Τσαρλς Μπόικοτ
Ένα επίθετο, μια ιστορία, ένας παγκόσμιος όρος.
Στις 12 Μαρτίου του 1832, γεννήθηκε στην αγγλική πόλη Νόρφολκ ο Τσαρλς Μπόικοτ (Charles Boycott Cunningham). Το επίθετό του αρκετά άγνωστο για χρόνια, θα μπορούσε να έχει ξεχαστεί αφού δεν ήταν και ιδιαίτερα συνηθισμένο στην Αγγλία. Και ο ίδιος θα μπορούσε να έχει πλήρως ξεχαστεί. Αν δεν γινόταν …. Κτηματομεσίτης.
Και ήταν η «αποβολή» του, ο «εξοστρακισμός» του από την τοπική κοινωνία στην Ιρλανδία, ως μέρος μιας εκστρατείας για τα δικαιώματα των αγροτικών ενοικιαστών το 1880, γεγονός που χάρισε στην Αγγλική γλώσσα αλλά και την παγκόσμια κοινότητα το ρήμα «μποικοτάρω», από όπου προέκυψε η κοινά χρησιμοποιούμενη σήμερα λέξη μποϊκοτάζ.
Ο Μπόικοτ αφού υπηρέτησε στον Βρετανικό στρατό, πήγε στην Ιρλανδία για να εργαστεί ως πράκτορας γης για έναν Λόρδο, τοπικό γαιοκτήμονα στην περιοχή της Κομητείας Mayo. Το 1879- 1880, μια περίοδο μεγάλης αναταραχής στην Ιρλανδία , όταν οι συγκομιδές ήταν πολύ κακές και η πείνα απειλούσε τους κατοίκους, μια κίνηση για την προστασία των ενοικιαστών από την εκμετάλλευση που αργότερα έγινε το Ιρλανδικό Εθνικιστικό Κόμμα, ως μέρος μιας εκστρατείας για « λογικό ενοίκιο, σταθερότητα της διάρκειας της θητείας και ελεύθερη πώληση» , ξεκίνησε εκστρατεία για κατάργηση των προνομίων προτίμησης ντόπιων εργατών προς εργασία».
Εκστρατεία Απομόνωσης Μπόικοτ
Για να σώσει τη συγκομιδή στο κτήμα του Λόρδου, ο Μπόικοτ προσπάθησε να υπονομεύσει την εκστρατεία και η οργάνωση ξεκίνησε εκστρατεία απομόνωσης εναντίον του από την τοπική κοινότητα. Οι γείτονες δεν του μιλούσαν. Τα καταστήματα δεν τον εξυπηρετούσαν. Οι τοπικοί εργάτες αρνήθηκαν να φροντίσουν το σπίτι του και ο ταχυδρόμος να παραδώσει την αλληλογραφία του.
Η εκστρατεία κατά του Μπόικοτ έγινε αιτία συναγερμού στον βρετανικό Τύπο, με τις εφημερίδες να στέλνουν ανταποκριτές στα δυτικά της Ιρλανδίας να υπερτονίσουν αυτό που θεωρούσαν ως την θυματοποίηση και εξαπάτηση του υπαλλήλου του λόρδου, από Ιρλανδούς εθνικιστές. Πενήντα Ιρλανδοί προτεστάντες της επαρχίας του Όλστερ ταξίδεψαν στο κτήμα για να σώσουν τη συγκομιδή, ενώ παράλληλα ένα σύνταγμα στρατιωτών και πάνω από 1.000 άνδρες της ιρλανδικής στρατιωτικής αστυνομίας παρατάχθηκαν για να προστατέψουν τις θεριστικές μηχανές του Λόρδου.
Αφήνοντας στην άκρη τις πολλές λεπτομέρειες που έτσι κι αλλιώς είναι δυσνόητες λόγω της κατάστασης που επικρατούσε από τότε στην Ιρλανδία και που στο τέλος κατέληξε σε πλήρη διχασμό και διαίρεση, αξίζει να αναφέρουμε ότι ο αποκλεισμός και η απομόνωση του Μπόικοτ , γέννησε μια λέξη και τον όρο «Μποικοτάζ» (συλλογικός και οργανωμένος εξοστρακισμός που εφαρμόζεται στις εργασιακές, οικονομικές, πολιτικές ή κοινωνικές σχέσεις σε πρακτικές διαμαρτυρίας που θεωρούνται άδικες).
Ο Μπόικοτ έφυγε άρον άρον από την Ιρλανδία και τίποτε δεν ξανακούστηκε γι’ αυτόν μέχρι το θάνατό του, το 1897 σε ηλικία 65 ετών. Το όνομά του, ωστόσο, έγινε αθάνατο και έμεινε στη ιστορία.



