Γυναίκα που έχει σηκωμένο χέρι και δείχνει στοπ

Πολλές φορές αναρωτιόμαστε πώς σε κάποιους ανθρώπους είναι τόσο εύκολο να καταφέρνουν αυτό που θέλουν και να θέτουν τα όρια τους, ενώ άλλοι δυσκολεύονται να πουν όχι, ακόμα και αν διαφωνούν με κάτι ή δυσκολεύονται πολύ στο να ζητήσουν κάτι. Θα λέγαμε ότι κάποιοι είναι περισσότερο διεκδικητικοί, ενώ κάποιοι καθόλου.

Τι είναι όμως η διεκδικητικότητα; Είναι ένα έμφυτο χαρακτηριστικό και είναι απλά τυχερός όποιος το έχει ή μπορεί να αποκτηθεί και να εξελιχθεί στην πορεία της ζωής μας;

Η διεκδικητικότητα ως έννοια αποτελεί ένα χαρακτηριστικό που δεν είναι άμεσα παρατηρήσιμο και που συνήθως αναπτύσσεται από τα συστήματα διαπαιδαγώγησης της παιδικής ηλικίας (οικογένεια, σχολείο κ.λπ.) χωρίς αυτό να σημαίνει ότι και αργότερα στην ενήλικη ζωή δεν υπάρχει δυνατότητα εξέλιξής της.

Σύμφωνα με τους Alberti και Emmons (2002) η διεκδικητικότητα αποτελεί μια δεξιότητα διαπροσωπικής επικοινωνίας, βασική στις ανθρώπινες σχέσεις.

Συγχρόνως προάγει την ισοτιμία στις ανθρώπινες σχέσεις, παρέχοντάς μας τη δυνατότητα να υπερασπιζόμαστε τα συμφέροντά μας, να υπερασπιζόμαστε τους εαυτούς μας χωρίς υπερβολικό άγχος, να εκφράζουμε με ειλικρίνεια και άνεση συναισθήματα και να ασκούμε τα προσωπικά μας δικαιώματα δίχως να αρνούμαστε τα δικαιώματα των άλλων.

Όσον αφορά τώρα τον ορισμό της έννοιας της διεκδικητικότητας, αυτή μπορεί να οριστεί με διάφορους τρόπους. Έτσι ο Lawrence (1987) (όπ. αναφ. στο Τσίτσας, 2009, σ. 28) αναφέρει ότι υπάρχουν περισσότεροι από είκοσι διαφορετικοί ορισμοί της διεκδικητικότητας που χρησιμοποιούνται στην έρευνα και την εκπαίδευση αυτής.

Ο John (1976) είναι από τους παλαιότερους ερευνητές που ασχολήθηκαν με τη διεκδικητικότητα και δημιούργησε ένα μοντέλο, όπου αναφέρει τέσσερις τρόπους με τους οποίους μπορεί να οριστεί η διεκδικητικότητα. Ο πρώτος περιλαμβάνει ένα γενικό θεωρητικό ορισμό, ο δεύτερος έναν λειτουργικό ορισμό που εμπεριέχει ορισμένες λεκτικές και μη λεκτικές παραμέτρους της διεκδικητικής συμπεριφοράς, επίσης έναν ορισμό που εξετάζει το περιεχόμενο της διεκδικητικής απάντησης και τέλος έναν ορισμό που εξετάζει τα χαρακτηριστικά του περιβάλλοντος ή της κατάστασης στην οποία εκδηλώνεται η διεκδικητική συμπεριφορά (Τσίτσας, 2009, σσ. 28-29).

Σύμφωνα με τους Galassi, Galasssi και Vedder (1981) (όπ. αναφ. στο Τσίτσας, 2009, σ. 29) και μετά από ανάλογη έρευνα, παρατηρήθηκε ότι υπάρχουν διάφοροι ορισμοί για τη διεκδικητικότητα και περιέχουν τα ακόλουθα στοιχεία: έκφραση βασικών ανθρώπινων δικαιωμάτων, ειλικρινή ή / και κατάλληλη συναισθηματική έκφραση, συνδυασμό των παραπάνω και έκφραση αναγκών και τέλος διάφορες περιστάσεις και συγκεκριμένες απαντήσεις σε αυτές.

