλαγές. Θα παίξουμε τα παιχνίδια που θέλουμε και εκείνος θα συμμετάσχει στο βαθμό που μπορεί. Στο κρυφτό, π.χ. θα παίξει μαζί με κάποιον άλλο, που θα τον κρατά από το χέρι. Γιατί δε μπορεί μόνος του να βρει κρυψώνα και αν προσπαθήσει, πιθανότατα δε θα αφήσει τίποτα όρθιο για να κρυφτούν οι υπόλοιποι. Στο κυνηγητό το ίδιο, ενώ στο ποδόσφαιρο, μια σακούλα γύρω από τη μπάλα θα την κάνει προσβάσιμη!!
Έμαθα λοιπόν, εξ’αρχής να μην τον αντιμετωπίζω σαν κάτι διαφορετικό. Να μην τον αποκλείω από δραστηριότητες και να μην αποκλείω δραστηριότητες από την καθημερινότητά μας. Έμαθα να προσαρμόζω. Στην αρχή έπρεπε να προσαρμόζω τη δραστηριότητα στα μέτρα που θα μπορούσαμε να την κάνουμε μαζί. Μετά από καιρό, άρχισα να προσαρμόζω και εκείνον στα μέτρα της δραστηριότητας που είχαμε αποφασίσει να συμμετάσχουμε. Με αυτό τον τρόπο, όλα αυτά τα χρόνια έχουμε κάνει τα πάντα προσβάσιμα. Κέντρα διασκέδασης, τα μεγαλύτερα κλαμπ της πόλης, ταξίδια στο εξωτερικό, παραλίες, συναυλίες, δημόσια κτήρια και πόσα άλλα…
Η ζωή όμως δεν είναι μονοδιάστατη, έτσι υπάρχει η ματιά αυτών που τον θεώρησαν κάτι ιδιαίτερο. Αυτοί που θα τον καθοδηγήσουν από το χέρι ακόμα και από το ένα δωμάτιο στο άλλο. Εκείνοι που θα προθυμοποιηθούν να κάνουν τα πάντα αντί για αυτόν, μην τυχόν και γίνει κάτι λάθος. Δεν έχουν κακή πρόθεση. Είναι ο δικός τους τρόπος να τον κάνουν να αισθανθεί ίδιος με τους υπόλοιπους. Ίσως αν ποτέ δεν κάνει κάτι μόνος, δεν θα κάνει κάτι λάθος, άρα δε θα καταλάβει ότι είναι διαφορετικός. Μια λογική που λέει ότι αν δε φανεί κάτι, είναι σα να μην υπάρχει. Και αν δε φανεί, ούτε ο ανάπηρος ούτε οι γύρω του θα αισθανθούν μειονεκτικά. Αν δεν υπάρξει όμως η αναπηρία, πως θα τον κάνεις ικανό να την αντιμετωπίσει; Να σταθεί στα πόδια του και να δραστηριοποιηθεί μόνος του; Μια ζωή πρέπει να περιμένει κάποιον άλλο να κάνει το κάθετι για αυτόν;
Μια άλλη ματιά, ήταν αυτή των ανθρώπων που δεν άνηκαν στον κοινωνικό περίγυρο. Όλοι εκείνοι που σε συναντούν στο πάρκο, στην παιδική χαρά, στο σούπερ μάρκετ, παντού. Χωρίζονται σε 3 κατηγορίες. Στην πρώτη είναι εκείνοι που μόλις καταλάβουν τι συμβαίνει θα απομακρυνθούν. Με κομψό ή όχι και τόσο, τρόπο θα τα μαζέψουν και θα φύγουν. Με βλέμμα καρφωμένο πάνω σου, γεμάτο ενοχές ή φόβο από άγνοια, αλλά σίγουρα γεμάτο οίκτο. Τόσο φόβο και οίκτο που δεν αντέχουν να συνυπάρξουν μαζί σου. Από την άλλη, είναι όλοι εκείνοι που θα θελήσουν να σε κάνουν να αισθανθείς άνετα, συζητώντας μαζί σου το πρόβλημα. Οξύμωρο; μα γιατί; όταν έχεις ένα πρόβλημα, τι θα σε κάνει να αισθανθείς πιο άνετα, από το να το