Article content

Η ανταπόκριση του ειδικού κοινού στο Εκπαιδευτικό Πρόγραμμα για Άτομα με Προβλήματα Όρασης της Έκθεσης ‘Η Προκολομβιανή Τέχνη στο Μουσείο Μπενάκη’

Κατηγορία: Επιστημονικά

Η ανταπόκριση του ειδικού κοινού στο Εκπαιδευτικό Πρόγραμμα για Άτομα με Προβλήματα Όρασης της Έκθεσης ‘Η Προκολομβιανή Τέχνη στο Μουσείο Μπενάκη’. Μια αξιολόγηση της ζήτησης και της προσφοράς στα πολιτισμικά αγαθά

Μαρίνα Εμμανουήλ[1] και Βαγγέλης Αυγουλάς[2]

1 Μουσείο Μπενάκη (εξωτερική συνεργάτις),marina.emmanouil@network.rca.ac.uk;

2 Πανελλήνιος Σύνδεσμος Τυφλών, Διεθνής Οργάνωση VIEWS στην Ελλάδα, evavgoul@otenet.gr

 

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Η εισήγηση διαπραγματεύεται τις έννοιες της προσφοράς και της ζήτησης σχετικά με προγράμματα προσβασιμότητας σε μουσεία στην Ελλάδα. Το Εκπαιδευτικό Πρόγραμμα που αναπτύχθηκε για την Έκθεση Προκολομβιανής Τέχνης στο Μουσείο Μπενάκη το καλοκαίρι του 2009 αποτελεί τον κεντρικό άξονα συζήτησης. Παρουσιάζονται ο σχεδιασμός και το περιεχόμενο του προγράμματος και επισημαίνεται η ενεργή συμβολή ατόμων με προβλήματα όρασης και των συλλογικών τους φορέων στην προετοιμασία του, καθώς και η προβολή του στα ΜΜΕ. Με έναυσμα τα αποτελέσματα του Ερωτηματολογίου της Έκθεσης, και συγκεκριμένα την αντίφαση που προέκυψε ανάμεσα στο υψηλό ποσοστό θετικών απαντήσεων για ύπαρξη περισσότερων προγραμμάτων προσβασιμότητας από την μία πλευρά, και στη χαμηλή επισκεψιμότητα που είχε το πρόγραμμα από άτομα με προβλήματα όρασης από την άλλη, δημιουργείται ένας έντονος προβληματισμός αναφορικά με τη ζήτηση και την προσφορά προσβάσιμων προγραμμάτων. Η γεφύρωση αυτού του κενού φαίνεται πως είναι μία πρόκληση. Σημειώνεται, τέλος, ο ρόλος των τμημάτων Ειδικής Αγωγής, της πολιτείας και των κοινωνικών φορέων πίεσης στην ισότιμη συμμετοχή και πρόσβαση στα πολιτισμικά αγαθά.

ΛΕΞΕΙΣ ΚΛΕΙΔΙΑ: μουσείο, οπτική αναπηρία, πρόγραμμα προσβασιμότητας, συμμετοχή

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Εκπαιδευτικά προγράμματα για άτομα με προβλήματα όρασης είναι σχεδόν κοινή πρακτική στα Μουσεία του εξωτερικού. Μάλιστα, σε ορισμένα από αυτά, όπως το Museum of Fine Arts (MFA) στη Βοστώνη και το Victoria & Albert  Museum (V&A) στο Λονδίνο, διαθέτουν εσωτερικό τμήμα Εκπαιδευτικών Προγραμμάτων με σκοπό τη μετατροπή των μόνιμων συλλογών και των περιοδικών τους εκθέσεων σε προσβάσιμες.[1] Στην Ελλάδα παρόμοιες δράσεις και εκδηλώσεις είναι σπάνιες, με εξαίρεση φυσικά αυτές του Μουσείου Αφής του Φάρου Τυφλών της Ελλάδας, και πρόσφατα του Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης στη Θεσσαλονίκη με σημαντική ανταπόκριση.[2]

Η εισήγηση που ακολουθεί αφορά το Εκπαιδευτικό Πρόγραμμα για Άτομα με Προβλήματα Όρασης που αναπτύχθηκε το 2009 στο πλαίσιο της Έκθεσης ‘Η Προκολομβιανή Τέχνη στο Μουσείο Μπενάκη. Η Συλλογή του Γεωργίου Κ. Γόντικα’. Η ιδιότητα με την οποία παρουσιάζω αυτό το υλικό είναι αυτή της υπεύθυνης του προγράμματος και σχεδιάστριας των απτικών διαγραμμάτων που χρησιμοποιήθηκαν για το σκοπό αυτό. Πολύτιμος συνεργάτης στο Πρόγραμμα αλλά και στη συγγραφή αυτής της εισήγησης υπήρξε ο κος Βαγγέλης Αυγουλάς, μέλος της Επιτροπής Νεολαίας του Πανελληνίου Συνδέσμου Τυφλών, και Εκπρόσωπος στην Ελλάδα της Διεθνούς Οργάνωσης VIEWS για νέους με προβλήματα όρασης, τον οποίο ευχαριστώ για την πολύ όμορφη συνεργασία.

ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΘΕΣΗ ΤΗΣ ΠΡΟΚΟΛΟΜΒΙΑΝΗΣ ΤΕΧΝΗΣ

Η Έκθεση πραγματοποιήθηκε το καλοκαίρι του 2009 (συγκεκριμένα μεταξύ 24 Ιουνίου και 31 Αυγούστου) με αφορμή τη δωρεά της Συλλογής Προκολομβιανής Τέχνης του κου. Γόντικα στο Μουσείο Μπενάκη. Η Συλλογή περιλαμβάνει 153 κεραμικά και λίθινα αντικείμενα και περίπου 2.500 ξύλινα σφονδύλια. Αυτά τα αντικείμενα έρχονται από τις περιοχές που γνωρίζουμε σήμερα ως Μεξικό, Εκουαδόρ, Κόστα Ρίκα και Περού και χρονολογούνται μεταξύ του 4ου αιώνα Π.Χ. και 17ου αιώνα Μ.Χ.

