Η Μόνα Λίζα (γνωστή και ως Τζοκόντα αποτελεί πορτραίτο της Λίζα Γκεραρντίνι, συζύγου του Φρανσέσκο ντελ Τζοκόντο, που ζωγράφισε ένας από τους σπουδαιότερους ζωγράφους της ιστορίας, ο Λεονάρντο Ντα Βίντσι. Είναι μια ελαιογραφία σε ξύλο λεύκης, που ολοκληρώθηκε μέσα στη χρονική περίοδο 15031519. αποτελεί ιδιοκτησία του Γαλλικού Κράτους, και εκτίθεται στο Μουσείο του Λούβρου, στο Παρίσι.

Ο πίνακας, διαστάσεων 77 εκ. × 53 εκ., απεικονίζει μία καθιστή γυναίκα, η έκφραση του προσώπου της οποίας χαρακτηρίζεται συχνά ως αινιγματική. Η Μόνα Λίζα θεωρείται ένα από τα πιο διάσημα- αν όχι το πιο διάσημο- έργο ζωγραφικής.

Στις 21 Αυγούστου 1911, το πασίγνωστο αυτό έργο τέχνης κλάπηκε από το Μουσείο του Λούβρου απ΄ όπου έχει «μεταφερθεί» ελάχιστες φορές. Ο Λεονάρντο Ντα Βίντσι φιλοτέχνησε την Τζοκόντα από το 1503 έως το 1507 στη Φλωρεντία, αλλά γρήγορα πέρασε σε γαλλικά χέρια. Αγοράστηκε από τον Γάλλο ηγεμόνα Φραγκίσκο Α’ για τον πύργο του στο Φοντενεμπλό, φιλοξενήθηκε στο ανάκτορο των Βερσαλιών από τον Λουδοβίκο τον 14ο, κόσμησε την κρεβατοκάμαρα του Μεγάλου Ναπολέοντα και από το 1804 εκτίθεται στο Μουσείο του Λούβρου. Το μεσημέρι της 22ας  Αυγούστου 1911 οι Γάλλοι πληροφορήθηκαν ότι ο μοναδικός αυτός πίνακας είχε κλαπεί.

Όταν διαπιστώθηκε ότι η Μόνα Λίζα δεν βρισκόταν στο συντηρητήριο σήμανε συναγερμός. Οι πόρτες του Μουσείου σφραγίστηκαν, τα σύνορα της Γαλλίας έκλεισαν και την υπόθεση ανέλαβε η αστυνομία, με επικεφαλής τον επιθεωρητή Λουί Λεπέν. Μία από τις πρώτες ενέργειες της γαλλικής κυβέρνησης ήταν να θέσει σε διαθεσιμότητα τον διευθυντή του Λούβρου Τεοφίλ Ομόλ, ο οποίος πριν από λίγους μήνες κόμπαζε ότι κανείς δεν μπορεί να κλέψει τη Μόνα Λίζα από το Μουσείο του. Όταν το Λούβρο άνοιξε και πάλι τις πύλες του στις 29 Αυγούστου, χιλιάδες Γάλλοι αλλά και ξένοι φιλότεχνοι, περνούσαν μπροστά από την άδεια θέση της Τζοκόντα και έκλαιγαν γοερά, λες και είχαν χάσει ένα προσφιλές τους πρόσωπο.

Μέσα στη γενικό «χαμό», η εμβρόντητη από την πρώτη στιγμή  αστυνομία , κάτω από την πίεση πολιτικών, πολιτών και του Τύυπου, ανακοίνωσε τη σύλληψη του διακεκριμένου Γαλλοπολωνού ποιητή Γκιγιόμ Απολινέρ και του -τότε ανερχόμενου- Ισπανού ζωγράφου Πάμπλο Πικάσο, ως υπόπτων για την κλοπή. Ο Πικάσο αφέθηκε ελεύθερος την ίδια μέρα, καθώς δεν προέκυψε το παραμικρό στοιχείο εις βάρος του και ο Απολινέρ  φυλακίστηκε αλλά πέντε μέρες αργότερα, απελευθερώθηκε

Δυο χρόνια μετά, αποκαλύφθηκε ότι τον πινακα είχε κλέψει  ο 30χρονος Ιταλός Βιτσέντζο Περούτζια, παλαιότερα ξυλουργός στο Λούβρο του οποίου το βασικό κίνητρο ήταν να επιστρέψει τη Μόνα Λίζα στην «πατρίδα» της, στην Ιταλία. Αμέσως μετά, όταν ύστερα από πολλές «εξετάσεις» έγινε γνωστό ότι ο πίνακας ήταν ο αυθεντικός, ένα κύμα συμπάθειας σηκώθηκε υπέρ του Περούτζια αφοπύ η Ιταλική κοινή γνώμη θεώρησε την πράξη του πατριωτική. Την ίδια γνώμη φαίνεται να είχαν και οι δικαστές, που τον καταδίκασαν σε ολιγόμηνη φυλάκιση. Ο Περούτζια αποκάλυψε ότι αφαίρεσε τη Μόνα Λίζα από τη θέση της μεταμφιεσμένος σε συντηρητή του Μουσείου. Την έκρυψε κάτω από τη φόρμα του και βγήκε «σαν κύριος» από το Μουσείο.

Η Μόνα Λίζα παρέμεινε για έναν μήνα στην Ιταλία, προτού επιστρέψει στη Γαλλία. Εκτέθηκε στα μεγαλύτερα μουσεία της Ιταλίας και εκατομμύρια Ιταλών θαύμασαν το αινιγματικό της χαμόγελο. Στις 31 Δεκεμβρίου 1913, 60.000 άνθρωποι την κατευόδωσαν στον σιδηροδρομικό σταθμό του Μιλάνου. Ταξίδεψε σε ειδικά φυλασσόμενο βαγόνι της ταχείας Μιλάνου – Παρισίων και από τις 4 Ιανουαρίου 1914 εγκαταστάθηκε και πάλι στο Λούβρο, όπου εκτίθεται έως σήμερα, κάτω από πρωτοφανή μέτρα ασφαλείας.

Σχετικά με τον συντάκτη

Με Άλλα Μάτια
Η μοναδική, πλήρως προσβάσιμη για κάθε χρήστη, διαδραστική, κοινωνική πύλη ενημέρωσης στην Ελλάδα!

Αφήστε σχόλιο

ΧΟΡΗΓΟΙ

Επιστροφή στην κορυφή