συζητάς ενδελεχώς με τον κάθε άσχετο; Αυτοί λοιπόν έχουν εκατοντάδες απορίες. Για τα πιο απίθανα πράγματα επίσης, πάντα έχουν διαβάσει ή έχουν ακούσει για κάποιον που το είχε και θεραπεύτηκε. Και σου δίνουν κουράγιο. Και σου λένε να μην στεναχωριέσαι. Και δώσ’ του πάλι οίκτος… και οι τελευταία κατηγορία εκείνων που δε θα κάνουν τίποτα. Απολύτως. Θα μείνουν εκεί και θα σε κοιτάζουν με βλέμμα γεμάτο οίκτο. Τίποτα παραπάνω. Πολύς οίκτος αδέρφια…
Ας προσπαθήσει ο καθένας να αναγνωρίσει τη δική του ματιά. Σε ποια από τις παραπάνω κατηγορίες εντάσσεται;
Ο πρωταγωνιστής όμως πώς τα βίωνε όλα αυτά άραγε;
Σα μωρό, δε θυμάμαι να είχε καμία ιδιαιτερότητα. Σχετικά ήσυχος, αρκετά υπναράς, χαρακτηριστικά χουζούρης από τη μία, υπερενεργητικός από την άλλη. Των άκρων γενικά. (χαρακτηριστικά που διατηρεί μέχρι σήμερα.) Τα πρώτα θέματα άρχισαν όταν ξεκίνησε να κινείται.
Όπως ήταν φυσικό, κάθε φορά που ξεκινούσε να μπουσουλίσει ή να περπατήσει αργότερα, υπήρχε μια ανησυχία. Γρήγορα έμαθε ότι οι γρήγορες και σπασμωδικές κινήσεις, οδηγούσαν σε απρόσμενες συναντήσεις με πανταχού παρόντες τοίχους και τον επιβράβευαν με μεγαλειώδη καρούμπαλα. Την ίδια περίπου περίοδο, έμαθε ότι αν ακουμπάει ανεξέλεγκτα και βάζει τα χέρια του όπου να ‘ναι, επιβραβεύεται με επίπονα μαγκώματα, τρυπήματα ή τσιμπήματα, ανάλογα το περιβάλλον. (η παροντική ανεξέλεγκτη κατάσταση των χεριών του που προσωπικά χαρακτηρίζω ως ‘σύνδρομο χταπόδι’ οφείλονται σε πρώιμα δείγματα της νόσου του Αλτσχάιμερ, έξαρση περιέργειας, ή και τα δύο.) Με πολύ προσοχή και μια βασική καθοδήγηση από όλους, πολύ γρήγορα κατάφερε να κινείται στα όρια του φυσιολογικού, ειδικά σε μέρη που γνώριζε.
Εξαιρετικά κοινωνικό ον, από μικρό ήθελε να συμμετέχει παντού, είτε αυτό ήταν συζήτηση, είτε δραστηριότητα. Στην αρχή νομίζω του προκαλούσε εντύπωση που σε κάποιες δραστηριότητες η πρώτη αντίδραση των περισσοτέρων ήταν να τον αφήσουν απ’ έξω. (πως να τον στείλεις να σου φέρει κάτι από το δίπλα δωμάτιο, όταν ξέρεις ότι πιο δύσκολο θα του είναι να βρει το δωμάτιο, παρά το αντικείμενο μέσα σε αυτό…) Στη συνέχεια, ανακάλυψε ότι παράλληλα με τη συμμετοχή του σε δραστηριότητες, απολάμβανε και της προσοχής των άλλων που τύγχανε εξαιτίας αυτού. Κάποιος θα ασχολούνταν περισσότερο μαζί του να του δείξει πως να κάνει κάτι, κάποιος θα του μιλούσε περισσότερο για να του εξηγήσει κάτι που δεν έβλεπε, βρισκόταν πάλι στο επίκεντρο! Για κάποια χρόνια πιστεύω ότι αυτό το επίκεντρο είχε γίνει μια μορφή αυτοσκοπού της κοινωνικοποίησης. Όχι η μοναδική μορφή και όχι πάντα. Μια μορφή όμως, σίγουρα.