Η πρόταση μου για τη δημιουργία του Εκπαιδευτικού Προγράμματος έγινε δεκτή από τον επιμελητή της Έκθεσης, κο. Σταύρο Βλίζο (αρχαιολόγος), ο οποίος ένθερμα στήριξε το πρόγραμμα καθ’ όλη τη διάρκεια της προετοιμασίας του. Η έναρξη των εργασιών για το σχεδιασμό του προγράμματος έγινε τον Μάρτιο του 2009. Η διαδικασία ολοκληρώθηκε τρεις μήνες αργότερα με την πραγμάτωση όλων των αρχικών προτάσεων που είχαν κατατεθεί. Συγκεκριμένα δυο σημαντικές ιδέες που υλοποιήθηκαν ήταν: πρώτον, η συνεργασία με άτομα με προβλήματα όρασης στην προετοιμασία του προγράμματος. Δεύτερον, η παρουσίαση του Προγράμματος στην ίδια αίθουσα που παρουσιάστηκαν και τα υπόλοιπα εκθέματα. Αυτός ο ειδικά διαμορφωμένος χώρος φιλοξένησε το υλικό του προγράμματος, και αποτέλεσε ένα σημείο αναφοράς και για το γενικό κοινό που επισκέφθηκε την Έκθεση. Με αυτόν τον τρόπο, το εκπαιδευτικό πρόγραμμα έγινε προσιτό και από τους βλέποντες επισκέπτες, οι οποίοι με κάποια διστακτικότητα αλλά και περιέργεια στην αρχή, το προσέγγισαν στη συνέχεια με μεγάλο ενδιαφέρον. Μάλιστα, η θετική τους στάση στο εγχείρημα αυτό προκύπτει και από τις απαντήσεις που έδωσαν στο Γενικό Ερωτηματολόγιο της Έκθεσης, το οποίο θα αναλυθεί στη συνέχεια.

ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟΥ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΟΣ

Οι ξεναγήσεις αποτέλεσαν τον κύριο κορμό του Εκπαιδευτικού Προγράμματος. Το περιεχόμενο τους ήταν ένα αντιπροσωπευτικό δείγμα έργων της Προκολομβιανής Τέχνης, της Τέχνης δηλαδή που αναπτύχθηκε στην Αμερικανική Ήπειρο πριν την ανακάλυψή της από τον Χριστόφορο Κολόμβο το 1492, χρονολογία ορόσημο για την εξέλιξη των Πολιτισμών της (γνωστοί ως Πολιτισμοί των Άνδεων).

Για τις ξεναγήσεις επιλέχθηκαν δέκα αντιπροσωπευτικά έργα των περιοχών από το Μεξικό, την Κόστα Ρίκα, το Εκουαδόρ και το Περού. Μερικά από τα αντικείμενα που συζητήθηκαν στις ξεναγήσεις ήταν ένα σφαιρικό αγγείο με εντυπωσιακή εικονογράφηση τερατόμορφης θεότητας, ένα κεραμικό κύπελλο με εικονογραφικούς συμβολισμούς που αναφέρονται στους πολεμιστές και στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα, διάφορα τελετουργικά σκεύη με εξαιρετική τεχνική κατασκευής, και ένας λίθινος θρόνος που δηλώνει την ιεράρχηση των κοινωνιών αυτών.

Μέσα από το υλικό παρουσιάστηκαν οι κύριες όψεις των Πολιτισμών των Άνδεων, οι οποίες αφορούσαν:

α) τη θρησκεία και γενικότερα την τελετουργική δράση,

β) την τεχνολογία και την τεχνογνωσία που κατείχαν,

γ) την πολεμική διάσταση, και

δ) τη διαμόρφωση της κοινωνικής και πολιτικής ζωής.

Τα επιλεγμένα αντικείμενα φώτισαν τον ιδιαίτερο χαρακτήρα των λαών αναδεικνύοντας το ανεπτυγμένο αίσθημα της επιβίωσης και της ανάγκης για έκφραση. Πρόσθετες ιστορικές πληροφορίες και τεχνικές λεπτομέρειες κατασκευής των έργων δόθηκαν από τον Κατάλογο σε γραφή Braille. Ο Κατάλογος, που βασίστηκε στον επίσημο Κατάλογο της Έκθεσης, αναπαράχθηκε από το Φάρο Τυφλών της Ελλάδας και αναρτήθηκε στην ιστοσελίδα του, όπου και παραμένει διαθέσιμος για μελλοντική χρήση.[3]

Η ξενάγηση είχε σχεδιαστεί ώστε να διαρκεί περίπου μία ώρα. Ωστόσο, αυτός ο χρόνος δεν τηρήθηκε λόγω του ζήλου που επέδειξαν οι συμμετέχοντες στο να επεξεργαστούν τα αντικείμενα και να συζητήσουν τις ιστορικές πληροφορίες που τα πλαισίωναν. Με τον τρόπο αυτό, οι ίδιοι επισκέπτες συνεισέφεραν δυναμικά στη ξενάγηση με τις δικές τους γνώσεις και εμπειρίες. Από αυτήν την άποψη, πετύχαμε την ενεργή συμμετοχή ατόμων με προβλήματα όρασης που ήταν μία από τις κύριες επιδιώξεις του προγράμματος.

Οι ξεναγήσεις είχαν προγραμματιστεί να λαβαίνουν χώρα κάθε Πέμπτη, μέρα κατά την οποία το μουσείο παραμένει ανοιχτό μέχρι αργά το βράδυ διευκολύνοντας την προσέλευση και των εργαζομένων. Σε περίπτωση που η συγκεκριμένη ημέρα δεν εξυπηρετούσε το κοινό είχε προταθεί να γίνουν έκτακτες ξεναγήσεις σε άλλη μέρα της εβδομάδας, μια εναλλακτική που δεν ζητήθηκε.

