πρόσωπο γυναίκας που έχουν κρυφτεί τα μάτια και είναι απέναντι και την κοιτάζουν
Πηγή εικόνας: canva.com

Αυτοαντίληψη

Ορισμός

Κατά καιρούς έχουν προταθεί διάφοροι όροι σχετικά με το τι είναι αυτοαντίληψη. Ο Rosenberg το 1986 επισημαίνει ότι « η αυτοαντίληψη δεν είναι το «Εγώ» του Freud, ο «αληθινός εαυτός» της Horney, το «ολοκληρωμένο άτομο» του Maslow, η «παραγωγική προσωπικότητα» του Fromm, το «Ι» του Mead, ο «Υπαρξιακός εαυτός». Η αυτοαντίληψη είναι το αποτέλεσμα της «αυτόαντικειμενοποίησης», απαιτεί από το άτομο να υιοθετήσει τη θέση αντικειμενικού παρατηρητή απέναντι στον εαυτό του» (όπ. αναφ. στο Λεοντάρη, 1998).

Από την άλλη, οι Shavelson et al. αναφέρουν 17 τρόπους προσέγγισης της αυτοαντίληψης, ενώ η Bryne συμπεραίνει ότι δεν υπάρχει κανένας ορισμός που να εκφράζει απολύτως το τι είναι η αυτοαντίληψη. Οι περισσότεροι από τους ερευνητές καταλήγουν στο ότι «η αυτοαντίληψη είναι το μέρος του εαυτού που ενέχει θέση αντικειμένου ( το Me του James) και την ορίζουν ως το σύνολο των πεποιθήσεων και στάσεων που διαμορφώνει το άτομο για τον εαυτό του. Θεωρούν ότι περιλαμβάνει γνωστικά, συναισθηματικά στοιχεία και τάσεις συμπεριφοράς» (Burns, 1986; Hamachec, 1987) (όπ. αναφ. στο Λεοντάρη, 1998, σελ. 72).

Σύμφωνα με τη θεωρία του Rogers, «η αυτοαντίληψη αποτελεί στοιχείο του φαινομενολογικού πεδίου του ατόμου – του συνόλου των αντιλήψεων του για τον κόσμο – που διαμορφώνεται κατά τη συναλλαγή του ατόμου με το περιβάλλον. Η φαινομενολογική προσέγγιση εστιάζει στο νόημα και τη σημασία που αποδίδει το άτομο στην εξωτερική πραγματικότητα και στις εμπειρίες που βιώνει» (Ποταμιάνος, 1997) (όπ. αναφ. στο Γιαβρίμης & Παπάνης, 2007) . Ένας άλλος ορισμός που προκύπτει από την ανασκόπηση της βιβλιογραφίας είναι ότι με τον όρο αυτοαντίληψη εννοούμε « την εικόνα που έχει διαμορφώσει το άτομο για τον εαυτό του και αντιπροσωπεύει το μέρος του εαυτού που έχει τη θέση του αντικειμένου (το «Εμένα»)» (όπ. αναφ. στο Λεοντάρη, 1998, σελ.88). Το Εμένα σύμφωνα με τον Burns (1986) περιλαμβάνει « αντικειμενικές γνώσεις για τον εαυτό όπως σωματικά χαρακτηριστικά, ηλικία, φύλο, κάποιο είδος αυτοαξιολόγησης που αφορά τις ικανότητες του ατόμου και την αξία του γενικά και τάσεις συμπεριφοράς» (όπ. αναφ. στο Λεοντάρη, 1998, σελ.88).