Σε άλλες φάσεις, εξαιρετικά ήσυχος, περνούσε ώρες ατελείωτες στο δωμάτιό του. Πολύ γρήγορα, ο χώρος αυτός είχε οριοθετηθεί και εκεί μέσα οι κανόνες ήταν ολικά δικοί του και έπρεπε να γίνονται απόλυτα σεβαστοί από όποιον έμπαινε. Τα πρώτα βήματα μιας αυτονομίας χρειάζονται απόλυτη και συγκεκριμένη σειρά και τάξη χωρίς καμία εξωγενή παρέμβαση. Η συμπεριφορά του λοιπόν απέναντι σε μας τους ‘εισβολείς’, που τελικά πήγαζε από μια βασική ανάγκη, πολύ συχνά θα μπορούσε να είναι αντικείμενο παρεξήγησης, άλλες φορές ήταν εικόνα που προκαλούσε γέλιο. (θυμάμαι άπειρες φορές βιαστικές κινήσεις και τεράστιους δρασκελισμούς για να προλάβει να βγει εκείνος από το δωμάτιο να σε χαιρετήσει και όχι να μπεις εσύ….)
Για πολλά χρόνια, δεν είχε γνώση της αναπηρίας του και προσπαθούσε να κατανοήσει και να αποκρυπτογραφήσει όλες αυτές τις συμπεριφορές που τον έθεταν σε διαφορετική θέση από τα άλλα παιδιά. Αργότερα, όταν ήξερε πια, η συμπεριφορά του παρέπαιε. Φυσικά και ήθελε να παίζει με όλους, όλα τα παιχνίδια. Να πηγαίνει παντού και να κάνει τα πάντα. Από την άλλη, ήξερε ότι με μια του κίνηση, ή με μια του κουβέντα μπορούσε να προκαλέσει την προσοχή και να βάλει όλα τα υπόλοιπα παιδιά σε δεύτερη μοίρα και κάποιες φορές το έκανε. Κάποιες φορές επίτηδες, κάποιες άλλες όχι.
Όταν χρειαζόταν να κάνει κάτι που δεν του άρεσε πολύ, ή κάτι στο οποίο δε μπορούσε να ξεχωρίσει, με εξαιρετική ευκολία ομολογούσε ότι δε μπορούσε και ζητούσε τη βοήθεια του αδερφού του ή της αδερφής μου. Σε άλλες περιπτώσεις δε δίσταζε να κατηγορεί τον ίδιο αυτό αδερφό για το οτιδήποτε, αρκεί οι γονείς να τον απομάκρυναν και αυτός να μπορούσε να κάνει αυτό που ήθελε. (δύσκολο να είσαι ο αμέσως μικρότερος αδερφός ενός ατόμου με αναπηρία…)
Σίγουρα είναι δύσκολο να είσαι το μοναδικό άτομο με αναπηρία στο περιβάλλον σου. Ακόμα όμως πιο δύσκολο και περίπλοκο είναι να το κατανοήσεις, να εμπεδώσεις όλες τις παραμέτρους του και να το επικοινωνήσεις.
Η έφηβη ματιά
Ο καιρός περνούσε και όλοι μεγαλώναμε. Μαζί και χώρια. Οι συναντήσεις μας εξακολουθούσαν να είναι πολύ συχνές και τα κομβικά σημεία των ζωών μας εξακολουθούσαν να είναι κοινά σταυροδρόμια.
Εγώ μεγαλύτερος. Οι αλλαγές με χτυπούσαν πρώτο. Εφηβεία, μεταστροφή αρχών και προτεραιοτήτων, μια τάση επανάστασης. (Τάση πάντα. Ποτέ δεν εκδηλώθηκε. Εξελίχθηκε τόσο αργά και ανώδυνα…. νομίζω μπορεί να μην έχει σταματήσει ποτέ.)