Απτικό Υλικό και σχεδιαστικά εργαλεία: Information Design και ISOTYPE

Η κυριότερη προσφορά του Προγράμματος στο ειδικό κοινό, ήταν η ανεμπόδιστη απτική επαφή με εκμαγεία της Συλλογής αλλά και με πρωτότυπα έργα. Συμπληρωματική πληροφόρηση για το σχήμα και το διάκοσμο των αντικειμένων δόθηκε με απτικά διαγράμματα. Αυτά σχεδιάστηκαν σύμφωνα με τις αρχές του Information Design, της κατάλληλης δηλαδή διαχείρισης της πληροφορίας στο κοινό που απευθύνεται.[4]

Το Information Design αναπτύχθηκε τη δεκαετία του 1970 από τον καθηγητή στατιστικής Edward Tufte (1942) και τον μαθηματικό John Tukey (1915-2000), και διδασκόταν στο τμήμα Σχεδιασμού Στατιστικών Δεδομένων (statistics graphics) σε Πανεπιστήμιο της Αμερικής. [[5]Επίσης, συνδέεται και με το όνομα του Αυστριακού κοινωνιολόγου Otto Neurath (1882-1945), ο οποίος στη δεκαετία του 1930 ανέπτυξε ένα σύστημα καταγραφής δεδομένων με εικόνες και σύμβολα, γνωστό ως ISOTYPE (International System of Typographic Picture Education). [6]Σκοπός αυτού του συστήματος ήταν να οπτικοποιεί δεδομένα με σύμβολα και διάφορες σχεδιαστικές πρωτοτυπίες. Ιστορικά, η πιο γνωστή εφαρμογή του ήταν στα στατιστικά στοιχεία που αφορούν πολέμους και τις καταστροφές που προκλήθηκαν. Ένα ελληνικό παράδειγμα είναι το λεύκωμα ‘Οι Θυσίες της Ελλάδος στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο’ (1946) που επιμελήθηκε το Υπουργείο Ανασυγκρότησης υπό την διεύθυνση του αρχιτέκτονα Κωνσταντίνου Α. Δοξιάδη. Στο λεύκωμα αυτό χρησιμοποιήθηκε η συγκεκριμένη σχεδιαστική γλώσσα σχεδόν σε αποκλειστικότητα για να περιγράψει το μέγεθος της καταστροφής της χώρας μετά τον πόλεμο.[7]

Σχεδιασμός και παραγωγή απτικών διαγραμμάτων

Στην λογική του Information Design βασίζεται και η σχεδίαση διαγραμμάτων για άτομα με προβλήματα όρασης. Γι’ αυτό το ειδικό κοινό ο τρόπος σχεδίασης και η επιλογή των ανάγλυφων στοιχείων προσαρμόζονται αναλόγως. Οι διαφορετικές επιφάνειες μιας εικόνας σημειώνονται με ανάγλυφα μοτίβα, σύμβολα και σχήματα, όπως κύκλοι, τρίγωνα, τετράγωνα κ.λπ. Για το Εκπαιδευτικό Πρόγραμμα σχεδιάστηκαν πρώτα απ’ όλα δύο γεωγραφικοί χάρτες: ένας παγκόσμιος και ένας με τις χώρες από όπου προέρχονται τα αντικείμενα της Συλλογής. Έτσι οι επισκέπτες είχαν αντίληψη της γεωγραφικής θέσης των χωρών και του μεγέθους τους σε σχέση με άλλες χώρες. Για τη σήμανσή τους χρησιμοποιήθηκαν διάφορα σχήματα και παραλλαγές τους, ενώ  σημαντικό ρόλο στη διάκριση των επιμέρους στοιχείων έπαιξε το μεταβαλλόμενο πάχος των γραμμών. Την πρακτική αυτή γνώρισα για πρώτη φορά το 2001 στο Εθνικό Κέντρο Ανάγλυφων Διαγραμμάτων (National Centre for Tactile Diagrammes) στην Αγγλία, όπου ως τελειόφοιτη φοιτήτρια γραφιστικής είχα την ευθύνη σχεδίασης και παραγωγής ανάγλυφων διαγραμμάτων (κυρίως γεωγραφικών χαρτών).[8]

Η σχεδίαση των διαγραμμάτων του προγράμματος ήταν μια συλλογική εργασία. Η παραγωγή τους έγινε με την πολύτιμη συμβολή του κου. Αυγουλά, ο οποίος επισήμανε σημεία στα απτικά διαγράμματα που δεν ήταν αρκετά ευκρινή με την αφή, προτείνοντας μερικές καίριες αλλαγές. Η ανακατασκευή ενός έργου σε απτική μορφή απαιτεί ακρίβεια στη σχεδίαση και πιστότητα στην αποτύπωση των λεπτομερειών ώστε να αποφεύγεται η δημιουργία ενός παραπλανητικού και εντέλει ενός «άλλου» έργου, διαφορετικού του πρωτότυπου. Σε αυτό σημαντική είναι η συμβολή των ατόμων με προβλήματα όρασης.

Αναλυτικά, η διαδικασία σχεδίασης και παραγωγής των διαγραμμάτων χωρίζεται σε 6 στάδια:

1. φωτογράφηση των αντικείμενων

2. σχεδίαση τους στον υπολογιστή

3. εκτύπωση στην ειδική συσκευή PIAF

4. δοκιμή τους από Άτομα με προβλήματα Όρασης

5. αναπροσαρμογή των αρχικών διαγραμμάτων, και τέλος,

6. τελική εκτύπωση και παρουσίαση των διαγραμμάτων.

Στο πρώτο στάδιο, η φωτογράφηση των αντικειμένων είναι μια βασική διαδικασία μέσα από την οποία καταλήγουμε στην όψη ή στις όψεις στις οποίες θα βασιστεί το τελικό σχέδιο. Συνεπώς, κάθε αντικείμενο θα πρέπει να φωτογραφίζεται από εκείνη την οπτική γωνία, ή προοπτική λήψης, που θα μπορεί να αποδώσει μια ολοκληρωμένη αλλά και αναγνωρίσιμη εικόνα της μορφής του αντικειμένου. Συνήθως προτιμάται η πλάγια ή η πρόσθια λήψη, ανάλογα με τη μορφή και τη θέση του αντικειμένου.