Ο πιο διαδεδομένος ορισμός είναι του James, σύμφωνα με τον οποίον, ως αυτοαντίληψη ορίζεται: «η σύνθεση των σκέψεων και των αισθημάτων που αποτελούν τη γνώση και την κατανόηση του ατόμου για τον εαυτό του, την αντίληψη, δηλαδή, του ποιος είναι» (James, 1890) (όπ.αναφ. στο Φλουρής, 2002, σελ. 346). Το άτομο μέσα από την αλληλεπίδραση που έχει με τους άλλους στο περιβάλλον του, προβαίνει σε κάποιες αξιολογικές κρίσεις για το πρόσωπο του που έχουν να κάνουν με το πόσο σημαντικός, επιτυχημένος, σωστός θεωρεί ότι είναι ή με άλλες αρνητικές ίσως ιδιότητες που του προσδίδει. Με άλλα λόγια, το άτομο σχηματίζει θετικές ή αρνητικές στάσεις απέναντι στο άτομο του, οι οποίες αν και είναι υποκειμενικές καθορίζουν σε μεγάλο βαθμό τον τρόπο ζωής, τη συμπεριφορά, τις επιλογές και τη στάση του ατόμου απέναντι στους άλλους ( Canfield & Wells, 1976) (όπ. αναφ. στο Φλουρής, 2002). Σύμφωνα με τους παραπάνω ορισμούς γίνεται κατανοητό ότι η αυτοαντίληψη διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στις επιλογές του ατόμου, καθώς και στην όλη του συμπεριφορά, καθώς ανάλογα με την αυτοαντίληψη το άτομο θέτει στόχους και προσπαθεί να τους πετύχει. Η θετική αυτοαντίληψη θα οδηγήσει το άτομο να θέσει υψηλούς στόχους και να θεωρεί ότι έχει τις ικανότητες και τις κατάλληλες προϋποθέσεις για να τους πετύχει. Αντίθετα, η αρνητική αυτοαντίληψη οδηγεί σε χαμηλό αίσθημα αυτοαποτελεσματικότητας και σε αυτό-υποτίμηση. Είναι βασικό όμως η αυτοαντίληψη να είναι ρεαλιστική, δηλαδή συμβατή με την πραγματικότητα, καθώς η θετική αλλά μη ρεαλιστική αυτοαντίληψη μπορεί να οδηγήσει σε απογοήτευση ( Φλουρής, 2002). Σύμφωνα με τον Φλουρή (2002) συναφείς με την αυτοαντίληψη είναι οι έννοιες: αυτοσυναίσθημα, αυτοεικόνα και αυτοεκτίμηση.

Με τον όρο «αυτοεικόνα» υποδηλώνεται:

« η παράσταση που το άτομο έχει σχηματίσει για τον εαυτό του με βάση τις εικόνες τις οποίες διαμορφώνει γι’ αυτόν από τα ερεθίσματα τα οποία δέχεται από το περιβάλλον του. Η έννοια της αυτοεικόνας συνδέεται συχνά με την έννοια της αυτοαντίληψης, αν και η τελευταία θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι αποτελεί προϊόν περαιτέρω γνωστικής επεξεργασίας της αυτοεικόνας του κάθε προσώπου» (Φλουρής, 2002, σελ. 348). Σχετικά με τον όρο «αυτοσυναίσθημα», ο Φλουρής (2002, σελ. 348) σημειώνει ότι «ο όρος αυτός δίνει περισσότερη έμφαση στη συναισθηματική διάσταση της αυτοαντίληψης, παρά στη λογική διεργασία των εξωτερικών ερεθισμάτων που αφορούν το άτομό μας». Όσον αφορά στην «αυτοεκτίμηση», την οποία ο Coopersmith ορίζει ως «μία προσωπική εκτίμηση αυτοαξίας που κάνει το άτομο, η οποία εκφράζεται ως στάση που κρατά προς τον εαυτό του» , κάποιοι ερευνητές χρησιμοποιούν εναλλακτικά τον όρο με την «αυτοαντίληψη», ενώ άλλοι διαχωρίζουν τους δύο όρους υποστηρίζοντας ότι η αυτοεκτίμηση αναφέρεται στην αυτοαξιολόγηση που κάνει το άτομο, ενώ με την αυτοαντίληψη δηλώνονται τα γνωστικά σχήματα που διαμορφώνει το άτομο για τον εαυτό του ( Λεοντάρη, 1998, σελ. 89). Τη σχέση μεταξύ αυτοαντίληψης και αυτοεκτίμησης περιγράφουν και οι Wells & Marwell λέγοντας « Αν θεωρήσουμε ότι η αυτοαντίληψη απαρτίζεται από ένα σύνολο στάσεων προς τον ‘εαυτό’, η αυτοεκτίμηση θα μπορούσε να οριστεί ως η αξιολογική πτυχή καθεμίας από αυτές τις στάσεις ή το σύνολο αυτών των επιμέρους αξιολογήσεων» (όπ. αναφ. στο Λεοντάρη, 1998, σελ. 81). Οι Γιαβρίμης & Παπάνης (2007) αναφέρουν ότι «Ο William James και άλλοι θεωρητικοί έχουν υπογραμμίσει το πολυδιάστατο χαρακτήρα της αυτοαντίληψης, ενώ άλλοι ερευνητές, βάσει των εμπειρικών μελετών, (π.χ., Coopersmith, 1967. Marx & Winne, 1980) υποστήριξαν ότι είτε η αυτοαντίληψη είναι μονοδιάστατη ή ότι οι επιμέρους διαστάσεις επηρεάζονται τόσο έντονα από τη γενική αυτοαντίληψη που δεν μπορούν να διαφοροποιηθούν επαρκώς (Marsh, 1990)».