Οι Galassi και Galassi περιέγραψαν τη διεκδικητικότητα ως εξής:

  • Υπεράσπιση των δικαιωμάτων του εαυτού και των άλλων
  • Άρνηση στις απαιτήσεις των άλλων
  • Αποδοχή και απόδοση φιλοφρονήσεων
  • Έναρξη, διατήρηση και ολοκλήρωση συνομιλιών
  • Έκφραση αγάπης και αποδοχής, έκφραση προσωπικών απόψεων (συμπεριλαμβανομένης της διαφωνίας) και έκφραση δικαιολογημένου θυμού και ενόχλησης (Πατέρα & Πολυτίμου, 2008, σ. 239).

Πως όμως γίνεται κάποιος διεκδικητικός;

Η διαδικασία του να γίνει ένα άτομο διεκδικητικό διαρκεί μια ζωή και χρειάζεται ένα επίπεδο αυτοεκτίμησης και αυτογνωσίας. Το άτομο γνωρίζει ποιες είναι οι αδυναμίες και δυνατότητες του μέσα από την αυτοκριτική. Για να αποδείξει κάποιος στους άλλους ότι είναι δυνατό πρέπει πρώτα να το πιστέψει ο ίδιος. Το πρώτο βήμα είναι να γνωρίσει σε ποιους τομείς πρέπει να δουλέψει λίγο παραπάνω με τον εαυτό του. Χρειάζεται όμως και εξάσκηση, η οποία θα ήταν καλύτερα να ξεκινήσει με πιο εύκολες καταστάσεις ούτως ώστε να μην αποθαρρυνθεί από τις πρώτες φορές αν ξεκινήσει με τις δύσκολες, τις οποίες θα μπορεί να χειριστεί αργότερα. Ακολούθως, μπορεί να ασχοληθεί με την ενδυνάμωση του συγκεκριμένου τομέα και να ζητήσει στήριξη είτε από ειδικούς είτε από φίλους. Όταν η διεκδικητικότητα γίνει συνήθεια, τότε δε θα είναι απαραίτητη η χρήση των τεχνικών, σε μεγάλο βαθμό, για την ανάπτυξη της διεκδικητικότητας (Διεκδικητική συμπεριφορά, χ.χ.).

Συμπερασματικά, μπορούμε να πούμε ότι η διεκδικητικότητα σχετίζεται με την ικανότητα του ατόμου να εκφράζει τα δικαιώματά του χωρίς την παραβίαση των δικαιωμάτων των άλλων.

Να ζητά χωρίς να απαιτεί, να ξέρει να θέτει όρια και να εκφράζει την άποψή του και όλα τα συναισθήματά του (αρνητικά και θετικά). Αποτελεί συγχρόνως μια κοινωνικά αποδεκτή συμπεριφορά και έναν τρόπο ζωής γεμάτο αυτοπεποίθηση, ανεξαρτησία και την ικανότητα να καταλαβαίνει κανείς τον εαυτό του και τους άλλους (Βεατρίκη Παλέρμου, χ.χ.).

Διακρίνοντας την διεκδικητικότητα από άλλα είδη συμπεριφοράς

Αποτελεί μια σημαντική διαδικασία της διεκδικητικότητας η οριοθέτηση και διάκρισή της από την επιθετική και την παθητική (ή μη διεκδικητική) συμπεριφορά (Lange & Jakubowski, 1976) (όπ. αναφ. στο Τσίτσας, 2009, σ. 40) και η βασική διαφοροποίηση σχετίζεται με τη χρήση ή την κατάχρηση βασικών δικαιωμάτων.

Έτσι, κατά τον Harris (1967), η επιθετική συμπεριφορά χαρακτηρίζεται από την επικοινωνία με απαιτητικό ή εχθρικό τρόπο. Είναι γεγονός ότι τα επιθετικά άτομα δε δείχνουν ενδιαφέρον για τα συναισθήματα και τα δικαιώματα των άλλων και προσπαθούν να επιτύχουν αυτό που επιθυμούν με μεθόδους όπως ο εκφοβισμός. Στόχος τους είναι να κυριαρχήσουν πάνω στα άλλα άτομα και να τα εξουσιάσουν παρά να εκφράσουν τα συναισθήματά τους ή τις σκέψεις τους (Atkison, Atkison, & Hilgard, 1995). Αυτή η συμπεριφορά κάνει τους άλλους αμυντικούς και είτε αποσύρονται από τη συγκεκριμένη κατάσταση είτε επιθυμούν να πάρουν εκδίκηση παρά να συνεργαστούν (Bourne, 1990) (όπ. αναφ. στο Τσίτσας, 2009, σ. 43).

