σήμα αναπηρικού αμαξιδίου σχηματισμένο από διάφορα μικρά αντικείμενα και ο τίτλος του άρθρου και το όνομα της αθρογράφου

Η επαγγελματική αποκατάσταση των ατόμων με αναπηρία αποτελούν βασική προϋπόθεση τόσο για την ομαλή ένταξή τους στο κοινωνικό σύνολο, όσο και για την προσωπική τους ισορροπία και ανάπτυξη. Είναι γεγονός ότι τα ΑμεΑ είναι μια ευπαθή κοινωνική ομάδα που έχει υψηλές πιθανότητες να βιώσει τον κοινωνικό αποκλεισμό και τον ρατσισμό. Για να μπορέσει να επιτευχθεί η ένταξη των ΑμεΑ στην αγορά εργασίας χρειάζεται ξεχωριστή προσέγγιση της κάθε περίπτωσης αναπηρίας με τελικό όμως στόχο την εκμάθηση και ανάπτυξη κοινωνικών δεξιοτήτων, μέσα από την ύπαρξη ενός ολοκληρωμένου συστήματος συμβουλευτικής υποστήριξης και επαγγελματικής κατάρτισης ατόμων με αναπηρία.

Σύμφωνα με το τρίτο πρόγραμμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης υπέρ των ΑμεΑ (Helios II) , ως ΑμεΑ χαρακτηρίζονται τα άτομα «με σοβαρές ανεπάρκειες, ανικανότητες ή μειονεξίες που οφείλονται σε σωματικές βλάβες, συμπεριλαμβανομένων των βλαβών των αισθήσεων ή σε [δια]νοητικές ή ψυχολογικές βλάβες, οι οποίες περιορίζουν ή αποκλείουν την εκτέλεση δραστηριότητας ή λειτουργίας, η οποία θεωρείται κανονική για έναν άνθρωπο» (Δελλασούδας, 2005, σελ. 75).

Άτομα με αναπηρία:

Η αναπηρία συνιστά μια κοινωνική πραγματικότητα όπου διαφορετικά άτομα με εντελώς διαφορετικά βιώματα και με εντελώς διαφορετικά είδη αναπηρίας ανήκουν στην κατηγορία των ΑμέΑ. Ακολούθως όμως αυτή η κατηγορία δεν μπορεί παρά να χαρακτηρίζεται από κάποιο κοινό στοιχείο ( Ζώνιου- Σιδέρη, 1998). Σύμφωνα με την Παγκόσμια Οργάνωση Υγείας «Άτομα με Αναπηρία» θεωρούνται όλα τα άτομα που εμφανίζουν σοβαρή μειονεξία που προκύπτει από φυσική ή νοητική- ψυχική βλάβη. Η αναπηρία διακρίνεται σε δύο βασικές κατηγορίες, στην εκ γενετής (congenital), η οποία εμφανίζεται με τη γέννηση του ατόμου, και στην επίκτητη (acquired), που παρουσιάζεται μετά από κάποιον τραυματισμό ή ασθένεια, ενώ το άτομο, μέχρι τη στιγμή εκείνη, αναπτύσσεται χωρίς προβλήματα. Επίσης, μπορεί να είναι αφανής ή εμφανής, όπως η περίπτωση των κινητικών αναπηριών, μόνιμη ή παροδική (Δημητρόπουλος, 2000).

Το ιατρικό μοντέλο προσέγγισης της αναπηρίας αντιμετωπίζει τα άτομα με αναπηρία ως μια ειδική κατηγορία «ασθενών» αποδίδοντας τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν ως απλές συνέπειες των ατομικών λειτουργικών περιορισμών (ΕΣΑΕΑ,1996).

Το κοινωνικό μοντέλο προσέγγισης της αναπηρίας επικεντρώνεται στην ιδέα ότι η αναπηρία δεν πρέπει να ειδωθεί ως ατομικό αλλά ως κοινωνικό ζήτημα. Οι δυσκολίες που αντιμετωπίζουν τα άτομα με αναπηρίες δεν είναι απλώς συνέπεια των δικών τους λειτουργικών περιορισμών αλλά συνέπεια της αδυναμίας της κοινωνίας να λάβει υπόψη της, τις ανάγκες και τις ιδιαιτερότητες των ατόμων αυτών (ΕΣΑΕΑ,2002).