Σήμερα, σύμφωνα με έρευνες, θεωρείται ότι «η αυτοαντίληψη δεν αποτελεί ένα μονοδιάστατο οικοδόμημα, αλλά είναι ένα πολυδιάστατο και περίπλοκο σύστημα μερικές πτυχές του οποίου αλλάζουν συνεχώς. Πολλοί σύγχρονοι ερευνητές θεωρούν την αυτοαντίληψη μια οργανωμένη ομάδα γνωστικών δομών, οι οποίες βασίζονται στις εμπειρίες του παρελθόντος και λειτουργούν ως επιλεκτικοί μηχανισμοί, επηρεάζοντας τη συγκέντρωση της προσοχής του ατόμου σε ορισμένες πληροφορίες και επενεργώντας ως ένα ερμηνευτικό πλαίσιο» (όπ. αναφ. στο Λεοντάρη, 1998, σελ.89).

Παράγοντες διαμόρφωσης της αυτοαντίληψης

Η αυτοαντίληψη είναι μία κατάσταση η οποία διαμορφώνεται και μεταβάλλεται κατά τη διάρκεια της ζωής του ατόμου. Σε αυτή τη διαμόρφωση διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο και οι «άλλοι». Είναι φυσικό βέβαια ότι δεν έχουν όλοι οι άλλοι την ίδια επιρροή επάνω στο άτομο. Ο Mead χωρίζει τους άλλους σε: «ουσιώδεις» και «γενικούς». Οι «ουσιώδεις άλλοι» είναι εκείνοι που έχουν τη μεγαλύτερη επιρροή, αλλάζουν όμως ανάλογα με την αναπτυξιακή πορεία του ατόμου και με την γενικότερη εξέλιξη του (Φλουρής, 2002). Η οικογένεια είναι απ’ τους πιο καθοριστικούς παράγοντες διαμόρφωσης της αυτοαντίληψης και τα πρόσωπα του στενού οικογενειακού κύκλου ανήκουν στην κατηγορία των ουσιωδών άλλων. Η οικογένεια αποτελεί το πρώτο φυσικό σχολείο του ατόμου και μέσα σε αυτή τίθενται τα θεμέλια της προσωπικότητας. Όπως αναφέρει ο Φλουρής (2002, σελ. 351): « Η βασική αυτή διαπροσωπική σχέση που αναπτύσσεται μέσα στην οικογένεια, γνωστή ως πρωτογενής κοινωνικοποίηση, αποτελεί το υπόβαθρο όλων των άλλων σχέσεων που αναπτύσσει το άτομο κατά τις επόμενες φάσεις της κοινωνικής του εξέλιξης» και συνεχίζει λέγοντας « Οι ενισχύσεις και ο έπαινος των γονέων και των λοιπών μελών της οικογένειας, οι επιπλήξεις και οι τιμωρίες που επιβάλλουν στο αναπτυσσόμενο άτομο και, γενικά, ο τρόπος με τον οποίο το αντιμετωπίζουν διαμορφώνει το πλαίσιο της αυτοαντίληψης του».

Το παιδί το οποίο μεγαλώνει σε ένα αρνητικό ή υπερπροστατευτικό περιβάλλον θα δυσκολευτεί να αναπτύξει θετική αυτοαντίληψη.