Από την άλλη πλευρά, στην παθητική ή υποχωρητική συμπεριφορά το άτομο ενδίδει στις προτιμήσεις των άλλων θέτοντας στο περιθώριο τα δικά του δικαιώματα. Το συγκεκριμένο άτομο δεν εκφράζει με αυτό τον τρόπο τα πραγματικά του συναισθήματα και σκέψεις, θέλοντας χωρίς εντάσεις να ευχαριστήσει τους άλλους (Καλπάκογλου, 1998) και έτσι έχουμε μια διαπροσωπική σχέση, όπου παραβιάζονται τα δικαιώματα του ενός (Jakubowski – Spector, 1973), εφόσον το ίδιο το άτομο επιτρέπει κάτι τέτοιο (Τσίτσας, 2009, σ. 41).

Διαφορετικοί τύποι διεκδίκησης

Η διεκδικητική συμπεριφορά, επίσης, παρουσιάζει ορισμένες διαφοροποιήσεις που σχετίζονται με την κάθε φορά περίπτωση, τα γνωρίσματα του ατόμου και με άλλους παράγοντες.

Υπάρχουν έτσι 4 τύποι διεκδίκησης:

Στη βασική διεκδίκηση έχουμε έκφραση των προσωπικών δικαιωμάτων, πεποιθήσεων, συναισθημάτων και αντιλήψεων (Rakos, 1986) και δεν περιλαμβάνονται άλλες κοινωνικές δεξιότητες. Τα άτομα που χρησιμοποιούν το συγκεκριμένο τύπο διεκδίκησης πιστεύουν ότι η έκφραση των δικαιωμάτων τους με άμεσο τρόπο θα έχει βραχυπρόθεσμα πιο θετικές συνέπειες, ενώ τα μη διεκδικητικά άτομα πιστεύουν το ακριβώς αντίθετο (Eisler, Frederiksen, & Peterson, 1978· Fielder & Beach, 1978).

Η ενσυναισθηματική διεκδίκηση αποτελεί εκείνο τον τύπο της διεκδίκησης που περιλαμβάνει ερμηνείες για την αιτία εκδήλωσής της, την αναγνώριση των συναισθημάτων, τη διαπραγμάτευση και τον έπαινο και μπορεί να λεχθεί ότι καταλήγει στα ίδια αποτελέσματα με τη βασική διεκδίκηση, αλλά θεωρείται πιο αποδεκτή κοινωνικά, καθώς υπάρχει ενσυναίσθηση, προσεκτική λεκτική έκφραση και σεβασμός του άλλου που ελαχιστοποιεί τις αρνητικές αντιδράσεις όταν εκδηλώνεται μια τέτοια συμπεριφορά.

Κατά τους Rimm και Masters (1974) κλιμακωτή είναι η διεκδίκηση που εκφράζεται κλιμακωτά. Αρχικά ο ομιλητής εκφράζει αυτό που θέλει να διεκδικήσει. Και στη συνέχεια όταν το άλλο άτομο αρχίσει να παραβιάζει τα δικαιώματά του τότε ο ομιλητής κλιμακώνει τη διεκδίκηση, όντας ολοένα και πιο ακλόνητος στις θέσεις του χωρίς την ύπαρξη επιθετικότητας.

  • Τέλος, τα μηνύματα «εγώ» και σύμφωνα με την εργασία του Gordon (1999), από την οποία και προέρχονται, περιλαμβάνουν μια δήλωση που αποτελείται από 4 μέρη:
  • Όταν…. (αντικειμενική περιγραφή του ομιλητή για τη συμπεριφορά του άλλου)
  • Τα αποτελέσματα είναι…(περιγραφή του πώς επηρεάζει η συμπεριφορά του άλλου τον ομιλητή)
  • Αισθάνομαι…(περιγραφή συναισθημάτων)

Θα προτιμούσα…(περιγραφή αυτού που επιθυμεί το άτομο) (Lange & Jakubowski, 1976).