Η λύση έρχεται με την ανάπτυξη μιας νέας προσέγγισης, ενός πολυδιάστατου μοντέλου , το οποίο συνδέει το ιατρικό και το κοινωνικό μοντέλο αναπηρίας.

«Σε μία γενική κατηγοριοποίηση, τα ΑμεΑ είναι πρόσωπα με:

  • αισθητηριακά (ακοής, όρασης) και κινητικά προβλήματα,
  • χρόνιες οργανικές παθήσεις,
  • ψυχοπνευματικά προβλήματα ( ψυχιατρικές νόσους, σύνδρομο Down)
  • λοιμώδεις παθήσεις και
  •  αυτισμό.»

( Δελλασούδας, 2005, σελ. 76-77)

ΑμεΑ και Κοινωνικός Αποκλεισμός

Τα άτομα με αναπηρία αρκετές φορές περιθωριοποιούνται και αντιμετωπίζονται με προκατάληψη από το υπόλοιπο κοινωνικό σύνολο, όντας έτσι πιο τρωτά στον κοινωνικό αποκλεισμό.

Το Canadian Association of Independent Living Centers (CAILC) (1996) υποστηρίζει ότι για να κατανοήσουμε την βία που στρέφεται προς τα άτομα με αναπηρίες πρέπει να ξεκινήσουμε από την κατανόηση αυτών των στερεοτύπων.

Έξι μύθοι που θεωρούν ότι επιδρούν στις πράξεις μας , στους νόμους μας, στα κοινωνικά προγράμματα και τις στρατηγικές μας. Αυτοί οι μύθοι είναι:

1. «Οι άνθρωποι με αναπηρίες δεν είναι άνθρωποι.»
2. «Οι άνθρωποι με αναπηρίες είναι ανήμποροι, απροστάτευτοι και χρειάζονται τον οίκτο μας.»
3. «Οι άνθρωποι με αναπηρίες δεν είναι σεξουαλικά επιθυμητοί.»
4. «Οι άνθρωποι με αναπηρίες είναι χωρίς αξία.»
5. «Οι άνθρωποι με αναπηρίες είναι σαν παιδιά»
6. « Οι άνθρωποι με αναπηρίες χρειάζονται ειδική μεταχείριση.»

Καθένας από αυτούς τους μύθους αρνείται στα άτομα με αναπηρία την ελευθερία να κάνουν τις επιλογές τους, να είναι ανεξάρτητες, να συμμετέχουν ολοκληρωτικά στην κοινωνία και να είναι υπεύθυνες για τις αποφάσεις τους.

Πιο συγκεκριμένα στις γυναίκες με αναπηρίες οι στερεοτυπικές αντιλήψεις αποτελούνται από τον συνδυασμό της κοινωνικής- πολιτισμικής υποτίμησης προς τις γυναίκες όσον αφορά στο φύλο και στο γεγονός ότι αντιμετωπίζουν κάποια αναπηρία. Τα κοινωνικά στερεότυπα ενθαρρύνουν τις γυναίκες να είναι ευγενικές, όμορφες, υπάκουες, παθητικές, υποχωρητικές και ευγνώμων για κάθε βοήθεια που έχουν δεχτεί. Αυτά τα στερεότυπα κάνουν τις γυναίκες με αναπηρία πιο ευάλωτες ακόμη και σε πράξεις βίας.

Ο στιγματισμός σε γενικές γραμμές είναι κάτι συνηθισμένο για τα ΑμεΑ. Σύμφωνα με τους ίδιους βασικοί λόγοι που ευθύνονται για κοινωνικό στιγματισμό είναι:

  • τα ανεπαρκή επιδόματα (21,2%)
  • η ανεργία (18,3%)
  • οι ανεπαρκείς κοινωνικές υπηρεσίες (17,7%)
  • ο κοινωνικός στιγματισμός(17,2%)
  • η ανεπαρκής εκπαίδευση (8,6%)
  • η περιορισμένη πρόσβαση (6,6%)
  • η έλλειψη προγραμμάτων (5,6%)
  • η διαμονή σε ίδρυμα (4,7%)