Μετά την οικογένεια, ο επόμενος σημαντικός παράγοντας για τη διαμόρφωση της αυτοαντίληψης είναι το σχολείο. Με την είσοδο του στο σχολείο, αφού περάσει από μία περίοδο προσαρμογής, το παιδί γίνεται αποδέκτης αξιολογήσεων για την απόδοση του από τους δασκάλους και τους καθηγητές τους. Οι αξιολογήσεις αυτές, όπως και οι βαθμοί διαδραματίζουν πολύ σημαντικό ρόλο στο πως αντιλαμβάνεται το παιδί την αξία του και γενικότερα τον εαυτό του. Οι συνομήλικοι είναι ο επόμενος βασικός παράγοντας, καθώς λειτουργούν ως καθρέπτης για το παιδί. Το παιδί, μέσα στο πλαίσιο της κοινωνικοποίησης του, μαθαίνει και αναπτύσσει μία συμπεριφορά που είναι αντίστοιχη με την ομάδα των συνομηλίκων στην οποία και ανήκει. Με αυτόν τον τρόπο, όπως εξηγεί ο Φλουρής (2002, σελ. 353): «μυείται στην ‘υποκουλτούρα’ της ομάδας τους και παράλληλα αποδεικνύει στον εαυτό του, μέσα από την αποδοχή του από τα μέλη της ομάδας των συνομηλίκων, πόσο ικανό, τολμηρό, γοητευτικό, επιθυμητό άτομο είναι». Άλλος παράγοντας, στον οποίο δεν γίνεται να μη γίνει αναφορά, είναι το φύλο. Μέσα από τους διάφορους ρόλους που αναλαμβάνουν άνδρες και γυναίκες κατανοούν με διαφορετικό τρόπο την έννοια του εαυτού. Συνήθως οι άνδρες αντιλαμβάνονται τον εαυτό τους πιο αυτόνομο και πιο ανεξάρτητο σε σχέση με τις γυναίκες και αυτό επειδή οι άνδρες δε δέχονται τόσες πιέσεις όσες οι γυναίκες για τον εγκλωβισμό τους σε συγκεκριμένους ρόλους.

Τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης (Μ.Μ.Ε), σύμφωνα με τον Φλουρή (2002, σελ. 354) ασκούν σημαντική επιρροή, ασχέτως με το ότι δε δημιουργούν άμεση και στενή προσωπική σχέση με το άτομο επειδή: « Πρώτον, το περιεχόμενο και η φύση των Μ.Μ.Ε. διαθέτουν ¨αξία κύρους¨ μέσα στην ευρύτερη κοινωνία. Δεύτερον, όπως αποδεικνύεται ειδικά από τις διαφημίσεις, ασκούν ισχυρή επιρροή στο ευρύτερο κοινό. Τρίτον, τα τελευταία, κυρίως, χρόνια, αποτελούν μέρος του κόσμου του παιδιού, τόσο όταν είναι ακόμη μικρό, όσο και όταν μεγαλώνει, οπότε και αυξάνεται ο χρόνος παρακολούθησης τους. Τέλος, προβάλλουν πολλά χαρακτηριστικά της δημοφιλούς κουλτούρας, όπως το ρομαντισμό, το χιούμορ, την υπερβολή κ.ά, που οι άλλοι φορείς δε μεταδίδουν (βλ. Elkin, 1960)». Με τη θρησκεία, το άτομο βλέπει τον εαυτό του ως μία μοναδική και αξιόλογη ύπαρξη που αποτελεί προέκταση της ύπαρξης του Θεού. Με αυτόν τον τρόπο το άτομο διαμορφώνει θετική αυτοαντίληψη. Βέβαια, υπάρχει και ο φόβος της δυνητικής τιμωρίας από τον Θεό που μπορεί να προκαλέσει αρνητικά συναισθήματα και κατά συνέπεια να λειτουργήσει αρνητικά και για τη διαμόρφωση της αυτοαντίληψης του ατόμου. Τελευταίος, αλλά σημαντικότατος παράγοντας είναι και το πολιτισμικό πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται το άτομο, καθώς μεταξύ των διαφόρων κοινωνιών (κοινωνικών, πολιτισμικών, οικονομικών, μορφωτικών) παρατηρούνται ομοιότητες και διαφορές οι οποίες επηρεάζουν την αυτοαντίληψη.

Σχετικά με τον συντάκτη

Νίκη Δαλιανά
Σύμβουλος Επαγγελματικού Προσανατολισμού. Σύμβουλος Ψυχικής Υγείας.

Αφήστε σχόλιο

ΧΟΡΗΓΟΙ

Επιστροφή στην κορυφή

Συνεχίζοντας να χρησιμοποιείτε την ιστοσελίδα, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Περισσότερες πληροφορίες.

Οι ρυθμίσεις των cookies σε αυτή την ιστοσελίδα έχουν οριστεί σε "αποδοχή cookies" για να σας δώσουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία περιήγησης. Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε αυτή την ιστοσελίδα χωρίς να αλλάξετε τις ρυθμίσεις των cookies σας ή κάνετε κλικ στο κουμπί "Κλείσιμο" παρακάτω τότε συναινείτε σε αυτό.

Κλείσιμο