Τα μηνύματα του «εγώ» συμβάλλουν στην έκφραση αρνητικών συναισθημάτων με διεκδικητικό τρόπο, αποκαλύπτουν στον ακροατή τη φύση της μη επιθυμητής συμπεριφοράς και το επακόλουθο συναίσθημα. Στόχος είναι η επικοινωνία με ξεκάθαρο τρόπο, χωρίς απόδοση κατηγοριών, ώστε το άλλο άτομο να συνειδητοποιήσει τη συνέπεια της συμπεριφοράς του (Τσίτσας, 2009).

Βλέπουμε λοιπόν ότι η διεκδικητικότητα δεν είναι κάτι που το χεις ή δεν το χεις. Είναι μια δεξιότητα που μπορεί να αποκτηθεί, αλλά όμως χρειάζεται να επιμείνουμε για να τα καραφέρουμε. Χρειάζεται να δουλέψουμε τον τρόπο που αλληλεπιδρούμε με τους άλλους και να την διαχωρίσουμε από την επιθετική ή την παθητική συμπεριφορά, καθότι είναι πολύ εύκολο για παράδειγμα να νομίζουμε ότι διεκδικούμε, ενώ στην ουσία είμαστε απλώς επιθετικοί χάνοντας με αυτόν τον τρόπο το δίκιο μας.

Πάνω απ’ όλα όμως χρειάζεται να ενισχύσουμε την εικόνα που έχουμε για τον εαυτό μας και να πειστούμε ότι αξίζουμε να είμαστε διεκδικητικοί!

Βιβλιογραφικές Αναφορές

• Alberti, R. E., & Emmons, M. L. (2002). Δικαίωμά σας! Ένας οδηγός για περισσότερο ισότιμες σχέσεις (2η Έκδ.). (Γ. Σίμος, Μεταφρ.). Αθήνα: Εκδόσεις Πατάκη.

• Galassi, J. P., Delo, J. S., Galassi, M. D., & Bastien, S. (1974). The College Self-Expression Scale: A Measure of Assertiveness [Electronic version]. Behavior Therapy, (5), 165-171.

• Galassi, M. D., & Galassi, J. P. (1976). The effects of role playing variations on the assessment of assertive behavior [Electronic version]. Behavior Therapy, (7), 343-347.

• Rakos, R. F. (1991). Assertive Behavior: Theory, Research, and Training. London: Routledge.

• Παλέρμου, Β. (χ.χ.). Διεκδικητικότητα. Αντλήθηκε από http://www.psychognosia.gr/koina%20provlimata_diekdikitikotita.htm.

• Πατέρα, Α., & Πολυτίμου, Α. (2008). Παρατηρήσεις για τη διεκδικητικότητα και τη σχέση της με την ενσυναίσθηση σε Έλληνες φοιτητές. Ψυχιατρική (19), 238-244.

• Τσίτσας, Γ. (2009). Η επίδραση ενός προγράμματος εκπαίδευσης στη διεκδικητικότητα, στη διεκδικητική συμπεριφορά, τον τόπο ελέγχου, την ενσυναίσθηση και την αυτοεκτίμηση σε έλληνες φοιτητές και φοιτήτριες. Διδακτορική Διατριβή. Αθήνα: ΕΚΠΑ.

Σχετικά με τον συντάκτη

Νίκη Δαλιανά
Σύμβουλος Επαγγελματικού Προσανατολισμού. Σύμβουλος Ψυχικής Υγείας.

Αφήστε σχόλιο

ΧΟΡΗΓΟΙ

Επιστροφή στην κορυφή

Συνεχίζοντας να χρησιμοποιείτε την ιστοσελίδα, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Περισσότερες πληροφορίες.

Οι ρυθμίσεις των cookies σε αυτή την ιστοσελίδα έχουν οριστεί σε "αποδοχή cookies" για να σας δώσουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία περιήγησης. Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε αυτή την ιστοσελίδα χωρίς να αλλάξετε τις ρυθμίσεις των cookies σας ή κάνετε κλικ στο κουμπί "Κλείσιμο" παρακάτω τότε συναινείτε σε αυτό.

Κλείσιμο