Έπειτα προχωράμε στο δεύτερο στάδιο: στη σχεδίαση του γενικού περιγράμματος, των ειδικών στοιχείων που το αποτελούν και των διακοσμητικών ή εγχάρακτων σχεδίων που το συνοδεύουν. Η επεξεργασία της μορφής των αντικειμένων γίνεται με το πρόγραμμα InDesign ή οποιοδήποτε λογισμικό με διανυσματικά γραφικά (CoreDraw, Illustrator κ.λπ.).

Δύο είναι τα κύρια στοιχεία που λαμβάνονται υπόψη κατά τη διαδικασία του σχεδιασμού των περιγραμμάτων: πρώτον, η οπτική ιεράρχηση των στοιχείων σε πρωτεύοντα και δευτερεύοντα, δηλαδή η επιλογή του  (ή των) στοιχείων που είναι βασικό να αναδειχθεί(ούν) περισσότερο ή πιο έντονα, και ποιά στοιχεία να ακολουθήσουν. Δεύτερον, η διαδικασία απλοποίησης, δηλαδή η αφαίρεση περιττών στοιχείων από την εικόνα για να είναι ευκολότερα αντιληπτή.

Εάν πρόκειται για παραγωγή τρισδιάστατων κατασκευών, η κύρια πρόκληση, εκτός της απόδοσης της μορφής των πρωτότυπων έργων, είναι η πιστή απόδοση των υλικών κατασκευής, δηλαδή η φυσική ποιότητα της κατασκευής να πλησιάζει όσο το δυνατόν περισσότερο στην υφή και στη θερμότητα των υλικών της (όπως π.χ. ξύλο, γυαλί, ύφασμα, τα οποία από τη φύση τους προκαλούν μια εντελώς διαφορετική απτική αίσθηση).

Η τρίτη φάση περιλαμβάνει την πρώτη εκτύπωση του σχεδίου. Η εκτύπωση γίνεται σε οποιοδήποτε εκτυπωτή laser ή inkjet σε ένα ειδικό, μικρο-καψουλικό χαρτί ευαίσθητο στη θερμότητα. Κατόπιν αυτού, το χαρτί περνάει μέσα από το PIAF: μια συσκευή που με την εκπομπή θερμότητας αποτυπώνει ανάγλυφα το εκτυπωμένο σχήμα. Η εναπόθεση μεγάλης θερμότητας κατά την διάρκεια του ‘ψησίματος’ του χαρτιού στα μελανωμένα σημεία μπορεί να προκαλέσει φθορές και να καταστρέψει την ανάγλυφη επιφάνεια. Για το λόγο αυτό χρειάζεται προσοχή και υπομονή, που με ανιδιοτελή ευχαρίστηση επέδειξε η κα. Αγγελική Βερυκοκάκη, Εκπαιδεύτρια Κινητικότητας, Προσανατολισμού και Δεξιοτήτων Καθημερινής Διαβίωσης στον Πανελλήνιο Σύνδεσμο Τυφλών.

Η επόμενη (4η) φάση, είναι ίσως η πιο σημαντική γιατί σε αυτήν πραγματοποιείται η εξέταση της ευκρίνειας και της επιτυχημένης απόδοσης του αντικειμένου για τη χρήση από άτομα με προβλήματα όρασης. Αλλαγές μπορεί να γίνουν στα πιο ‘απλά’ για τους βλέποντες σχήματα, όπως παραδείγματος χάριν στην περίπτωση του ζωομορφικού τετραποδικού αγγείου και συγκεκριμένα στο σημείο που εφάπτεται η ουρά του ζώου με το πίσω του πόδι.

Κατασκευαστικά η ουρά ενώνεται με το ένα πόδι του ζώου σχηματίζοντας με αυτόν τον τρόπο μια χειρολαβή. Ενώ για τους βλέποντες αυτό είναι αντιληπτό, για τα άτομα με οπτική αναπηρία η απεικόνιση αυτής της λεπτομέρειας με δισδιάστατο τρόπο είναι ιδιαίτερα περίπλοκη και δυσνόητη.

Για το λόγο αυτό χρειάστηκε να γίνει η αναπροσαρμογή του σχήματος κατόπιν υπόδειξης από άτομο με οπτική αναπηρία. Συγκεκριμένα, απομονώθηκαν οι γραμμές που ορίζουν την ουρά από τη γραμμή που ορίζει το πόδι, και δημιουργήθηκε μια λεπτότερη γραμμή που δηλώνει τη συνέχεια της υποτιθέμενης γραμμής του ποδιού. Αντίστοιχη επέμβαση και αναπροσαρμογή έγινε και στην περίπτωση γυναικείου ειδωλίου.

Το τελευταίο (6ο) στάδιο αφορά την τελική εκτύπωση των διορθωμένων πια σχεδίων και την τοποθέτησή τους σε ένα σκληρό χαρτόνι για σταθερότητα και αντοχή στη χρήση και το χρόνο. Απαραίτητη ένδειξη για την σωστή τοποθέτηση του διαγράμματος σε σχέση με τον χρήστη είναι η στρογγυλή ανάγλυφη κουκκίδα στην επάνω αριστερή γωνία της επιφάνειας του χαρτιού.

Η ΔΙΑΔΡΑΣΤΙΚΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΟΣ

Πέρα από την εκπαιδευτική διάσταση, κύριος στόχος του Προγράμματος ήταν να αναπτύξει μια δυναμική, διαδραστική σχέση μεταξύ μουσείου και ατόμων με προβλήματα όρασης. Και αυτή ξεκίνησε με τη δημιουργία κεραμικών εμπνευσμένων από τα αντικείμενα της Συλλογής.

Σπουδαστές του εργαστηρίου κεραμικής του Φάρου Τυφλών της Ελλάδας αφού άγγιξαν αυθεντικά έργα της Συλλογής τα αναπαρήγαγαν σε κεραμικά αντίγραφα στο εργαστήριο. Με την διακριτική καθοδήγηση της δασκάλας τους, κας. Λίας Κελαϊδή, τα έργα αυτά είναι αποτέλεσμα της προσωπικής τους εργασίας μετά από μόνο μία επαφή τους με τα πρωτότυπα έργα. Το υλικό αυτό δείχνει τον τρόπο με τον οποίο συνέλαβαν τα αντικείμενα και τα απέδωσαν σε τρισδιάστατη μορφή.