Άτομα με αναπηρία και απασχόληση

Σχετικές Θεωρίες Επαγγελματικής Ανάπτυξης

Λίγες είναι οι θεωρίες επαγγελματικής ανάπτυξης οι οποίες αναφέρονται και στα ΑμεΑ. Η Lombaba το 1992 είχε πει ότι όσο πιο νωρίς το άτομο αποκτά κάποιας μορφής αναπηρία, τόσο λιγότερο τραυματική είναι η διαδικασία προσαρμογής και έχει τεθεί και το παράδειγμα ενός ατόμου που γεννιέται τυφλό και έτσι έχει καλύτερη προσαρμογή από ένα άτομο το οποίο τυφλώνεται έπειτα από κάποιο ατύχημα. Τονίζει επίσης η Lombana ότι υπάρχουν και κάποια στάδια, όπως για παράδειγμα αυτό της εφηβείας, όπου είναι ακόμη πιο δύσκολο να αποδεχτεί κάποιος μια αναπηρία ή μειωμένη λειτουργικότητα. Κάποια αναφορά στα ΑμεΑ παρατηρούμε στην εξελικτική θεωρία του Super , ο οποίος το 1957 υποστήριξε ότι ο χρόνος έναρξης της αναπηρίας είτε είναι πριν είτε είναι κατά τη διάρκεια της επαγγελματικής πορείας είναι σημαντικός παράγοντας καθώς τα αποτελέσματα της θα επηρεάσουν την επαγγελματική αυτοαντίληψη του ατόμου Το 1990 ο Super διατύπωσε την άποψη ότι δεν υφίσταται η ανάγκη δημιουργίας μιας ξεχωριστής θεωρίας επαγγελματικής ανάπτυξης για τα άτομα με αναπηρία, αλλά βλέπει την ανάγκη εφαρμογής μιας πιο γενικής επαγγελματικής θεωρίας. Οι Clark, Carlson, Fisher, Cook & D’ Alonzo σημειώνουν ότι ο Super θεωρούσε πως όλοι οι νέοι που δεν έχουν κάποια γνωστική δυσλειτουργία μπορούν να έχουν την ίδια ανάπτυξη που έχουν και τα άτομα χωρίς αναπηρία.

Το 1981 οι Smith & Chemers διαπίστωσαν ότι η πρόωρη έναρξη μιας αναπηρίας επηρεάζει την προσωπικότητα του ατόμου, το οποίο θα είναι λιγότερο ανεξάρτητο από τα άτομα που δεν έχουν κάποια αναπηρία. Ο Thurer το 1980 υποστήριξε ότι ενήλικοι με αναπηρίες είναι συχνά υποχρεωμένοι να αλλάξουν την επαγγελματική τους κατεύθυνση και αρκετές φορές υποβαθμίζουν τις εκπαιδευτικές και εργασιακές φιλοδοξίες τους. Οι Roessler & Rubin το 1982 παρατήρησαν ότι τα ΑμεΑ παρουσιάζουν αναποφασιστικότητα στην επαγγελματική επιλογή ακόμη κι αν η αναπηρία είναι προσωρινή και πρόκειται σταδιακά να βελτιωθεί, ενώ το 1988 ο Roessler υπογράμμισε ότι περίπου 11 εκατομμύρια ΑμεΑ παραμένουν άνεργοι ή βρίσκονται σε επαγγέλματα στα οποία δεν αξιοποιούν τις δυνατότητες και τις ικανότητες τους. Αυτό συμπεραίνουμε ότι γίνεται είτε λόγω των χαμηλών φιλοδοξιών των ΑμεΑ είτε λόγω του ότι δεν τους δίνεται η ευκαιρία να δοκιμαστούν σε ένα επάγγελμα της επιλογής τους λόγω των στερεοτύπων και των προκαταλήψεων. Αυτό στο οποίο παρατηρούμε ότι καταλήγουν σχεδόν όλες από τις προαναφερθείσες θεωρίες είναι ότι ο χρόνος έναρξης της αναπηρίας αποτελεί σημαντικό παράγοντα για την αυτοαντίληψη και την επαγγελματική ανάπτυξη του ατόμου. Παρόλο που ο Super, όπως είδαμε, δε θεωρούσε απαραίτητη τη διαμόρφωση μιας ειδικής θεωρίας επαγγελματικής ανάπτυξης για ΑμεΑ, ο Hershenson το 1974 υποστήριξε ότι η μελέτη της αναπηρίας θα βοηθούσε τις θεωρίες επαγγελματικής ανάπτυξης στο να κατανοήσουν όλα τα άτομα βλέποντας την επαγγελματικής ανάπτυξη ως μία μακροχρόνια διαδικασία και υποστηρίζει ότι οι εμπειρίες των ΑμεΑ αποτελούν ένα πολύτιμο στοιχείο που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη για την επέκταση του φάσματος και των ορίων των θεωριών επαγγελματικής ανάπτυξης.