Εκείνος στη γνωστή ισορροπία. Ακροβασία ανάμεσα στην κοινωνικοποίηση και την απομόνωση. Ανάμεσα στην πλήρη ένταξη και τον οικειοθελή αποκλεισμό. Οι στιγμές που περνούσε με άλλους, εκείνες οι στιγμές που μάθαινε τον κόσμο. Που βουτούσε στη ζωή, στην κανονική ζωή, σε όλο της το φάσμα, και τη ρουφούσε, την κατανάλωνε όσο περισσότερο μπορούσε. Συζητήσεις, δραστηριότητες, ποδήλατο (έντρομοι οι γείτονες να τρέμουν μη σκάσει πάνω στα αυτοκίνητά τους).
Σε αντιδιαστολή, οι στιγμές της μοναξιάς. Κλεισμένος στο δωμάτιο. Ακούγοντας μουσική (πολύ μουσική… εκατοντάδες κασέτες), διαβάζοντας, μελετώντας για το σχολείο… Ίσως πάλι όλες εκείνες τις ώρες, να αποκωδικοποιούσε όλες τις πληροφορίες που είχε μαζέψει από τις στιγμές του έξω. Να τις κατανοούσε, και να τις έφερνε στα μέτρα του για να μπορεί να τις εμπεδώσει. Ή απλά να έφτιαχνε κουράγιο για την επόμενη έξοδο. Την επόμενη βουτιά στο κενό και το άγνωστο. Την επόμενη προσπάθεια εμπειρίας ως ‘λιγότερο ανάπηρος’.
Αν με ρωτήσετε, αυτό θα σας πω. Έτσι μεγάλωσε. Σαν λιγότερο ανάπηρος. Δεν υπήρξαν ποτέ στεγανά. Ποτέ κάτι που δε θα κάνει ποτέ και καθόλου. Υπήρχαν μόνο πράγματα που θα έκανε με άλλο τρόπο. Με το δικό του τρόπο. (μόνη εξαίρεση ίσως η οδήγηση. Το αυτοκίνητο όμως έχει υψηλό κόστος και οι οικογένειές μας, χαμηλό εισόδημα. Άρα, το ξεχνάς. Ναι, σε σένα μιλάω, μη γελάς. Λες και δε σε έχω δει πως ψαχουλεύεις το αμαξάκι μου….)
Ήταν αυτή η διαδικασία, κατά την οποία εκείνος ερχόταν στα μέτρα της ζωής. Έκανε κουράγιο, έσφιγγε τα δόντια, ένιωθε την αδρεναλίνη να ξεχειλίζει. Για δραστηριότητες και καταστάσεις που δεν ήξερε καν αν του αρέσουν και τον ενδιαφέρουν. Ποτέ μόνος. Πάντα με ανθρώπους δίπλα του να του λένε ότι μπορεί. Να μη βρίσκουν λόγω να μην μπορέσει και να μην το δοκιμάσει. Κατηγορούμενοι πάντα για υπεροψία της αρτιμέλειας, υποφέροντας όμως πάντα από μια αγωνιώδη προσπάθεια να τον προετοιμάσουν για τα δύσκολα. Για όλα. Να τον κάνουν να μην αισθανθεί ποτέ ανήμπορος.
Ήταν η ίδια διαδικασία που οι άλλοι έπρεπε να φέρουν τη ζωή στα μέτρα του. Να ζυγίσουν αν μπορεί να κάνει κάτι. Να φανταστούν με πόσους τρόπους μπορεί να εξελιχθεί η κάθε δραστηριότητα, και πόσο επικίνδυνοι μπορεί να είναι αυτοί. Να εφεύρουν τρόπους πρόσβασης.
Όσο πολλά και να είναι τα ρήματα, η διαδικασία δεν είναι καθόλου κουραστική. Μετά από κάποια εξάσκηση, γίνεται συνήθεια. Σε μένα είναι δεύτερη φύση. Πολλές φορές πιάνω τον εαυτό μου να κάνω κάτι που μου αρέσει χωρίς αυτόν, και να σκέφτομαι πως θα μπορέσουμε να το κάνουμε και μαζί. Αυτόματα.