Τα κεραμικά αυτά (16) παρουσιάστηκαν στον ειδικά διαμορφωμένο χώρο δίπλα στα πρωτότυπα έργα από τα οποία εμπνεύστηκαν τη μορφή τους. Αυτή η παράλληλη παράθεση έδωσε τη δυνατότητα σε βλέποντες επισκέπτες να συνδιαλεχτούν με τα έργα αυτά και η διάδραση να λειτουργήσει επιπλέον ανάμεσα στα άτομα με προβλήματα όρασης και τους βλέποντες επισκέπτες.

Εξαρχής, υπήρξε η πεποίθηση ότι το πρόγραμμα θα πρέπει να συμπεριληφθεί στον ίδιο εκθεσιακό χώρο με τα υπόλοιπα εκθέματα, και όχι σε κάποια ξεχωριστή αίθουσα του Μουσείου. Μια τέτοια πρακτική εξυπηρετεί πολλούς και πολύ σημαντικούς στόχους: πέραν του ότι αντιμετωπίζει τα άτομα με αναπηρία με ίσους όρους στην συμμετοχή και πρόσβαση στα πολιτισμικά αγαθά, ομαλοποιεί την ενσωμάτωσή τους στην κοινωνία, η οποία πολλές φορές ξεχνά την παρουσία και τη συνεισφορά τους σε αυτή. Το προσωπικό του Μουσείου, και συγκεκριμένα ο επιμελητής της Έκθεσης, ήταν πολύ δεκτικός στην πρόταση αυτή, η οποία υλοποιήθηκε με τον καλύτερο δυνατό τρόπο.

ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΠΡΟΒΟΛΗ

Για την αξιολόγηση της Έκθεσης σχηματίστηκε ένα Γενικό Ερωτηματολόγιο στα ελληνικά και τα Αγγλικά με 14 ερωτήσεις. Σε αυτό συμπεριλήφθηκαν δύο ερωτήσεις για το Εκπαιδευτικό Πρόγραμμα (Ερωτήσεις 9, 10) και δύο ερωτήσεις σχετικά με το προφίλ των ερωτηθέντων: εάν έχουν κάποια μαθησιακή δυσκολία ή ιδιαιτερότητα στην πρόσληψη πληροφοριών, και αν έχουν κάποια μορφή αναπηρίας, όπως προβλήματα στην όραση, στην ακοή, στην ομιλία και στην κίνηση (Ερωτήσεις 4 και 5). Παράθεση του ερωτηματολογίου και ποσοστιαία ανάλυση των απαντήσεων γίνεται στο τέλος της εισήγησης.

Σχεδόν 38% (37,8%) από τους ερωτηθέντες χαρακτήρισαν το πρόγραμμα ‘Πολύ Καλό’, και 21,3% ως ‘Ικανοποιητικό’. Οι απαντήσεις έρχονται τόσο από τους συμμετέχοντες των ξεναγήσεων όσο και από απλούς επισκέπτες που αξιολόγησαν το υλικό που είχε παρουσιαστεί στο χώρο του Προγράμματος. Τα δύο αυτά ποσοστά σχηματίζουν ένα θετικό σύνολο (59,1%) το οποίο είναι αρκετά ενθαρρυντικό για την ποιότητα του προγράμματος. Επίσης να σημειωθεί ότι το 13,1% απάντησε πως δεν τους αφορά η ερώτηση αυτή, ενώ το 22,1% δεν απάντησε καθόλου στην ερώτηση.

Όσον αφορά τη δεύτερη ερώτηση, εάν δηλαδή θα επιθυμούσαν την ύπαρξη περισσότερων προσβάσιμων προγραμμάτων και συγκεκριμένα για τις μόνιμες Συλλογές του Μουσείου, εντυπωσιακός είναι ο αριθμός των θετικών απαντήσεων, κοντά στο 74% (73,8%). Λαμβάνοντας υπόψη το προσωπικό προφίλ των ερωτηθέντων, και συγκεκριμένα ότι το μεγαλύτερο ποσοστό (74,5%) των ερωτηθέντων απάντησε ότι δεν έχει κάποιου είδους αναπηρία, υποδηλώνεται (θεωρητικά τουλάχιστον) η υψηλή κοινωνική συνείδηση και ευαισθητοποίηση στα θέματα που απασχολούν άτομα με αναπηρία.

Δυνητικά το πρόγραμμα αυτό θα έκανε δυνατή την πρόσβαση στη γνώση για τους μακρινούς και άγνωστους πολιτισμούς της Αμερικανικής Ηπείρου σε ένα κοινό 21.000 ατόμων.[9] Σε μια πιο ρεαλιστική βάση, είχε εκτιμηθεί ότι θα παρακολουθούσαν τις οργανωμένες ξεναγήσεις περίπου 80-100 άτομα στη διάρκεια των δύο μηνών (Ιούλιος-Αύγουστος). Αυτό είχε υπολογιστεί με την λογική της ολιγομελής ξενάγησης ούτος ώστε αυτή να είναι περισσότερο αποδοτική και ευχάριστη για τους συμμετέχοντες. Τελικά, έγιναν τρείς ξεναγήσεις και ο αριθμός των συμμετεχόντων ανήλθε στους εννέα συμπεριλαμβανομένου και ενός βλέποντα, του δασκάλου ειδικής αγωγής κου. Αλέξη Γκλίνου.[10] Μάλιστα, τα άτομα αυτά προσήλθαν κατόπιν προσωπικής πρόσκλησης από τον κο. Αυγουλά. Αν και το ειδικό κοινό φάνηκε να είναι ελάχιστα εξοικειωμένο με τέτοιου είδους προγράμματα, όπως προέκυψε από τη μικρή συμμετοχή, όσοι εντούτοις παρακολούθησαν τις ξεναγήσεις δήλωσαν την αρέσκεια τους και τη στήριξή τους σε μελλοντικές δράσεις.