Σχετικά με την επαγγελματική απασχόληση των ΑμεΑ, σύμφωνα με τα στατιστικά στοιχεία της Eurostat από το 2002, το 78 % των ατόμων με κάποια αναπηρία ηλικίας 16-64 χρονών βρίσκονται εκτός αγοράς εργασίας, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό είναι 27% για τα άτομα χωρίς αναπηρία. Παράλληλα το 50% των εργαζομένων ατόμων με αναπηρία αντιμετωπίζουν προβλήματα στο εργασιακό τους περιβάλλον. Καταλήγουμε το 40 % των ατόμων με αναπηρία να δηλώνει ότι βρίσκεται σε κίνδυνο κοινωνικού αποκλεισμού λόγω του ανεπαρκούς εισοδήματος, της ανεργίας και της ακαταλληλότητας των κοινωνικών υπηρεσιών (Report with main findings of the 2002 Survey “Individuals with disabilities” in Greece, NSSG). «Η επιτυχία της επαγγελματικής τοποθέτησης των Α.Μ.Ε.Α. εξαρτάται από ένα πλήθος παραγόντων, όπως το είδος και ο βαθμός της αναπηρίας, τα κοινωνικά και ψυχολογικά χαρακτηριστικά του ατόμου, το φύλο, η κοινωνική και πολιτισμική προέλευση, το επίπεδο της εκπαίδευσης και οι επαγγελματικές και οι κοινωνικές γνώσεις και δεξιότητες που κατέχει, αλλά και ο τύπος του εργοδότη» (Σιδηροπούλου- Δημακάκου & Δημητρόπουλος, 2000).

Πολλές φορές ελάχιστα ασχολούμαστε με το τι είδους εργασία θα ασκήσει το άτομο με αναπηρία, αφού εάν βρει μια δουλειά θεωρείται τυχερό. Του αρνούμαστε δηλαδή με αυτόν τον τρόπο το δικαίωμα της επαγγελματικής επιλογής και δημιουργικής ευχαρίστησης (Σιδηροπούλου- Δημακάκου, 2000).

Επιπροσθέτως, τα ΑμεΑ έχουν περιορισμένες ευκαιρίες πληροφόρησης και λόγω των περιορισμών που έχουν συναντήσει κατά τη διάρκεια της ζωής τους (ίσως εμπειρίες από ειδικά σχολεία, νοσοκομεία, ιδρύματα) έχουν χαμηλή αυτοπεποίθηση και χαμηλό αίσθημα αυτεπάρκειας.

Κάποιες από τις βασικές αιτίες ανεργίας των ατόμων με αναπηρία θα μπορούσαμε να πούμε ότι είναι:

1. Η κοινωνική προκατάληψη με τον κοινωνικό αποκλεισμό που ως νοοτροπία εξακολουθούν να αποτελούν δομικό χαρακτηριστικό της κοινωνίας μας.

2. Η έλλειψη από πλευράς πολιτείας ολοκληρωμένου κεντρικού σχεδιασμού που να συνδυάζει τις ανάγκες των ΑμεΑ με την εκπαίδευση, την επαγγελματική κατάρτιση και τον επαγγελματικό προσανατολισμό.

3. Οι αλλαγές που συντελούνται στην αγορά εργασίας, στις νέες τεχνολογίες και στο οικονομικό περιβάλλον γενικότερα χωρίς τα άτομα με αναπηρία να υποβοηθούνται με τη δημιουργία των αναγκαίων υποστηρικτικών δομών ώστε να είναι σε θέση να ενταχθούν στην αγορά εργασίας.

