Από τους διασημότερους – και πλουσιότερους- Έλληνες «πολίτες του κόσμου», ο Αριστοτέλης Ωνάσης, εφοπλιστής και επιχειρηματίας και ένας από τους διασημότερους “κροίσους” του 20ού αιώνα, πέθανε στις 15 Μαρτίου του 1975 στο Αμερικανικό Νοσοκομείο του Παρισιού από βαριά πνευμονία και αναπνευστική ανεπάρκεια σε ηλικία 69 ετών.
Την πρώτη Ιανουαρίου 2000, η Lloyd’s List, η μεγαλύτερη ναυτιλιακή εφημερίδα του κόσμου, δημοσίευσε πρωτοσέλιδο άρθρο με τίτλο «Γίγαντες που άλλαξαν τη φυσιογνωμία της ναυτιλίας», με τον Αριστοτέλη Ωνάση στη μέση του πρωτοσέλιδου.
Είχε γεννηθεί στις 15 ή 20 Ιανουαρίου του 1906 (στη Σμύρνη από τον εύπορο καπνέμπορο Σωκράτη Ωνάση και τη σύζυγό του Πηνελόπη το γένος Δολόγλου (ή Ντολόγλου). Φοίτησε στην Ευαγγελική Σχολή Σμύρνης, βίωσε τον παραλογισμό και τη βία των εθνικών κρατών στα 18 του χρόνια με την καταστροφή της Σμύρνης( γι’ αυτό είχε πάντα πάνω από δύο πόλους διοίκησης των επιχειρήσεών του σε διαφορετικά κράτη και προσπαθούσε πάντα να έχει καλές σχέσεις με όλες τις κυβερνήσεις των κρατών στα οποία δρούσε, ανεξαρτήτως πολιτικών αποχρώσεων) και το 1922 αναγκάστηκε να εγκαταλείψει μαζί με την οικογένειά του τη Σμύρνη εξαιτίας της Μικρασιατικής καταστροφής. Έτσι ήρθε ως πρόσφυγας στην Ελλάδα και το 1923 μετανάστευσε στην Αργεντινή.
Χωρίς ιδιαίτερα επιτυχημένη πορεία τα πρώτα 15 χρόνια της δραστηριότητάς του, ήταν ο πρώτος Έλληνας εφοπλιστής που εισήλθε στη ναυτιλία δεξαμενοπλοίων το 1938, κάτι που καθόρισε τη μεταπολεμική πορεία του. Το 1939 πρωτοπήγε στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου και εγκαταστάθηκε μέχρι το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, εκμεταλλευόμενος τέσσερα δεξαμενόπλοια. Και μεταπολεμικά, ήταν αυτός που άνοιξε για πρώτη φορά την πόρτα των αμερικανικών τραπεζών για τη χρηματοδότηση της διεθνούς ναυτιλίας. Από το 1946 έως το 1954 ο Ωνάσης, εκμεταλλευόμενος τη συγκυρία και τις ευκαιρίες της εποχής, εκτινάχτηκε στα ύψη και έγινε ο μεγαλύτερος Έλληνας εφοπλιστής, με στόλο σχεδόν 80 πλοίων ολικής χωρητικότητας περίπου ενός εκατομμυρίου κόρων. Τη δεκαετία του 1950 έγινε διάσημος με θετικά και αρνητικά πρόσημα. Το 1952 στράφηκε στα κατεστραμμένα γερμανικά ναυπηγεία του Αμβούργου και της Βρέμης, τα οποία αναβίωσε παραγγέλνοντας τον απίθανο αριθμό των 18 δεξαμενοπλοίων για τα επόμενα δύο χρόνια.
Έτσι, αναδείχθηκε η τρίτη καινοτομία του: η συμβολή του στην ανάπτυξη της τεχνολογίας των δεξαμενοπλοίων και στον γιγαντισμό τους, στοιχεία που συνέχισε μέχρι τον θάνατό του. Το πρώτο δεξαμενόπλοιο που ονομάστηκε «σούπερ τάνκερ» παγκοσμίως ήταν το «Τίνα Ωνάση», το 1956. Τίνα Ωνάση – από την οικογένεια Λιβανού- ήταν η πρώτη σύζυγός του με την οποία χώρισε ύστερα από 15 χρόνια γάμου. Από το γάμο του με την Τίνα, απέκτησε τα δυο παιδιά του , τον Αλέξανδρο και την Χριστίνα.
Το 1963, ο Ωνάσης αγόρασε τον Σκορπιό, ένα μικρό, άγονο και άνυδρο νησί στο Ιόνιο. Φύτεψε χιλιάδες δέντρα και φυτά, έκτισε μικρούς ξενώνες και το μεταμόρφωσε σε ένα μικρό επίγειο παράδεισο. Εκεί συνήθιζε να περνά κάποιες μέρες των διακοπών του συντροφιά με διάσημους φίλους του, προβάλλοντας έτσι την Ελλάδα στα πέρατα της γης.
Το 1957 είχε γνωρίσει τη διάσημη σοπράνο Μαρία Κάλλας, με την οποία ανέπτυξε μια θυελλώδη ερωτική σχέση. Βαθιά ερωτευμένη με τον Ωνάση, η Κάλλας εγκατέλειψε σχεδόν τη σταδιοδρομία της στην όπερα. Αλλά γνώρισε τη μεγάλη δυστυχία της ζωής της όταν ο Ωνάσης την εγκατέλειψε για να παντρευτεί, το 1968 στο Σκορπιό, σ΄ ένα γάμο- έκρηξη, την Τζάκι Κέννεντι, χήρα του δολοφονημένου προέδρου των ΗΠΑ Τζων Κέννεντι.
Πέντε χρόνια αργότερα, ο Ωνάσης ένοιωσε τη μεγαλύτερη δυστυχία της ζωής του, όταν ο γιός του Αλέξανδρος, σκοτώθηκε σε αεροπορικό δυστύχημα, σε ηλικία μόλις 25 ετών. Ο πρόωρος θάνατός του, επέφερε στον Αριστοτέλη Ωνάση ένα βαρύτατο πλήγμα, από το οποίο δε συνήλθε ποτέ. Πέθανε δύο χρόνια αργότερα, στις 15 Μαρτίου 1975, στο Αμερικανικό Νοσοκομείο του Νεϊγύ, κοντά στο Παρίσι, πάσχοντας από οξεία μυασθένεια , συνέπεια μιας βαριάς πνευμονίας. Στα τέλη του 1974 ο Ωνάσης είχε καταγγείλει τη σύμβαση με το ελληνικό Δημόσιο για την Ολυμπιακή Αεροπορία – ένα άλλο πολύ σπουδαίο του «παιδί» και στις 4 Αυγούστου 1975, μετά τον θάνατό του, η Ολυμπιακή Αεροπορία μεταβιβάστηκε στο ελληνικό Δημόσιο.