Παρά τις αισιόδοξες προβλέψεις και προσδοκίες εκπροσώπων των συλλογικών φορέων για υψηλή επισκεψιμότητα, καθώς και των σχεδίων για πρόσκληση ατόμων από την Θεσσαλονίκη, αυτά δεν ευοδώθηκαν. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να σημειωθεί ότι το πρόγραμμα έλαβε την απαραίτητη δημοσιότητα. Υπήρξε μια ισχυρή προβολή στον έντυπο και ηλεκτρονικό τύπο και ανακοινώθηκε στην τηλεόραση και το ραδιόφωνο. Συγκεκριμένα, παρουσιάστηκε στην εκπομπή ‘Σήμερα στις 7’ στο ψηφιακό κανάλι Prisma+ της ΕΡΤ (Τρίτη 28 Ιουλίου 2009), στον Αγγλικό ραδιοφωνικό σταθμό του Δήμου Αθηναίων (104,4 FM, 29 Ιουλίου 2009), καθώς και στην εκπομπή του δημοσιογράφου Δημήτρη Κωνσταντάρα στον ραδιοσταθμό Αθήνα 98,4 του Δήμου Αθηναίων με προσωπικές συνεντεύξεις από άτομα που συμμετείχαν στις ξεναγήσεις. Επίσης, ικανοποιητική υπήρξε και η ανακοίνωση του προγράμματος στα μέσα των συλλογικών φορέων, συγκεκριμένα στον τηλεφωνητή του Φάρου Τυφλών της Ελλάδας και του Πανελλήνιου Συνδέσμου Τυφλών που είχε συνοπτικά ανακοινωθεί, ενώ στις ιστοσελίδες τους είχε αναρτηθεί σχετικό πληροφοριακό υλικό.

Ερμηνείες για τη χαμηλή επισκεψιμότητα

Για τη χαμηλή επισκεψιμότητα στις ξεναγήσεις του Προγράμματος, και στην Έκθεση γενικότερα, μπορούν να δοθούν τρείς πιθανές ερμηνείες. Η πρώτη αφορά το χρόνο διεξαγωγής της Έκθεσης τους καλοκαιρινούς μήνες. Αυτός μπορεί να ήταν ένας σημαντικός παράγοντας λαμβάνοντας υπόψη ότι το καλοκαίρι τα σχολεία κλείνουν και αρκετοί κάτοικοι της Αθήνας εγκαταλείπουν το άστυ την περίοδο αυτή.

Δεύτερον, αναμφισβήτητα τα εγκαίνια του Νέου Μουσείου Ακροπόλεως στις 21 Ιουνίου (μία μέρα πριν από τα εγκαίνια της Προκολομβιανής Τέχνης στο Μουσείο Μπενάκη) και η λειτουργία του κατά την διάρκεια του καλοκαιριού, υποσκίασαν αυτήν και ενδεχομένως άλλες εκθέσεις ή εκδηλώσεις που συνέπεσαν την ίδια περίοδο. Να σημειωθεί εδώ ότι στο Νέο Μουσείο Ακροπόλεως δεν υπάρχει κάποιο συγκεκριμένο εκπαιδευτικό πρόγραμμα για το ειδικό κοινό, και η πρόσβαση σε τυφλό άτομο με τον συνοδό σκύλο του δεν προβλέπεται. [11] Ωστόσο, οι υπεύθυνοι του μουσείου ήταν κατ’αρχήν θετικοί στην επαφή τους με την Εθνική Ομοσπονδία Τυφλών και για απτική προσέγγιση όσων εκθεμάτων στο μουσείο είναι αντίγραφα έργα, ενώ διατίθεται και ηχητικός ξεναγός (audio guide).

Μία τελευταία ερμηνεία αφορά την ανεπιτυχή, εκ μέρους των φορέων, οργάνωση ομάδων από άτομα με προβλήματα όρασης όπως είχε αρχικά σχεδιαστεί. Η οργανωτική αδράνεια που εκδηλώθηκε σε αυτήν τη μεμονωμένη περίπτωση δεν είναι φυσικά αντιπροσωπευτική ούτε ενδεικτική της συνολικής προσφοράς των συλλογικών φορέων και των εκπροσώπων τους. Η παρατήρηση δεν έχει σκοπό να υποτιμήσει το έργο τους, αλλά αντίθετα να αναδείξει τον σημαντικο ρόλο και τη δύναμη που μπορούν να έχουν σε τέτοιου είδους δράσεις. Στόχος αυτής της εισήγησης, άλλωστε, είναι να παροτρύνει τους φορείς εκπροσώπησης να παραμένουν άγρυπνοι φρουροί κινητoποιήσεων είτε αυτές αφορούν συνδικαλιστικές δράσεις ή εκδηλώσεις πολιτισμού.

ΜΕΛΛΟΝΤΙΚΗ ΔΡΑΣΗ ΚΑΙ Ο ΡΟΛΟΣ ΤΩΝ ΣΥΛΛΟΓΙΚΩΝ ΦΟΡΕΩΝ, ΤΩΝ ΣΧΟΛΕΙΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΟΜΑΔΩΝ ΠΙΕΣΗΣ

Αναφορικά με τη μελλοντική χρηστικότητα του προγράμματος, και στο πλαίσιο της χρησιμότητας του εκτός των ορίων (χρονικών και χωρικών) της Έκθεσης, σχεδιάζονται να πραγματοποιηθούν επισκέψεις σε σχολεία ειδικής αγωγής στην Αθήνα και στην υπόλοιπη Ελλάδα, και κινητές εκθέσεις που θα αποτελέσουν έναν πυρήνα πολιτισμικής δράσης στη διάθεση του κοινού.