4. Η διοικητική γραφειοκρατία σε σχέση με τη λειτουργία του μηχανισμού των αναγκαστικών τοποθετήσεων σε θέσεις εργασίας.

5. Η έλλειψη υποδομών πρόσβασης των ΑμεΑ όπως προσβάσιμα κτήρια, μέσα μαζικής μεταφοράς, με συνέπεια τα ΑμεΑ να μη διευκολύνονται να συμμετέχουν στην κοινωνική ζωή.

Τα άτομα με αναπηρία, σε σύγκριση με τους συνομηλίκους τους με τυπική ανάπτυξη βιώνουν συχνότερα την ανεργία, τη συνεχή εξάρτηση από τις οικογένειές τους και τον κοινωνικό αποκλεισμό (De Fur, 2003 ∙ Δελλασούδας, 2002 ∙ Hughes, 2001 ∙ Luecking & Certo, 2003 ∙ Παπαϊωάννου, 1990). Η εκπαίδευση είναι ένας παράγοντας που επηρεάζει την ένταξη στην αγορά εργασίας, πλάι όμως σε πολλούς άλλους, όπως είναι αυτή καθ’ εαυτή η έλλειψη εξειδίκευσης του εκπαιδευτικού προσωπικού, ο μειωμένος αριθμός θέσεων εργασίας, οι προκαταλήψεις των εργοδοτών καθώς και η έλλειψη προσβασιμότητας του εργασιακού χώρου και των τεχνικών βοηθημάτων.

Τα θέματα αυτά προκαλούν, ταυτόχρονα, προβληματισμούς και προκλήσεις στον τομέα της προετοιμασίας και της διευκόλυνσης της μετάβασης των ΑμεΑ στην ενήλικη ζωή και στην εργασία, όπως και στον τομέα της κοινωνικής αποδοχής τους και της ένταξής τους στην κοινότητα (Σταυρούση,2007).

Ενδεικτικές Βιβλιογραφικές Αναφορές

  • Eυρωπαϊκός Οργανισμός για την Ανάπτυξη της Ειδικής Αγωγής (1999). Μετάβαση από το Σχολείο στην Εργασία-Βασικές Αρχές και Προτάσεις για τους Υπεύθυνους του Πολιτικού Σχεδιασμού
  • Αλεξίου, Θ. (2006). “Κοινωνικός Αποκλεισμός” και “αποκλεισμένες ομάδες”. Κοινωνία & ψυχική Υγεία (1), σσ. 32-50.
  • Δελλασούδας, Λ. Γ. (2005). Εισαγωγή στην Ειδική Αγωγή: Σχολική ένταξη μαθητών με ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες (β΄ έκδ.). Αθήνα: Ιδιωτική έκδοση.
  • Δημητρόπουλος, Α. (2000).Πρακτική εφαρμογή προγραμμάτων ένταξης παιδιών με κινητικές αναπηρίες. Στο Α. Ζώνιου-Σιδέρη (Επιμ.), Άτομα με ειδικές ανάγκες και η ένταξή τους (σ. 65-78). Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.
  • Ζώνιου-Σιδέρη, Α. (2004). Η αναγκαιότητα της ένταξης: Προβληματισμοί και προοπτικές. Στο Α. Ζώνιου-Σιδέρη (Επιμ.), Σύγχρονες Ενταξιακές Προσεγγίσεις, τόμος Α’: Θεωρία(σ. 29-54). Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα
  • Πανάνης, Ε., Γιαβρίμης, Π. & Ρουμελιώτου, Μ. (2007). Κοινωνικός Αποκλεισμός. Στο http://epapanis.blogspot.com/2007/09/blog-post_8436.html
  • Παππά, Ε. (2010). Ευπαθείς Κοινωνικές Ομάδες & ο Κοινωνικός Αποκλεισμός τους. Στο : http://edu4adults.blogspot.com.

Διαβάστε επίσης:

Διαχωρισμός “γυναικείων” και “ανδρικών” επαγγελμάτων. Ισχύει ακόμα;

Σχετικά με τον συντάκτη

Σύμβουλος Επαγγελματικού Προσανατολισμού. Σύμβουλος Ψυχικής Υγείας.

Αφήστε σχόλιο

ΧΟΡΗΓΟΙ

Επιστροφή στην κορυφή