Με αυτή την ισορροπία πέρασε μια ολόκληρη εποχή. Με πολύ σχολείο. Πολύ διάβασμα, πολύ υψηλές βαθμολογίες. Παράδειγμα προς όλα τα υπόλοιπα παιδιά.
– Βλέπεις, που είναι τυφλός και έχει παντού άριστα; Εσύ, με το ζόρι μια καλή βαθμολογία. Έτσι είναι άμα γυρνάς όλη μέρα.
Ανασαίναμε, βαριανασαίναμε όλοι. Κάποιες φορές πάνω στα νεύρα μας, αντιγυρίζαμε και ένα
– Αμάν πια, με έσκασες. Λογικό είναι να διαβάζει όλη μέρα. Να βγει έξω να κάνει τί; Να δει τη φύση;
Αναμμένο κάρβουνο το βλέμμα της μάνας. Αν μπορούσε εκείνη την ώρα θα στην έκαιγε τη γλώσσα που το ξεστόμισες. Σε έσερνε η μάνα μετά στην παρέλαση που ήταν σημαιοφόρος. Να δεις εσύ, που δε θα το καταφέρεις ποτέ.
Την πρώτη φορά είχαμε πάει οικειοθελώς, με τεράστια χαρά. Φύγαμε με ένα πονοκέφαλο, τόσο φρικτό που θα ήταν αιτία για αυτοκτονία. Η κυρία που κάνει την περιγραφή της παρέλασης δεν περιγράφεται. (υπάρχει ακόμα άραγε; λες να το διαβάσει;) Η ένταση της φωνής της απίστευτη. Ο ρυθμός της ομιλίας της καταιγιστικός. Τις υπόλοιπες φορές πήγαμε με βαριά καρδιά και φεύγαμε πάντα με βαρύ κεφάλι.
Μια εφηβεία δύστροπη. Όλα τα χαρακτηριστικά σε έξαρση, και τα θετικά και τα αρνητικά. Μια καθημερινότητα όχι πάντα εύκολη και ευχάριστη. Εντάσεις, διαφωνίες, πολλά ‘πω, πω, έχει γίνει ανυπόφορος’ από τα παιδιά. Μια τάση για επίδειξη της αυτονομίας και της ανεξαρτησίας, σε πορεία παράλληλη με μια διαρκή επιζήτηση της προσοχής και της αποκλειστικότητας της ενασχόλησης. (μονά-ζυγά, δικά του. Να σε προσέχουν όλοι για αυτά που μπορείς, αλλά και για όλα όσα δε μπορείς. Άλλος παιδί δεν έκανε…)
Το σχολείο τελειώνει με την ‘μητέρα’ των επιτυχιών, την εισαγωγή στην πανεπιστημιακή σχολή της πρώτης του προτίμησης. Πολύ καμάρι, πολύ χαρά, πολύ περηφάνεια.
Θα γράψω, κλείνοντας, για πράγματα που έχουμε κάνει μαζί και που σε κάποιους ακούγονται περίεργα, επικίνδυνα, ίσως και απίστευτα. Όταν το έκανα, είχα άγνοια κινδύνου. Όσες φορές προσπάθησα να σκεφτώ τί να γράψω και πώς να το διαμορφώσω, δεν κατάφερα να καταλήξω κάπου. Επίσης, δεν ξέρω πως να καταφέρω να σας περιγράψω τα συναισθήματά μας, που κάνουν αυτές τις στιγμές μοναδικές στη μνήμη μου. Αποφάσισα λοιπόν να αρχίσω να γράφω και να δω τι θα βγεί.
Το πρώτο μπουζούκι.
Ήταν φθινόπωρο του 2004, και μόλις είχα επιστρέψει από τις σπουδές μου στο Λονδίνο. Ο Βέρτης χαλάει κόσμο και κανονίζουμε να πάμε. Με μεγάλο ενθουσιασμό, του προτείνω να έρθει μαζί μας. Η αλήθεια είναι ότι δεν το θεωρούσα κάτι τόσο δύσκολο. Με αμάξι θα πηγαίναμε, τραπέζι θα είχαμε, τί μπορεί να συμβεί όσο περπατάς από το αυτοκίνητο μέχρι το τραπέζι. Λογάριαζα όμως χωρίς το….. σερβιτόρο.
Αφού φτάσαμε, και αφού σε όλο το δρόμο είχαμε αναλύσει το άγχος του αν είχε ντυθεί καλά, ανάλογα και ό,τι άλλο, καθίσαμε, σερβιριστήκαμε και η βραδιά προχωρούσε. Η παρέα ήταν όλη γνωστή και εξοικειωμένη, άρα δεν είχαμε εσωτερικά προβλήματα. Σύντομα λύσαμε και τα διαδικαστικά αφού του εξήγησα τη διάταξη του χώρου και του τραπεζιού. Το πρόγραμμα ήταν πολύ ωραίο, κέφι, τραγούδι, και ξάφνου έρχεται ο σερβιτόρος να αδειάσει τα τασάκια για άλλη μια φορά.
Αυτή τη φορά όμως, με μια απότομη κίνηση, ο σερβιτόρος χάνει την ισορροπία του δίσκου που κρατά και είναι γεμάτος καθαρά και βρώμικα τασάκια. Ο δίσκος πέφτει και φυσικά ο τυφλός μας ήρωας τρώει μερικά στο κεφάλι μαζί με μια σκόνη στάχτης και πολλά αποτσίγαρα! Σοκ. Σοκ. Σοκ. Αφού επιβεβαίωσα ότι δεν είχε χτυπήσει, του είπα να χαλαρώσει και να μην χάσει την ψυχραιμία του. Του εξήγησα ότι αυτό θα μπορούσε να συμβεί στον οποιονδήποτε.
Έτσι και έγινε. Σίγουρα τρόμαξε, σίγουρα πόνεσε, αλλά τουλάχιστον δεν αισθάνθηκε ότι του συνέβει επειδή είναι τυφλός. Ξέρετε τι λένε για τη μύγα και όποιον την έχει….
Από τότε, μη με ρωτήσετε πόσα μπουζούκια ακολούθησαν… ούτε που θυμάμαι. Αμέτρητα. Σε τραπέζι, στο μπαρ, προγραμματισμένα, παρορμητικά, σε γιορτές και γενέθλια, αλλά και χωρίς καμία αφορμή…
Θα έχουμε πάντα το Παρίσι…
Ένα από τα πρώτα πράγματα που θυμάμαι πάντα και πολύ έντονα, είναι το ταξίδι μας στο Παρίσι. Κανονίσαμε να πάμε για 18 ημέρες τον Αύγουστο του 2005, για να πάρουμε μέρος σε ένα πρόγραμμα ανταλλαγής εφήβων με προβλήματα όρασης.
Δε νομίζω ότι θα μπορέσω να μπω σε πολλές και αναλυτικές λεπτομέρειες για όλα όσα κάναμε εκεί. Θα είναι ατελείωτα. Θα σας πω απλά ότι περπατήσαμε όλη τη Μονμάρτη, και μάλιστα 2 φορές! Επίσης, κάναμε βόλτα σε όλο το κέντρο του Παρισιού. Νομίζω ότι στις 18 μέρες που μείναμε εκεί, πρέπει να περπατήσαμε τη συντριπτική πλειοψηφία της πόλης. Κάναμε τη βόλτα μας στα μεγαλύτερα μαγαζιά και εμπορικά κέντρα. Κάναμε πολλά ψώνια, ειδικά ρούχα. Αν και τα περισσότερα δεν τα φόρεσε ποτέ, ο σκοπός επετεύχθει. Ασχολήθηκε για πρώτη φορά με το να σκεφτεί τί ρούχα του αρέσει να φοράει, ποιες γραμμές του πάνε, ποιά υφάσματα τον ευχαριστούν, ποιά χρώματα του ταιριάζουν…
Περάσαμε 2 ολόκληρες ημέρες μέσα στο Λούβρο. Μάλλιασε η γλώσσα μου να περιγράφω τα πάντα! Από το ίδιο το κτήριο, μέχρι τα σημαντικότερα εκθέματα, έδωσα ρεσιτάλ περιγραφής! Μια διασκεδαστική επίσκεψη στο μουσείο του Νταλί. Άντε να περιγράψεις σε ένα τυφλό αυτά τα έργα… δεν έχω ιδέα τι έχει καταλάβει, σίγουρα όμως έχει μια πιο πλήρη ιδέα από πολλούς βλέποντες. Μια απίστευτη ανάβαση στον πύργο του Άιφελ, όπου λόγω ακροφοβίας, μέσα στο γυάλινο ασανσέρ είχα γαντζωθεί πάνω του μέχρι να φτάσουμε και με έβριζε ότι τον κάνω ρεζίλι. Ορίστε μας θράσος!
Μια ολόκληρη ημέρα στη Eurodisney, με παρέα άλλες 2 τυφλές κοπέλες. Μεγάλο γαλόνι εκείνη η μέρα. Τόσες ώρες με 3 τυφλά άτομα σε ένα μέρος με τόσες χιλιάδες κόσμου… πονάω και μόνο που σκέφτομαι πόσους χτυπήσαμε! Επίσης, παιχνίδια δεν κάναμε πολλά, αλλά τον έβαλα και με τράβηξε κάτι καταπληκτικές φωτογραφίες!!! Από τι πρώτες βόλτες ήταν η σιωπηλή περιήγηση στην Παναγία των Παρισίων, όπου άκουγε τον ακουστικό οδηγό, δε μου έλεγε κουβέντα, μου έκανε παρατήρηση όταν τολμούσα να μιλήσω και νευρίαζε όταν δεν ήμασταν ακριβώς εκεί που του περιέγραφε ο οδηγός, αφού με κατηγορούσε ό,τι εγώ έτρεχα. Άσε που γύριζε το κεφάλι του και στεκόταν να παρατηρήσει ότι του περιέγραφε ο οδηγός… τα νεύρα μου!!!
Επίσης, εκεί εφαρμόσαμε για πρώτη φορά το μουσάκι, που διατηρείται ακόμα, τόσα χρόνια μετά. Έπρεπε να τον δείτε να σκάει ξημερώματα στο αεροδρόμιο, με μουσάκι και καπέλο-καβουράκι!!! (ο πατέρας του όποτε το θυμάται του ξανασυστήνεται!!!)
Επισκεπτήριο!
Τρελό γέλιο όταν ήρθε να με δει στο επισκεπτήριο στο στρατό. Αφού τα είπαμε, μου έδωσε τη σοκολάτα που μου είχε φέρει, άρχισε να τρώει αμέτρητα σουβλάκια. Στο 5ο Σύνταγμα Πεζικού, ακόμα θα τον συζητάνε, είμαι σίγουρος.
Πιο ήσυχος όταν επισκεφτήκαμε τον άλλο φίλο μας στη Κόρινθο και τρελό γέλιο μέσα στο δελφίνι προς Πόρο για το ναύτη φίλο. Το φαγητό πάντα αναπόσπαστο κομμάτι. Άμα δεν τον ήξερα καλά θα έλεγα ότι για αυτό έρχεται.
Η Λεβεντογέννα Κρήτη
Και μιλώντας για φαγητό, πως να ξεχάσεις την Κρήτη. Εκεί που ταξιδέψαμε με ένα αυτοκίνητο τόσο γεμάτο πράγματα που μετά βίας ανάσαινες. Εκεί που στα Ανώγεια ξεκληρίσαμε ένα κοπάδι ζώα για μεσημεριανό, και μετά φάγαμε και γλυκό με ελληνικό καφέ, έτσι για να καθαρίσει η γεύση. Εκεί που από το Θέρισσο κοντέψαμε να φύγουμε κατρακυλώντας, από το φαγητό, αλλά είχαμε την αντοχή να τραγουδάμε το ίδιο τραγούδι μέχρι να φτάσουμε στο κέντρο των Χανίων! Με ενδιάμεσα διαλείμματα για να μιμηθούμε τους ήχους των ζώων που είχαμε φάει.
Θα σταματήσω εδώ. Χρονικά, είμαστε κάπου στο 2009! Υπάρχει και συνέχεια. Θα σας την ετοιμάσω κάποια στιγμή. Αν θέλετε!