Επίσης, σχεδιάζεται ειδικό εργαστήριο (workshop) εκπαίδευσης γραφιστών, και όσων ενδιαφέρονται να συμμετάσχουν σε παρόμοια προγράμματα προσβασιμότητας, στη σχεδίαση και παραγωγή απτικών διαγραμμάτων. Το εργαστήριο θα διεξαχθεί τον Μάϊο/Ιούνιο του 2010 με τη συνεργασία της Ένωσης Γραφιστών Ελλάδας και του Πανελληνίου Συνδέσμου Τυφλών. Τέλος, το συγκεκριμένο Εκπαιδευτικό Πρόγραμμα αποτελεί το κεντρικό θέμα έρευνας που διεξάγεται στο Ελληνικό Ανοιχτό Πανεπιστήμιο από την εκπαιδευτικό ειδικής αγωγής, κα. Στέλλα Μάμιδα. Άλλες δημοσιεύσεις και αναφορές που έγιναν για το πρόγραμμα είναι μία στο ελληνικό περιοδικό για το ντιζάιν, +Design, και η δεύτερη στο Newsletter της Design History Society.[12]

Παρ’ όλα αυτά, είναι σαφές και λογικό ότι για να υπάρξει συνέχεια στην πρωτοβουλία αυτή, και όσον αφορά το Μουσείο Μπενάκη να αναπτυχθούν αντίστοιχα προγράμματα για τις μόνιμες Συλλογές του, θα πρέπει να υπάρξει μεγαλύτερη ανταπόκριση. Ο ρόλος των συλλογικών φορέων, των σχολείων και τμημάτων ειδικής αγωγής, και των κοινωνικών ομάδων πίεσης σε αυτή την πρόκληση είναι καθοριστικός.

Τα σχολεία ειδικής αγωγής, ως μορφωτικά ιδρύματα και ως κοινωνικοί σύμμαχοι στην άρση κοινωνικών αποκλεισμών, δύνανται να γεφυρώσουν την απόσταση μεταξύ ζήτησης και προσφοράς. Η ενθάρρυνση της συμμετοχής των ΑμεΑ σε αντίστοιχες εκδηλώσεις, ως μέρος της καθημερινότητας τους, θα έχει ως αποτέλεσμα την ύπαρξη περισσότερων και πιο ποιοτικών προγραμμάτων. Κοινωνική συνείδηση και επιμονή, είναι οι προϋποθέσεις που μέσα από την έμπρακτη συνεργασία της πολιτείας, των επίσημων φορέων συλλογικής εκπροσώπησης των αναπήρων, των διοργανωτών και επαγγελματικών σωματείων στον χώρο των πολιτιστικών εκδηλώσεων, των εκπαιδευτικών ιδρυμάτων και συλλόγων και του κινήματος των ενεργών, ευαισθητοποιημένων πολιτών και εθελοντών, θα οδηγήσουν στην άρση του αποκλεισμού και στην ισότιμη συμμετοχή και πρόσβαση στον πολιτισμό, ένα πνευματικά πολύτιμο αγαθό για τη διάπλαση της προσωπικότητας κάθε ατόμου.

ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΕΣ
Δήμητρα Ασιδέρη (Φάρος Τυφλών της Ελλάδας, ΦΤΕ), Βαγγέλης Αυγουλάς (Πανελλήνιος Σύνδεσμος Τυφλών, ΠΣΤ), Αγγελική Βερυκοκάκη (ΠΣΤ), Σταύρος Βλίζος (Μουσείο Μπενάκη), Ζωή Γερουλάνου (ΦΤΕ), Λία Κελαϊδή (κεραμίστρια και δασκάλα στο Εργαστήρι Κεραμικής του Φάρου Τυφλών), και στους σπουδαστές κεραμικής: Μαρία Κουζούκου, Δημήτρης Μάντζαρης, Βαγγέλης Μουρούκος, Ιωάννα Πετροπούλου. Τέλος, ευχαριστώ την Στέλλα Μάμιδα που με παρότρυνε να συμμετάσχω στο Συνέδριο και για τις χρήσιμες βιβλιογραφικές αναφορές που μου υπέδειξε.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Αργυρόπουλος, Β., (2000).‘Γεωμετρία και παιδιά με σοβαρά προβλήματα όρασης’, Πρακτικά Συνεδρίου Ειδικής Αγωγής: Τάσεις και προοπτικές Αγωγής και εκπαίδευσης των Ατόμων με Ειδικές ανάγκες στην Ενωμένη Ευρώπη σήμερα (σελ.604-623), Ρέθυμνο 12-14 Μαϊου 2000, Επιμέλεια: Α. Κυπριωτάκης, Έκδοση Παιδαγωγικού Τμήματος Δημοτικής Εκπαίδευσης Πανεπιστημίου Κρήτης.
Cassim, J. (2001). ‘The Muse Print: a new concept for raised images to be used as an interpretational aid for art collections by visually impaired museum visitors’, Include 2001, RCA, London.
Εμμανουήλ, Μ. (2009α). ‘Beyond Sight. Accessibility, Usability and Interactivity at the Benaki Museum’, Design History Society Newsletter, Τχ. 122, Νοέμβριος 2009, σ. 3-5.
Εμμανουήλ, Μ. (2009β). ‘Information Design και Προσβασιμότητα. Μια πρωτοποριακή σχεδιαστική εφαρμογή για το Εκπαιδευτικό Πρόγραμμα του Μουσείου Μπενάκη’, +Design, 2009, Τχ. 66, Οκτώβριος-Νοέμβριος 2009, σ. 84-87.
Δοξιάδης, Κ. (1946). Οι Θυσίες της Ελλάδος στο Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Αθήνα: Υπουργείο Ανασυγκρότησης.
Gibson, J.J. (1983). The Senses Considered as Perceptual Systems. Westport, Connecticut: Greenwood.
Heller, M.A. (2000). Touch, Representation, and Blindness. Oxford: OUP Oxford.
Κατσούλης, Φ., Χαλικιά, Ι. (2007). Εισαγωγή στην εκπαίδευση των μαθητών με μερική ή ολική απώλεια όρασης, Διαναπηρικός οδηγός επιμόρφωσης του Σχεδίου Δράσης «Πρόσβαση για Όλους», Επιχειρησιακό Πρόγραμμα Εκπαίδευσης και Αρχικής Επαγγελματικής Κατάρτισης ΙΙ (ΕΠΕΑΕΚ ΙΙ), Πάντειο Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών Τμήμα Ψυχολογίας, Αθήνα.
Κουρουπέτρογλου, Γ. (2004). ‘Ένα Ολοκληρωμένο Μοντέλο Ενσωμάτωσης Τυφλών Μαθητών το Σχολείο μέσω Προηγμένων Συστημάτων Πληροφορικής’, Εισήγηση στο 10o Πανελλήνιο Συνέδριο Φυσικής, 29 Ιανουαρίου – 1 Φεβρουαρίου, Λουτράκι. Διαθέσιμο στο δικτυακό τόπο: http://speech.di.uoa.gr/sppages/spppdf/EEF-2004.pdf.
Mason, H., McCall, S. (2004). Παιδιά και νέοι με προβλήματα όρασης: η πρόσβαση στην εκπαίδευση, Επιστημονική επιμέλεια: Α. Ζώνιου Σιδέρη, Ε. Ντεροπούλου Ντέρου, Αθήνα: Εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα.
McEwan, C., Φιλίνη, Α. (2009). Η Προκολομβιανή Τέχνη στο Μουσείο Μπενάκη. Η Συλλογή του Γεώργίου Κ. Γόντικα. Αθήνα: Μουσείο Μπενάκη.
Millar, S. (2008). Space and Sense. East Sussex: Psychology Press.
Παπαδόπουλος, Κ. Σ. (2005). Τύφλωση και Ανάγνωση, Διαβάζοντας με την Αφή. Θεσσαλονίκη: ΖΗΤΗ.
Παπαδόπουλος, Κ. (2002). ‘Η Δημιουργία Γραμματοσειράς του Ελληνικού Braille Κώδικα και η χρήση της σε Χάρτες Αφής’, Τεχν. Χρον. Επιστ. Έκδ. ΤΕΕ, Ι, τεύχ. 3, 12/2002, Διαθέσιμο στο δικτυακό τόπο: http://www.srcosmos.gr/srcosmos/showpub.aspx?aa=4740.
Σιούτης, Σ. (2008) Ψυχολογικοί Παράμετροι της τύφλωσης, Αθήνα: Ιδιωτική έκδοση.
Σπυροπούλου, Λ. (2010). ‘Η Ακρόπολη του Διαχρονικού Ρατσισμού’, Ελευθεροτυπία, 16 Απριλίου 2010.
Tufte, E.R. (1997). Visual Explanations: Images and Quantities, Evidence and Narrative. Connecticut: Graphics Press.
Tufte, E.R. (2008 [1982]). The Visual Display of Quantitative Information. Rotterdam: NAi.
Vossoughian, N., Neurath, O. (2008). Otto Neurath. Rotterdam: NAi.
Warren, D. H. (2004). Τύφλωση και Παιδί, Επιστημονική επιμέλεια: Α. Ζώνιου Σιδέρη, Π. Καραγιάννη. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.
Χιουρέα Ρ. (2007). ‘Η Ανάγνωση με το Σύστημα Braille’, Εισήγηση στο 4ο Πανελλήνιο Συνέδριο του Ελληνικού Ινστιτούτου Εφαρμοσμένης Παιδαγωγικής και Εκπαίδευσης με θέμα: «Σχολείο Ίσο για παιδιά Άνισα», Αθήνα, 4-6 Μαΐου, Διαθέσιμο στο δικτυακό τόπο: www.specialeducation.gr/files/chiourea_BRAILLE.doc.
Ζώνιου-Σιδέρη, Α., Σπανδάγου, Η. (επιμέλεια) (2004). Εκπαίδευση και Τύφλωση, Σύγχρονες Τάσεις και Προοπτικές. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.

________________________________________________________

 

[1] Η εργασία μου στο Μουσείο Καλών Τεχνών στη Βοστώνη το 2005 και 2006 στο Εκπαιδευτικό Τμήμα του με επικεφαλής την κα. Hannah Gοodwin (Διευθύντρια), περιλαμβάνει απτικά διαγράμματα και κατασκευές για τα εξής προγράμματα: ‘Please Be Seated’, ‘Greek Athlete’, και ‘Indian Paintings’.

[2] Σύμφωνα με επίσημα στοιχεία το πρόγραμμα προσβασιμότητας του Κρατικού Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης για την Έκθεση ‘Ο Μιρό της Μαγιόρκα’ (2010) στην Θεσσαλονίκη το παρακολούθησαν 256 άτομα με πρόβλημα όρασης. Προηγούμενο προσβάσιμο πρόγραμμα του ΚΜΣΤ ήταν το ‘Αγγίζοντας την Τέχνη’ το 2008 για την Έκθεση ‘Πέντε εποχές της Ρωσικής Πρωτοπορίας’ στο Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης στην Αθήνα, η οποία περιελάμβανε παράλληλη έκθεση με αντίγραφα απτικών διαγραμμάτων των ζωγραφικών έργων.

[3] McEwan, C., Φιλίνη, Α. (2009).

[4] Επίσης βλ. ‘Η προετοιμασία των ανάγλυφων διαγραμμάτων’ των Heather Mason και Christine Arter στο βιβλίο των Heather Mason και Stephen McCall (2004), σ. 281-292.

[5] Tufte, E.R. (1997), (2008 [1982]).

[6] Vossoughian, N., Neurath, O. (2008).

[7] Δοξιάδης, Κ. (1946).

[8] www.nctd.org.uk. Το λογότυπο του Κέντρο, που σχεδίασα το 2001, είναι εμπνευσμένο από το σύστημα γραφής Moon.

[9] Σύμφωνα με στοιχεία που προκύπτουν από τους επίσημους φορείς για άτομα με προβλήματα όρασης.

[10] Συγκεκριμένα ξεναγήσεις έγιναν στις 9, 16 και 30 Ιουλίου.

[11] Όπως παρατηρήθηκε σε πρόσφατο συμβάν σε αναφορά της Λιάνας Σπυροπούλου (2010).

[12] Εμμανουήλ, Μ. (2009α), (2009β).

Αφήστε ένα σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *